Η προβληματική της εθνικής ασφάλειας στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα της χώρας μας είναι θέμα πρώτιστα πλαισίου και περιεχομένου.
EUROKINISSI

Η πρόσφατη τοποθέτηση ενός όχι μόνο καταξιωμένου ακαδημαϊκά και επιστημονικά, αλλά και επαγγελματικά ανθρώπου, όπως είναι ο κ. Θάνος Ντόκος (ο οποίος είναι από τους λίγους που έχουν ασχοληθεί και γνωρίζουν το αντικείμενο), στη θέση του αναπληρωτή συμβούλου εθνικής ασφάλειας, επικαιροποιεί τη συζήτηση για την έννοια και τη στρατηγική της εθνικής ασφάλειας της χώρας. Με απορία, όμως, είδαμε μια ρητή προγραμματική εξαγγελία της σημερινής κυβέρνησης για σύσταση συμβουλίου εθνικής ασφάλειας (πρόταση που είχαν επεξεργαστεί έμπειροι ακαδημαϊκοί και διπλωμάτες στο προεκλογικό πρόγραμμα της ΝΔ) να παραπέμπεται στις καλένδες ή να περιορίζεται στην τοποθέτηση καθ’ όλα άξιων προσώπων ως συμβούλων. Και η απορία εντείνεται, έτι περαιτέρω, αφ’ ης στιγμής κτίζεται ένα πανίσχυρο επιτελείο γύρω από τον πρωθυπουργό, όπως πρέπει σε μια σύγχρονη διακυβέρνηση, χωρίς ωστόσο να υπάρχει θεσμική διατράνωση της πρόνοιας για τη διάσταση της εθνικής ασφάλειας που αμφισβητείται, κατά κόρον, από τις προκλήσεις του προσφυγικού ζητήματος.

Η προβληματική της εθνικής ασφάλειας στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα της χώρας μας είναι θέμα πρώτιστα πλαισίου και περιεχομένου. Σχετίζεται με τη λειτουργία του κράτους και της κυβέρνησης, γύρω από τη χάραξη και την εφαρμογή της υψηλής εθνικής στρατηγικής, κατεξοχήν, για την αντιμετώπιση της Τουρκίας.

Σαφώς και η σύσταση του συμβουλίου εθνικής ασφάλειας δεν αποτελεί πανάκεια. Ωστόσο, θα συμβόλιζε μια αφετηρία στην απαίτηση κρατικής συνοχής και συνέχειας γύρω από τα πολύπαθα εθνικά θέματα. Πολύ περισσότερο που η προοπτική του θα ήταν περισσότερο γνωμοδοτική, ενώ η αποφασιστική αρμοδιότητα θα παρέμενε στο ΚΥΣΕΑ. Παρόλα αυτά θα συντελούσε στη συναντίληψη και στη σύζευξη ακαδημαϊκής, διπλωματικής, στρατιωτικής, πολιτικής ματιάς και γλώσσας απέναντι στις προκλήσεις της χώρας, στις διαστάσεις της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και δη της διαχείρισης κρίσεων.

Όπως και να έχει το έργο, η αποστολή όσων ασχολούνται με την εθνική ασφάλεια, σκόπιμο είναι να εστιάσει, ενδεικτικά και πυρηνικά, στα εξής:

  • στην εκπόνηση ενός μακροχρόνιου σχεδιασμού για την επικαιροποίηση του στρατηγικού δόγματος της χώρας,

  • στη θεσμική αποτύπωση αυτού, μέσα από ανάλογα κείμενα που να ανταποκρίνονται στην επαναεννοιολόγηση της εθνικής ασφάλειας (συνεργασία κλάδων ενόπλων δυνάμεων, ΕΥΠ, σωμάτων ασφαλείας),

  • στη σύσταση και αξιοποίηση μιας ομάδας σοφών (κατά το πρότυπο ανάλογων στο πεδίο της οικονομίας) που θα μπορούσαν, ως ένα μετά-γραφειοκρατικό σχήμα, να συμβουλεύουν επ’ αυτών των ζητημάτων. Δόξα τω Θεώ, η χώρα έχει και ισχυρά πανεπιστημιακά τμήματα πολιτικής επιστήμης, διεθνών σχέσεων και στρατηγικής, έμπειρους στρατιωτικούς και διπλωμάτες που έχουν αφυπηρετήσει και στέρεες «δεξαμενές σκέψης»,

  • στη θεσμοποίηση της στρατηγικής εκπαίδευσης (ενδεχομένως η Σχολή Εθνικής Άμυνας θα μπορούσε να παίξει αυτό το ρόλο), μέσα από προσομοιώσεις, όπου η πολιτική ηγεσία μαζί με τους στρατιωτικούς και διπλωματικούς ταγούς θα κάθονταν στα ίδια έδρανα (όπως συμβαίνει λόγου χάρη στις ΗΠΑ) για να ενημερωθούν και να κατανοήσουν εκατέρου τα εργαλεία και την οργανωσιακή κουλτούρα εαυτών και αλλήλων,

  • στην ανατροφοδότηση της στρατηγικής κουλτούρας που μαζί με την πολιτική κουλτούρα (για την οποία υπεύθυνοι είναι η πολιτική ηγεσία, αλλά και το εκπαιδευτικό μας σύστημα) αποτελούν sine qua non προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο κράτος εθνικής ασφάλειας (όπου η εμπιστοσύνη, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις δεν είναι ακάλυπτη επιταγή).

Ασφαλώς και το έργο δεν είναι εύκολο, το να μεταβείς, με άλλα λόγια, από ένα κράτος οιονεί «γυμνοσάλιαγκα» (χωρίς δηλαδή ισχυρό κέλυφος) σε ένα κράτος «σκαντζόχοιρο». Όταν όμως αντιμετωπίζεις προκλήσεις με άδηλα αποτελέσματα και ο αντίπαλος συμπεριφέρεται -λες και είναι- σε ζωικό βασίλειο, ορεγόμενος την όποια «γαλάζια πατρίδα» τότε η στρατηγική αυτογνωσία και γνωσιοθεωρία επιβάλλουν τις αντίστοιχες απαντήσεις προάσπισης της δικής σου πατρίδας.

Δημοφιλή