ΣΜΕ: Στα 2,1 δισ. ευρώ η συνεισφορά του εξορυκτικού τομέα για την Αττική

ΣΜΕ: Στα 2,1 δισ. ευρώ η συνεισφορά του εξορυκτικού τομέα για την Αττική
Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου
Larry MacDougal / Design Pics via Getty Images

Η οικονομική συνεισφορά του εξορυκτικού τομέα για την Αττική ανέρχεται στα 2,1 δισ. ευρώ, ενώ ακολουθεί η οικονομία της κεντρικής Μακεδονίας με συνεισφορά 1 δισ. - από ένα σύνολο 6,2 δισ. ευρώ στην εθνική οικονομία, που αντιστοιχεί στο 3,4% του ΑΕΠ, τόνισε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ), Αθανάσιος Κεφάλας, επικαλούμενος μελέτη του ΙΟΒΕ, σε γεύμα εργασίας την Τρίτη στην Αθήνα.

Όπως σημείωσε ο κ. Κεφάλας, οι δραστηριότητες του εξορυκτικού τομέα έχουν πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομία της Αττικής, συνεισφέροντας συνολικά στην ακαθάριστη αξία παραγωγής της περιφέρειας αυτής περίπου 2,1 δισ. ευρώ.

Όσον αφορά στην περίπτωση της κεντρικής Μακεδονίας, ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων και της εκμετάλλευσης των πολυμεταλλικών κοιτασμάτων στην περιοχή της Χαλκιδικής, συνεισφέρονται συνολικά περίπου 1 δισ. ευρώ στην ακαθάριστη αξία παραγωγής της περιφέρειας.

Οι άλλες περιοχές της Ελλάδας

Σε ό,τι αφορά στις επιδράσεις της εξορυκτικής βιομηχανίας σε προστιθέμενη αξία, αξίζει να σημειωθεί ότι στον εξορυκτικό τομέα οφείλεται περίπου το 12% της προστιθέμενης αξίας που δημιουργείται στη Στερεά Ελλάδα (σε απόλυτους όρους περίπου 740 εκατ. ευρώ προστιθέμενης αξίας).

Αντίστοιχα, στον εξορυκτικό τομέα οφείλεται περίπου το 4% της προστιθέμενης αξίας που δημιουργείται στις περιφέρειες της Ανατολικής Μακεδονίας–Θράκης (300 εκατ. ευρώ), Δυτικής Μακεδονίας (130 εκατ. ευρώ) και Θεσσαλίας (270 εκατ.ευρώ), καθώς επίσης και περίπου το 3% της προστιθέμενης αξίας που δημιουργείται στο Νότιο Αιγαίο (160 εκατ. ευρώ). Τέλος, σημαντική είναι επίσης η συνεισφορά της εξορυκτικής βιομηχανίας στην προστιθέμενη αξία που παράγεται στην κεντρική Μακεδονία (περίπου 500 εκατ. ευρώ, ή περίπου 2,2% της προστιθέμενης αξίας της περιφέρειας).

Ο κ. Κεφάλας αναφέρθηκε, χρησιμοποιώντας στοιχεία από την ίδια μελέτη του ΙΟΒΕ, σε σημαντικά στοιχεία για την απασχόληση στον εξορυκτικό τομέα ανά περιφέρεια πράγμα που δείχνει τον σημαντικό ρόλο στην περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας μας.

Ειδικότερα στις δραστηριότητες της εξορυκτικής βιομηχανίας οφείλεται άμεσα περίπου το 3% της απασχόλησης στη Στερεά Ελλάδα (σε απόλυτους όρους, περίπου 4,4 χιλ. ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης) και το 1% της απασχόλησης στις περιφέρειες της Δυτικής Μακεδονίας (0,6 χιλ. θέσεις), της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (1,4 χιλ. θέσεις) και της Θεσσαλίας (1,6 χιλ. θέσεις). Η συνολική επίδραση του εξορυκτικού τομέα στην απασχόληση στις περιφέρειες αυτές είναι ωστόσο πολύ ισχυρότερος. Ενδεικτικά, στην εξορυκτική βιομηχανία οφείλεται συνολικά περίπου το 11% της απασχόλησης στην Στερεά Ελλάδα (περίπου 18,7 χιλ. θέσεις πλήρους απασχόλησης), και περισσότερο από το 3% της απασχόλησης στις περιφέρειες της Δυτικής Μακεδονίας (2,9 χιλ. θέσεις), της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (6,5 χιλ. θέσεις) και της Θεσσαλίας (7,3 χιλ. θέσεις).

Τα προβλήματα

Στην ομιλία του ο πρόεδρος του ΣΜΕ υπογράμμισε για μία ακόμη φορά τα προβλήματα και τους ανασταλτικούς παράγοντες που εμποδίζουν την ανάπτυξη του εξορυκτικού κλάδου και αποτελούν τροχοπέδη και είναι μεταξύ άλλων: η δύσκαμπτη αδειοδοτική διαδικασία, τόσο για υφιστάμενες δραστηριότητες όσο και για νέες επενδύσεις, η γραφειοκρατία, ο αναχρονιστικός λατομικός νόμος, οι κοινωνικές αντιδράσεις λόγω του μεγάλου φόβου για υποβάθμιση του περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την μη ύπαρξη αποτελεσματικών ελέγχων, η έλλειψη σταθερού φορολογικού και εργασιακού νομοθετικού πλαισίου και πάνω απ’ όλα η ανασφάλεια δικαίου.

