ΤΟ BLOG
02/03/2019 08:27 EET | Updated 02/03/2019 08:40 EET

Σοσιαλδημοκρατία και Δίκαιο

ή η δικαιΐκή διάσταση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

drante via Getty Images

Η αδυναμία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας να αναγνώσει τη ρευστότητα των θεσμικών και πολιτικών παραμέτρων της μετα-βιομηχανικής εποχής ως απότοκο των κοινωνικών μετεξελίξεων και θεσμικών – πολιτειακών μετασχηματισμών (οι κοινωνικές αναφορές, η πολιτική δράση, και κρατική βούληση βρίσκονται υπό τη σκέπη συστημάτων και φαινόμενων, που αναδύονται στη βιομηχανική και νεωτερική εποχή, αλλά εδραιώνονται και νομιμοποιούνται στη μετα-βιομηχανική ), καθώς και αποκοπή της από τη προσπάθεια της κοινωνικής μεταρρύθμισης και θεσμικής εξισορρόπησης, επέφεραν τη πολιτική της κόπωση, την κρίση ταυτότητας των πολιτικών ιδεών της και συνεκδοχικά την ιδεολογική της περιθωριοποίηση.

Ωστόσο, η ανθεκτικότητα του προοδευτισμού,δίνει στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία τη δυνατότητα μεταβεί σε ένα νέο σύστημα πολιτικής διακυβέρνησης και ιδεολογικής αναφοράς. Αυτό της μεταρρυθμιστικής σοσιαλδημοκρατίας. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την εύρεση όλων των συσσωματώσεων που θα απαρτίζουν αυτό το νέο δεοντολογικό, πολιτικό και ιδεολογικό μόρφωμα, είναι το ηθικό υπόστρωμα που θα συνέχει και θα μετα-παράγει όλες τις θεσμικές και πολιτικές εκδοχές του. Με άλλα λόγια είναι η δικαιική πολιτική, η δικαιική διάσταση της μεταρρυθμιστικής σοσιαλδημοκρατίας.

Η πορεία προς στις ευρωεκλογές του Μαϊού στάθηκε η αφορμή να αναζητήσω εκείνες τις συνεδριακές διαδικασίες των επιμέρους σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που έδιναν αυτή την ηθικοπολιτική υφή στη σοσιαλδημοκρατία .

Η συμβολικότερη και εμβληματικότερη όλων ήταν αυτή του 1980 του SPD. Τότε ο Χ.Σμιτ είχε θέσει ως ζήτημα τη δικαιική πολιτική του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας. Από τη συμπερίληψη των απόψεων του Ernst Benda ( καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Freiburg, και πρώην πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας) και σε συνδυασμό με τα άρθρα 101,102,103 του ΘΝ (που προβλέπουν και κατοχυρώνουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του διοικουμένου κατά την διοικητική διαδικασία ) σημειώνω τα εξής:

1. Η εγγύηση παροχής εννόμου προστασίας (αρ.19 παρ.4 ΘΝ, αρ.20 παρ 1 :δικαίωμα στην δικαστική προστασία) , ανήκει στα σημαντικότερα εργαλεία κατίσχυσης της ιδέας του κράτους δικαίου

2. Στην πραγματικότητα μόνο σε ένα ”φορμαλιστικό” και τυπικό κράτους δικαίου μπορούν να υπάρξουν ατομικές ελευθερίες, χωρίς παράλληλα να παρέχεται αποτελεσματική δικαστική (και διοικητική) προστασία. Η ουσία του σεβασμού και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν βρίσκουν αντίκρισμα μόνο στη λήψη θετικών μέτρων, αλλά κυρίως στη διαδικασία όπου το κράτος έρχεται αντιμέτωπο με τον πολίτη είτε όταν ο ίδιος επικαλείται την προστατευτική λειτουργία ενός δικαιώματος και θέτει τη δράση του κράτους υπό συνταγματικό έλεγχο, είτε όταν η διοίκηση εκδηλώνει τη δράση, είτε επεμβαίνοντας, είτε ρυθμίζοντας, είτε απέχοντας. Και αυτό γιατί ο πολίτης βρίσκεται και σε κοινωνικά και σε νομικά ενδεέστερη θέση.

Συμπερασματική παρατήρηση Ι.

