ΤΟ BLOG
19/04/2020 08:01 EEST | Updated 19/04/2020 08:01 EEST

Τα αρώματα της μνήμης

Γιατί κλαις μαμά; -Εσύ γιατί κλαις Μιχάλη;

Adam Garelick via Getty Images
Μανχάταν - Νέα Υόρκη. Η κορυφή του Empire State Building

Είχε μια πολύ τακτοποιημένη ζωή εκεί στη Νέα Υόρκη. Προερχόταν από γονείς εστιάτορες αλλά ο Μάικ Μαυρομάτης (τι επίθετο κι αυτό θα προτιμούσε να τον έλεγαν Μάικ Σμιθ για να περνάει απαρατήρητος) είχε καταφέρει να τελειώσει οικονομικές σπουδές στο Columbia και είχε ανέβει πολύ ψηλά στις επενδύσεις κρατώντας σπουδαία πορτοφόλια μεγάλων εταιρειών.

Με τα ωραιότερα κοστούμια ραμμένα στα μέτρα του, με γραβάτες Hermes και με φάκελο Gucci, παπούτσια Ferragamo, με μια κομψότατη Αμερικανίδα σύζυγο, δύο παιδιά που φοιτούσαν σε ιδιωτικό σχολείο και ένα υπερπολυτελές διαμέρισμα στο Upper West Side ήταν η επιτομή του γιάπικου ονείρου.

Δεν είχε παράπονο από τη ζωή του, έπαιζε στο χρηματιστήριο με επιθετικότητα και κοίταζε τους λογαριασμούς των πελατών του και τους δικούς του καθημερινά να φουσκώνουν. Ήταν πολύ ευχαριστημένος. Από παιδί των εστιατόρων στην Αστόρια είχε καταφέρει να ανεβεί σχεδόν στην κορυφή της πυραμίδας της επιτυχίας. Κι όλα μονάχος του διότι οι γονείς του δεν τα καταλάβαιναν ετούτα τα καινούρια.

Ναι, αυτό ήταν το μόνο παράπονο που έφερε βαρέως μέσα του. Πως δηλαδή δεν είχε τίποτε κερδίσει από το οικογενειακό περιβάλλον του και πως μάλιστα έπρεπε κάθε τόσο , μια φορά το μήνα, να τους επισκέπτεται εκεί στην Αστόρια και να συνειδητοποιεί την ταπεινότητα της καταγωγής του. Αυτό κυριολεκτικά τον σκότωνε τον Μάικ διότι έβλεπε τον εαυτό του να έχει περάσει στην άλλη όχθη και οι γονείς του είχαν γίνει ένα ψυχολογικό κόστος.

Τα παιδιά του δεν τα έφερνε εδώ στην Αστόρια  γιατί δεν ήθελε να μάθουν πως υπάρχει κι αυτή η πλευρά της ζωής. Τσουκάλια στη φωτιά, σκούροι εργάτες πίσω στην κουζίνα και ο πατέρας του ιδρωμένος στα 75 του να σκουπίζει τα χέρια του στην ποδιά να τον χαιρετήσει .Όχι, όχι αυτό δεν ήταν για τα δικά του παιδιά, ήταν το σενάριο που είχε ο ίδιος βιώσει και δεν θα άφηνε τους απογόνους του ούτε να το ψυχανεμιστούν.Καλούσε τους γονείς του μια φορά το των Ευχαριστιών στο σπίτι του και μια φορά τα Χριστούγεννα κι αυτό ήταν.

Η μάνα του έστελνε τσουρέκια και κουλουράκια για το Πάσχα αλλά δεν είχαν το ίδιο Πάσχα. Εκείνος γιόρταζε το προτεστάντικο Πάσχα με τα πεθερικά του στην εξοχή των Χάμπτον και ήταν όλα ωραία και καλά καμωμένα. Η ζωή του ήταν σε τάξη και προπαντός ήταν αμερικάνικη.

Είχε αρχίσει να διαβάζει τελευταία πως στην Κίνα έχτιζαν μεγάλα νοσοκομεία για να περιθάλψουν τους ασθενείς μιας νέας ιογενούς νόσου, που την έλεγαν COVID-19. Και μάλιστα, ο πρόεδρος της επενδυτικής εταιρείας τους κάλεσε λέγοντάς τους ότι ίσως υπάρξει πρόβλημα στις αγορές γιατί αυτός ο ιός ήταν πολύ κολλητικός. Ο Μάικ είπε πως αυτός ο ιός ήταν πολύ μακριά και δεν μπορούσε να αγγίξει ποτέ τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η χώρα ήταν εξοπλισμένη απέναντι σε όλες τις απειλές, είπε.

Και συνέχισε να αγνοεί όλες τις προειδοποιήσεις και συνέχιζε να παίζει το προτφόλιο επιθετικά διότι άκουγε τον πρόεδρο Τράμπ που διαβεβαίωνε πως τίποτε δεν μπορούσε να κλονίσει το αμερικάνικο χρηματιστήριο. Στην Ιταλία πέθαιναν εκατοντάδες από τον ιό αλλά και η Ιταλία ήταν πολύ μακριά.