Κλείνοντας, ο κ. Κεφάλας τόνισε ότι πάγιο αίτημα του Συνδέσμου προς την πολιτεία είναι η επίσπευση της εφαρμογής των προβλέψεων της Εθνικής Πολιτικής Αξιοποίησης των Ορυκτών Πρώτων Υλών, μέσω της οποίας θα ανοίξει ο δρόμος για νέες επενδύσεις στον κλάδο και για τη βέλτιστη αξιοποίηση των ορυκτών πόρων της χώρας.

Περαιτέρω στοιχεία από τη μελέτη του ΙΟΒΕ

Στη μελέτη του ΙΟΒΕ, που είχε παρουσιαστεί τον Μάρτιο, αναφερόταν πως, συνυπολογίζοντας και τις έμμεσες επιδράσεις στους κλάδους που συμμετέχουν στην αλυσίδα εφοδιασμού της εξορυκτικής βιομηχανίας, η συνολική συμβολή της εξορυκτικής βιομηχανίας στο ΑΕΠ ανέρχεται σε 4,1 δισ. ευρώ (2,7 δισ. ευρώ από εξορυκτικές δραστηριότητες και το υπόλοιπο 1,4 δισ. ευρώ από τη μεταποίηση βασικών μετάλλων και τσιμέντου με εγχώριες ορυκτές πρώτες ύλες) που αντιστοιχεί στο 2,2% του ΑΕΠ. Εάν ληφθεί υπόψη και η ηλεκτροπαραγωγή με καύση λιγνίτη, , η συμβολή στο ΑΕΠ ανέρχεται σε 6,2 δισ. ευρώ ή 3,4% του ΑΕΠ. Σε όρους απασχόλησης, η συμβολή της εξορυκτικής βιομηχανίας εκτιμάται αντίστοιχα σε 84.000 θέσεις πλήρους απασχόλησης που αντιστοιχούν στο 2,2% της εγχώριας απασχόλησης και σε 118.000 θέσεις εργασίας ή το 3,4% της εγχώριας απασχόλησης εάν ληφθεί υπόψη και η ηλεκτροπαραγωγή με λιγνίτη.

Οι συνολικές πωλήσεις της εξορυκτικής βιομηχανίας στην Ελλάδα το 2014 εκτιμάται ότι ανήλθαν στα 2,3 δισ ευρώ έναντι 2,1 δισ. ευρώ το 2013. Σε σχέση με το 2009 οι πωλήσεις εμφανίζονται μειωμένες κατά περίπου 7%, μείωσης που οφείλεται κυρίως στη δραστική κάμψη στα αδρανή υλικά και το τσιμέντο. Στις υπόλοιπες κατηγορίες καταγράφονται μικτές τάσεις, ακόμα και ισχυρή άνοδος σε ορισμένες περιπτώσεις. Σε όρους όγκου παραγωγής, παρατηρήθηκε κάμψη την ίδια περίοδο (2009-2014) κατά 37.8% στα αδρανή υλικά, 24.4% στο τσιμέντο και 21,9% στα ενεργειακά ορυκτά, ωστόσο τα μάρμαρα (+44,4%) και τα βασικά μέταλλα (+32,9%) σημείωσαν σημαντική αύξηση.

Όσον αφορά στο θέμα της αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος, τα υφιστάμενα έργα αποκατάστασης στην Ελλάδα περιλαμβάνουν τη δημιουργία δασικών εκτάσεων, τεχνητών λιμνών, υδροβιοτόπων, μουσείων, χώρων για πολιτιστικές εκδηλώσεις και ψυχαγωγία, καθώς και καλλιεργήσιμων εκτάσεων γης. Μέχρι σήμερα έχουν αποκατασταθεί περί τις 65.620 στρέμματα, με το ποσοστό των εκτάσεων που έχουν ήδη αποκατασταθεί ως προς το σύνολο των εκτάσεων υπό εκμετάλλευση να διακυμαίνεται στην περιοχή του 35-40%.

Σημαντικό κομμάτι του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων προέρχεται από πωλήσεις στις διεθνείς αγορές, με την αξία των εξαγωγών να έχει πλησιάσει το 1,1 δισ. ευρώ το 2013, ξεπερνώντας το 50% των συνολικών πωλήσεων του κλάδου, με ενδείξεις για αύξηση το 2014 κατά περίπου 8%. Η εξωστρέφεια είναι ιδιαίτερα αυξημένη σε προϊόντα όπως τα μάρμαρα, τα βιομηχανικά ορυκτά και τα μέταλλα, όπου η αξία των εξαγωγών ξεπερνά διαχρονικά το 70% της αξίας των πωλήσεων.

Σε επίπεδο προϊόντων, περίπου το 1/5 της συνολικής αξίας των εξαγωγών καταλαμβάνουν το κάθε ένα από τα 3 προϊόντα με υψηλότερο μερίδιο στις εξαγωγές (το τσιμέντο, το αλουμίνιο και το νικέλιο). Τα μάρμαρα και η αλουμίνα ακολουθούν με μερίδιο περίπου 10% αμφότερα, ενώ σημαντική συνεισφορά έχουν και τα παραγόμενα προϊόντα από λευκόλιθο (πυρίμαχες μάζες, δίπυρος μαγνησία και καυστική μαγνησία).

Δημοφιλή