ΤΟ BLOG
17/12/2017 10:17 EET | Updated 17/12/2017 10:17 EET

Τα ραντεβού της Γερμανίας με την ελληνική Αριστερά…

Eurokinissi

 Οι ελληνογερμανικές σχέσεις, σε επίπεδο πολιτικών και πολιτισμικών επιρροών, χάνονται μέσα στα βάθη των αιώνων.

Ελληνισμός (ή Ρωμηοσύνη) και Γερμανισμόςυπήρχαν, ως γνωστόν, και αλληλεπιδρούσαν πολύ πριν την συγκρότηση της Μπούντεσρεπουμπλίκ και του Βασιλείου της Ελλάδας. Θα γίνουν πολύ συγκεκριμένες με την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους και του εισαγόμενου βασιλιά του. Μετατρέπονται σε οδυνηρές κατά τη διάρκεια του πρώτου και δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Ακολουθεί μετά τον τελευταίο πόλεμο μια περίοδος ειρηνικής συνεργασίας και έντονης οικονομικής αλληλεπίδρασης, με τη δημιουργία ελληνικής διασποράς στη σημερινή Γερμανία και πολύ μεγάλου αριθμού Γερμανών επισκεπτών, παροδικών και μονιμότερων, στην Ελλάδα.

Μέχρι που ξεσπά η οικονομική κρίση το 2010 και οι σχέσεις αυτές πέρασαν, και περνούν ακόμη, μια πολύ σοβαρή δοκιμασία εξ αιτίας του μοντέλου διαχείρισης της κρίσης που επέβαλε η Γερμανία στην Ευρωζώνη για την Ελλάδα, αλλά και εξ αιτίας μιας ιδιαίτερα αρνητικής, και πολύ συχνά ανοιχτά προσβλητικής και ταπεινωτικής, εικόνας για τον «Έλληνα» που δημιουργήθηκε και προβλήθηκε συστηματικά στα γερμανικά μέσα μαζικής επικοινωνίας επί μία πενταετία μετά το 2010.

Στην πορεία αυτή των ελληνογερμανικών σχέσεων υπάρχουν δύο πολύ ενδιαφέροντα επεισόδια ενίσχυσης της ελληνικής Αριστεράς μέσω της γερμανικής πολιτικής – εννοείται, εκ του αποτελέσματος και όχι προγραμματικά. Και στις δύο περιπτώσεις οι συμπεριφορές της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα δημιούργησαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αποδυνάμωση ή εξουδετέρωση των πολιτικών αντιπάλων της Αριστεράς και της ανάδειξής της σε σημαντικό παράγοντα στο εσωτερικό πολιτικό παιχνίδι.

Στην πρώτη περίπτωση, 1941-1944, η συμπεριφορά του γερμανικού κράτους – τότε με το πρόσημο του εθνικοσοσιαλισμού – οδήγησε σε πλήρη διάλυση των κρατικών δομών της χώρας, ταυτόχρονα με τη διάλυση των παραγωγικών και οικονομικών δομών και την εξουδετέρωση των μηχανισμών άμυνας του (αστικού) κράτους απέναντι σε εξωτερικές και εσωτερικές (αντικαθεστωτικές) απειλές.

Ήταν ακριβώς αυτές οι δομές πάνω στις οποίες σκόνταφτε υποχρεωτικά κάθε προσπάθεια της τότε (κομμουνιστικής) Αριστεράς να πραγματώσει στη χώρα τη σοσιαλιστική επανάσταση, με άλλα λόγια να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς κομμουνιστικής δικτατορίας. Από τη σκοπιά εκείνης της Αριστεράς η όποια υπηρεσία ξεκαθαρίσματος του τοπίου από την «αντίδραση» - από τους παράγοντες που θα αντιδράσουν σε πιθανή απόπειρα ανατροπής του καπιταλιστικού καθεστώτος – δεν μπορούσε παρά να είναι ευπρόσδεκτη. Η Βέρμαχτ θα «ξεχαρβαλώσει» τους μισητούς για την Αριστερά «αστικούς» θεσμούς και θα αχρηστεύσει τους μηχανισμούς αποτροπής των «επαναστατικών» πρωτοβουλιών. Την ίδια στιγμή θα συμβάλει στην παραγωγή οικονομικής αθλιότητας και ακραίας ανασφάλειας.

Και τα τρία θα αποτελέσουν για την Αριστερά πολιτικό κεφάλαιο, διευκολύνοντας το πεδίο και τις μεθόδους δράσης του κομμουνιστικού κόμματος. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς και τη γενικότερη ανασφάλεια και ακραία φτώχεια που παράγει η ίδια η (ελληνική) κατοχική διοίκηση, τότε δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί πιο ευνοϊκές συνθήκες για την πολιτική δράση της κομμουνιστικής Αριστεράς της εποχής.

