ΤΟ BLOG
21/02/2019 12:24 EET | Updated 21/02/2019 12:24 EET

Τα λόγια και τα όνειρα: Υποψηφιότητα Αλέξανδρου Μαλλιά ως ευρωβουλευτή

Με αφορμή την υποψηφιότητά του ως ευρωβουλευτή με το κόμμα της ΝΔ στις ερχόμενες Ευρωεκλογές.

Αλέξανδρος Μαλλιάς Facebook

Το θυμάμαι σαν σήμερα. «Γιατί δεν γράφετε, κύριε Γενικέ;», είχα ρωτήσει όπως καθόμασταν με πολυκέφαλη ομήγυρη στη μικρή εξέδρα ενός εστιατορίου, ενώ μας τύφλωνε το στραφτάλισμα της αυγουστιάτικης θάλασσας και μας έπαιρνε το νου η θέα της Κέρκυρας, η οποία σαν πλούσια και όμορφη κυρά άπλωνε μπροστά στα μάτια μας όλα τα θέλγητρά της. «Θα γράψω όταν βγω στη σύνταξη», είχε απαντήσει κλεφτά για να γελάσει ευθύς αμέσως με εκείνο το πηγαίο γάργαρο γέλιο του που αντηχούσε σε όλα τα σκαλιά των Αγίων Σαράντα.

Λίγο μόνο καιρό μετά, πίνοντας καφέ ένα μαρτιάτικο πρωινό στο αυστριακό ξενοδοχείο στο κέντρο των Τιράνων, (το πρώτο που είχε ανοίξει μετά την μεταπολίτευση και βρίσκεται αντικριστά από το πρωθυπουργικό μέγαρο με το κόκκινο ευμέγεθες μανιτάρι και από το αλβανικό κοινοβούλιο), σε μία μικρότερη παρέα, ο Γενικός Πρόξενος Αργυροκάστρου μας εξομολογούταν με χαρά παιδίσκου με τι άλλο θα ασχολούταν με το πέρας της σταδιοδρομίας του: θα επιδιδόταν σε κηπουρικές ασχολίες, τις οποίες αγαπούσε γιατί του θύμιζαν τα χώματα της ιδιαίτερης πατρίδος του, τις Σέρρες, ενώ με τα γνωστά του γέλια μας έλεγε ότι θα έγραφε και ένα ολόκληρο δοκίμιο αφιερωμένο σε μία ακόμη γεύση που ανακάλυψε ο ίδιος πέραν των καθιερωμένων πέντε.

Πριν από λίγες ημέρες, μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα, κατέφθανε μήνυμα στο φάκελο εισερχομένων από ικανό και μπαρουτοκαπνισμένο αρχισυντάκτη αθηναϊκής εφημερίδας, από τις πλέον ιστορικές και ελάχιστες που κυκλοφορούν σήμερα. Ο συντάκτης απέρριπτε ένα κείμενο μου που είχε δημοσιευθεί σε άλλο μέσο, με το αιτιολογικό του «αχαλίνωτου ενθουσιασμού» προς συγκεκριμένο πρόσωπο, τον οποίο δεν μπορεί να κατανοήσει «σε όσους θέλουν να έχουν μια υπογραφή παρεμβατικής αρθρογραφίας και διεισδυτικού σχολιασμού».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά όλο εκείνο το πρωινό ενόψει της μεσημβρινής συναντήσεως με τον πρέσβη επί τιμή Αλέξανδρο Μαλλιά, με αφορμή την υποψηφιότητά του ως ευρωβουλευτή με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στις ερχόμενες Ευρωεκλογές, το μυαλό μου μούδιαζε συνεχώς από εκείνα τα λόγια του Γενικού σε συνδυασμό με εκείνα του αρχισυντάκτη. Ίσως γιατί ο κύριος Γενικός δεν θα βγει ποτέ στη σύνταξη. Έφυγε για τα γραπτά, τους κήπους και τα άνθη που ονειρευόταν, ένα χρόνο μετά από τις τελευταίες μας συναντήσεις στον κάμπο της Δεροπόλεως. Ενώ ο αρχισυντάκτης ακόμη και σήμερα, τελεί πεπεισμένος ότι έχουμε το περιθώριο να καταπιέζουμε ή να απωθούμε ό,τι σαλεύει εντός μας, αλλά δεν χωρεί στη στολή, στα κελύφη που μας μοίρασαν. Τα σέβη μας, μα «δεύτερη ζωή δεν έχει».

Ο Μαλλιάς κατά τη θητεία του ως πρέσβη σε ριψοκίνδυνα πόστα (Ουάσιγκτον, Σκόπια, Τίρανα, βαλκάνια και πάλι βαλκάνια), αλλά και σήμερα δεν διστάζει να αρθρώσει προσωπικό λόγο, ο οποίος ερείδεται στις γνώσεις και εμπειρία του. Η κρίση του είναι σπαθί. Μιλήσαμε για τη Χιμάρα, «το διαμάντι του στέμματος», (φράση που ανήκει σε άλλον «γητεμένο» από τη Χιμάρα, τον οποίο και εκείνον τελευταία κλωθογυρίζει η πολιτική, και για τον οποίο έχουμε γράψει και θα γράψουμε άλλες ιστορίες), και την επιτυχή πολιτική που είχαν εφαρμόσει, όταν υπηρετούσε το 1999-2000 ως πρέσβης στα Τίρανα, με τον Θόδωρο Πάγκαλο και τον Γιώργο Παπανδρέου. Αλλά και για την υποδειγματική συνεργασία του ως επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας στην Ουάσινγκτον με την Ντόρα Μπακογιάννη, «η οποία έχει μπέσα». «Έχετε γράψει το καλύτερο κείμενο που έχω διαβάσει για τη Χιμάρα. Υπάρχει πολύ συναίσθημα στα Τίρανα».«Που το αποδίδετε;», ίσα που βρήκα αναπνοή να ρωτήσω. «Γιατί βρίσκεσαι πολύ κοντά σε μέρη που ήταν Ελλάδα. Γιατί βρίσκεσαι σε μέρη, πως το είχατε γράψει; “Αυτό που ψάχνεις στην Ελλάδα, το βρίσκεις στη Χιμάρα”», απάντησε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

Πήρα το δυο πρώτα του βιβλία που μου προσέφερε ως δώρο αγκαλιά, και κρατώντας τα σφιχτά, κατηφόρισα όπως-όπως τα σκαλιά του Ιδρύματος Θεοχαράκη. Και βγήκα έξω στο υπέρλαμπρο αττικό φως για να μου κάψει τα μάτια.

Δεν είναι ενθουσιασμός, είναι πάθος. Δεν είναι για πρόσωπο, είναι για τόπο: Την πατρίδα, ό,τι εννοούμε και αισθανόμαστε πατρίδα. Για τα ευτυχή κουσούρια του ανθρώπου και τις περιβόητες λαχτάρες του διπλωμάτη στον οποίο «ο Πρόεδρος πρότεινε να υπηρετήσει την πατρίδα» και από το Στρασβούργο, θα ακολουθήσει άλλο κείμενο, πάντοτε ισάξια αιρετικό.