Παράλληλα προς το σεβασμό υπέρ του ατόμου εγγυημένου πεδίου ελευθερίας, σημασία έχει και η κατάλληλη διαδικασία μέσω της οποίας λαμβάνεται μια κρατική απόφαση.

3. Αυτό που για τη γερμανική έννομη τάξη λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της χρηστότητας από τη συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν τα δικαιώματα επί της διοικητικής διαδικασίας, στην ελληνική έννομη τάξη μεταφράζονται ως αρχή της χρηστής διοίκησης. Το γεγονός δηλαδή ότι η λειτουργία της Διοίκησης πρέπει να είναι προβλέψιμη και προϋπολογίσιμη. Το ίδιο εξυπηρετεί και η αρχή της προηγουμένης ακροάσεως (α.20 παρ.2 Σ) βάσει της οποίας ο ενδιαφερόμενος πολίτης δεν αποτελεί απλά μέσο της διοικητικής δράσης, αλλά ισότιμο συνομιλητή της.

Συμπερασματική παρατήρηση ΙΙ.

Η αρχή της χρηστής διοίκησης (ως λειτουργική εγγύηση και θεσμική επιταγή) αποτελεί ακόμα ένα σπουδαίο μέτρο διασφάλισης του συμφέροντος και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πολίτη.

4. Το νόημα της προστασίας του πολίτη δεν συνίσταται στην προώθηση μιας οργανωμένης προστασίας ορισμένων ομάδων συμφερόντων. Ωστόσο μπορούν να τεθούν ζητήματα εναλλακτικών μορφών συμμετοχής των πολιτών τόσο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων (συνταγματικό δημοψήφισμα), όσο και στον έλεγχο και την προστασία επί της διοικήσεως (”πρωτοβουλίες πολιτών”, ”ριζοσπαστικό συνδικαλιστικό κίνημα” , ” λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία”)

Συμπερασματική παρατήρηση ΙΙΙ.

Το αίτημα για ενίσχυση της πολιτικής και κοινωνικής αντιπροσώπευσης, αλλά κυρίως της μέριμνας του κράτους όσον αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα , λαμβάνει είτε τη μορφή συνταγματικού εθίμου, είτε γενικής ρήτρας (συναγόμενης από νομολογιακές αποφάσεις) , είτε κεκτημένου. Συγκεκριμένα αναφορικά με τα κοινωνικά δικαιώματα, τα οποία είναι τα πρώτα που θίγονται και αναστέλλονται σε περιόδους πολιτειακής, θεσμικής και κοινωνικής κρίσης, δεν προστατεύονται απόλυτα από το υπόστρωμα του κοινωνικού κεκτημένου. Εφόσον δεν είναι το ίδιο συνταγματικής περιωπής δεν μπορεί να εμπεδωθεί συνταγματικά, θεωρούμενο απρόσβλητο, επειδή θεωρείται εκ φύσεως ”κανονιστικής ελαστικότητας”.

Ο Αρ.Μάνεσης άλλωστε συνήθιζε να υποστηρίζει επί αυτού: ” Το μόνο που αποκλείει το Σύνταγμα είναι η ολοσχερής κατάργηση ρυθμίσεων που ενεργοποιούν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα, δεν απαγορεύει τον εύλογο περιορισμό τους”

Γενικά συμπεράσματα:

1. Το κράτος υποχρεούται να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και πρέπει να παραμείνει ικανό να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα που αφορούν την ολότητα , αδιακρίτως, και παρά την πίεση ομάδων συμφερόντων, και προνομίων.

2. Εκτός των άλλων δηλαδή, η συναίνεση ως αρχή( στο ΘΝ η ομοσπονδιακή αρχή, ως περιορισμός της αρχής της πλειοψηφίας) , αλλά και ως αίτημα αποτελεί την ”πολιτική της πολιτικής”, ακριβώς επειδή είναι εκείνη η πολιτική σύλληψη που απαιτεί από το Κράτος και την κοινωνία των πολιτών να διαμορφώσουν μια θεμελιώδη κοινή βούληση, παρά τις αντιθετικές πεποιθήσεις, τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις και τις συγκρουόμενες ιδεολογικές αναφορές που υπάρχουν στην κοινωνική πραγματικότητα. Η μονοκομματική αντίληψη και η απουσία της τεχνικής του διαλόγου, οδηγούν όμως στην πεπλανημένη αντίληψη της eo ipso δίκαιης απόφασης της πλειοψηφίας. Τότε μόνο τα ατομικά δικαιώματα, υπηρετούν στην πραγματικότητα τα κοινωνικά δικαιώματα, με την επιδίωξη του κοινού συμφέροντος. Τότε μόνο επέρχεται και η ηθική νομιμοποίηση της κρατικής βούλησης.