Ώσπου ήρθε η πρώτη κατρακύλα στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Κι ένιωσε να χάνει τη γη κάτω απ΄τα πόδια του γιατί εκείνος ειδικευόταν στις κρίσεις και είχε επενδύσει μέσα στην κρίση καθώς πίστευε στα λόγια του προέδρου των ΗΠΑ που ήταν επιχειρηματίας κι ο ίδιος. Πως δηλαδή τίποτε δεν θα άλλαζε και πως η Αμερική ήταν οχυρωμένη απέναντι στην πανδημία.Το πορτφόλιο πήγαινε κατά διαβόλου αλλά εκείνος συνέχιζε να επενδύει επιθετικά αγνοώντας τον κίνδυνο.

Ήταν Δευτέρα που τον κάλεσε ο πρόεδρος της εταιρείας και του αφαίρεσε το προτφόλιο στέλνοντάς τον στο σπίτι του για διακοπές. Του είπε ότι όλη η ομάδα διαφωνούσε μαζί του κι εκείνος συνέχιζε να επιδεικνύει μια επιθετική πολιτική στις επενδύσεις που αποδεικνυόταν μοιραία για την πελατεία τους. Την Παρασκευή ο Τράμπ είχε κλείσει όλες τις πτήσεις από την Ευρώπη κι όμως εκείνος συνέχιζε το επικίνδυνο παιχνίδι του.

Του ερχόταν να σπάσει ένα τζάμι και να πηδήξει από τον 56ο όροφο του ουρανοξύστη όπου εργαζόταν στην 5η λεωφόρο. Τι θα έλεγε στη γυναίκα του, στα παιδιά του, πώς θα ανταποκρινόταν στα τεράστια μηνιαία έξοδα που είχε δημιουργήσει; Ήταν ένας αποτυχημένος, ένα χαμένο κορμί που δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει πλέον την οικογένειά του και τον τρόπο της ζωής του.

Φτάνοντας στο σπίτι του ανακοίνωσε στη γυναίκα του με δάκρυα στα μάτια την κατάστασή τους. Κι εκείνη άρχισε να κλαίει, να ουρλιάζει και του λέει πως ήταν άμυαλος που δεν είχε κρατήσει καμιά πισινή και που έχασε τα πάντα λες και δεν είχε είδε τόσον καιρό τι γινόταν γύρω του.

Οι καυγάδες με τη γυναίκα του συνέχισαν σε καθημερινή βάση. Η πόλη ήταν ολόκλειστη,  βουβή, εκεί ψηλά δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα, μόνο ”αμπουλες”[1] που ούρλιαζαν με τις σειρήνες καθώς κοντά βρισκόταν το Πρσβυτεριανό Νοσοκομείο. Ο κυβερνήτης Κουόμο είχε κλειδώσει την πόλη που μέχρι πριν απο μια εβδομάδα έσφυζε από ζωή. Μια άπνοια και μια μυρωδιά εγκατάλειψης απλωνόταν παντού. Ένιωθε πως ζούσε ένα εφιάλτη.

Πλησίαζαν οι μέρες του Προστεστάντικου Πάσχα και η γυναίκα του με τα παιδιά του έφυγαν για τα Χάμπτονς με τους δικούς της. Εκείνος δεν είχε θέση ανάμεσά τους, τι να πρωτοδικαιολογήσει στους αστούς της Νέας Υόρκης που ήξεραν μόνο από επιτυχία,άψογα κοστούμια και καλοζωία;

Σκεφτόταν τη μάνα του και τον πατέρα του μονάχους στην Αστόρια με κλεισμένο το μαγαζί τους, αλλά δεν τολμούσε να τους τηλεφωνήσει. Και τι να τους πει άραγε; Πως όλα αυτά που είχε κατορθώσει ήταν ένας καπνός που έφυγε στον πρώτο αέρα; Τι να τους πει; Πως η ζωή του είχε ανατραπεί σε μια εβδομάδα μέσα;

Σιχαινόταν τον εαυτό του, τα ακριβά κοστούμια του, το άψογο διαμέρισμα, την μέχρι χθες καλοστημένη ζωή του που τελικά δεν άξιζε τίποτε. Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η μάνα τουπου του είπε πως είχε ετοιμάσει ένα καλάθι με πασχαλινά κουλούρια και τσουρέκια και κόκκινα αυγά για τα παιδιά. Όλα ήταν σφραγισμένα στη Νέα Υόρκη και δεν μπορούσε να τους τα στείλει. Θα μπορούσε να περάσει να τα πάρει εκείνος με το αυτοκίνητο;

Ξαφνικά πλημμύρισε η μνήμη του με τις μυρωδιές του Πάσχα καθώς μεγάλωνε στο ταπεινό σπιτικό της Αστόριας. Κάθε βράδυ τη Μεγάλη Εβδομάδα πήγαιναν στην εκκλησιά με τα καλά τους και τους γαλήνευαν οι ψαλμωδίες και το λιγωτικό άρωμα του λιβανιού. Η μάνα του τον έντυνε με το κοστουμάκι του και του φορούσε γραβάτα για την επισημότητα των ημερών. Πότε πότε κυλούσε ένα δάκρυ από τα καστανά μάτια της γιατί της έλειπε η πατρίδα και η οικογένειά της...

-Γιατί κλαις μαμά;

-Εσύ γιατί κλαις Μιχάλη;