3. Με αυτό το τρόπο νομιμοποιείται όχι μόνο η κρατική βούληση , αλλά αποκτά τη μεγαλύτερη δυνατή νομιμοποίηση κοινωνική , πολιτική και ηθική κάθε θεσμός και όργανο της αντιπροσωπευτικής/συνταγματικής δημοκρατίας

4. Τα θεμελιώδη δικαιώματα και από τα εμπεριεχόμενα σε αυτά φραγμούς στην άσκηση των δικαιωμάτων επί της ελευθερίας συνάγονται οι αξιολογικές αντιλήψεις, προς τις οποίες οφείλει να προσανατολισθεί ένα κράτος που επιδιώκει την πραγμάτωση της ιδέας της δικαιοσύνης.

5. Όλα αυτά συγκροτούν και διαμορφώνουν το ιστορικό, αξιολογικό , ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο που υπηρέτησε και υπηρετεί η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία . Αποτελούν το ιδεολογικό της οπλοστάσιο, αλλά και την ηθική της διάσταση μέσω της πίστης σε ιδέες όπως δικαιοσύνη, ελευθερία, ισότητα, δημοκρατία, κράτους δικαίου, κοινωνικό κράτος δικαίου, γενικό συμφέρον.

6. Και αυτό πρέπει να είναι το ύψιστο θεσμικό χρέος της, η συναίρεση μιας -πολυκατακερματισμένης, πολυδιασπασμένης και ανομοιόμορφης κοινωνίας, που χειμάζεται από κοινωνικές διαφοροποιήσεις, οικονομικές ανισότητες, και άνισες αφετηρίες , - γύρω από ένα θεσμικό οικοδόμημα , που βασίζεται στην αρχή της πολιτικής ισότητας, ως εκδήλωση και συμφραζόμενα της πολιτικής, ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας.

Αντί Επιλόγου ή η Σοσιαλδημοκρατία σήμερα

Η προσπάθεια συγκρότησης και νοηματοδότησης ενός νέου ανοιχτού ρόλου του κράτους, διαπερνά μέσα από τη προσπάθεια προσέγγισης του αξιακού πυρήνα πάνω στο οποίο θα δομηθεί. Και επειδή δεν υπάρχει ”κρατική ή δικαιική καθορότητα ” ( ή ουδετερότητα) πρέπει να εξετάσουμε την ηθική διάσταση των θεσμών μέσα στην ίδια την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

Αυτό είναι το πρώτο προαπαιτούμενο , το πως δηλαδή εκδηλώνονται και μετατρέπονται βασικές αρχές μιας ιδεολογίας, σε κυρίαρχη πολιτειακή συνείδηση. Το δεύτερο προαπαιτούμενο είναι να εξετάσουμε την δικαιική διάσταση της Σοσιαλδημοκρατίας σε σύγκριση με το ίδιο το συνταγματικό φαινόμενο και τα συμφραζόμενα του. Τότε μόνο θα καταφέρουμε να ανασημασιοδοτήσουμε το κρατικό φαινόμενο και να συλλάβουμε το κράτος ως εγγυητή, διασφαλιστή και ρυθμιστή

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Βλ, Ξ. Κοντιάδης, Η σοσιαλδημοκρατία σήμερα, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2017

G.Wehling , Von der bürgerlichen zur sozialen Rechtsordnung, in ZRP 1980, I.Ebsen, Bürgerbeteiligung durch die Gemeindevertretung und repräsentative Demokratie, in DVBIE. Ernst Benda ,

Το κοινωνικό κράτος δικαίου , εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ.54-58

Σέρι Μπέρμαν, Το πρωτείο της πολιτικής: Η σοσιαλδημοκρατία και η Ευρώπη του 20ού αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014

Philippe Aghion, Alexandra Roulet, Ο νέος ρόλος του Κράτους- Για μια ανανεωτική σοσιαλδημοκρατία, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2012