Όντως, αυτά δεν άργησαν να αποφέρουν καρπούς. Οι οργανώσεις της Αριστεράς – πολιτικές, αστυνομικές και στρατιωτικές – αναπτύχθηκαν, επικράτησαν σταδιακά πάνω σε όλες τις υπόλοιπες αντίστοιχες αντίπαλες οργανώσεις, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της ελληνικής επικράτειας ήδη κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και αμέσως μετά, να ελέγχεται πλήρως από το κομμουνιστικό κόμμα και το ΕΑΜ. Μέχρι και εναλλακτική (απέναντι στην εξόριστη) κυβέρνηση είχε δημιουργήσει, εκμεταλλευόμενη ακριβώς την αποσάρθρωση των κρατικών δομών και την τρομοκράτηση του πληθυσμού εκ μέρους των στρατευμάτων κατοχής. Με την έννοια αυτή, η γερμανική πολιτική λειτούργησε εξ αντικειμένου ως «πρόδρομος» για την επιτυχία του πολιτικού προγράμματος της Αριστεράς στη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και για την παρ’ ολίγο ολοκληρωτική της πολιτική επικράτηση μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων και την εμφύλια σύγκρουση του Δεκέμβρη του 1944.

Πέρα από την αποσάρθρωση των κρατικών δομών, η Βέρμαχτ προσέφερε τα καλύτερα πολιτικά επιχειρήματα στη φαρέτρα της κομμουνιστικής Αριστεράς: με κεντρική εντολή από το Βερολίνο, κάθε πράξη αντίστασης εναντίον των κατοχικών δυνάμεων έπρεπε να ορίζεται ως κομμουνιστική ενέργεια και τα αντίποινα για την πράξη αυτή έπρεπε να προβάλλονται ως μέτρα εναντίον της κομμουνιστικής απειλής. Πολύ πριν διεκδικήσει το ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα το μονοπώλιο της αντίστασης και την καταγγελία όλων σχεδόν των υπόλοιπων ανταγωνιστικών ομάδων ως «προδοτών» ή «δωσιλόγων», του το είχε ήδη παραχωρήσει για τους δικούς της λόγους η Βέρμαχτ. Το πρώτο ραντεβού της Γερμανίας με την Αριστερά στην Κατοχή την οδήγησε στον Δεκέμβρη και στον διευρυμένο εμφύλιο. Ένα κλικ πριν την εξουσία.

Το δεύτερο ραντεβού του ίδιου κράτους - τώρα με διαφορετικό μεν, αλλά ξανά ηγετικό στον ευρωπαϊκό χώρο πρόσημο - με την (νέα) ελληνική Αριστερά με περίπου το ίδιο πολιτικό αποτέλεσμα, θα έρθει πολύ αργότερα: το 2010.

Μια ακραία τιμωρητική πολιτική οικονομικής λιτότητας που βαπτίστηκε ως «σωτηρία» της Ελλάδας, ενώ στην ουσία ήταν προστασία των τραπεζών κρατών της Ευρωζώνης από τις τεράστιες ζημίες που θα μπορούσε εκείνη την εποχή να προκαλέσει μια επίσημη πτώχευση της Ελλάδας, σε συνδυασμό με ένα παρατεταμένο προπαγανδιστικό μπαράζ των γερμανικών μέσων ενημέρωσης για τον εθνικό «χαρακτήρα» των Ελλήνων στο οποίο δεν υπήρξε απάντηση από την πλευρά των ελληνικών κατεστημένων κομμάτων εξουσίας, οι διαρκείς και προκλητικές ταπεινώσεις της εγχώριας κυβερνώσας μεταπολιτευτικής πολιτικής ελίτ με γερμανική πρωτοβουλία ή σκηνοθεσία, η ακραία οικονομική και κοινωνική αστάθεια που συνόδευε τη διαχείριση της κρίσης, οι υποσχέσεις της (νέας) Αριστεράς για τη μεταβολή των όρων δανεισμού μέσω της επίδειξης «ευφυίας», «πυγμής» και «σθένους», δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ανάδειξης μιας πολιτικά περιθωριακής δύναμης, χωρίς εμπειρία κυβερνητικής ευθύνης, σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα υπεράσπισης της «εθνικής αξιοπρέπειας», της «ελευθερίας» (από τους επαχθείς όρους των συμφωνιών δανεισμού) και της «εθνικής κυριαρχίας» (απέναντι στην υπαγόρευση νομοθετικών κειμένων από εξωτερικούς παράγοντες).

Το «εθνικοαπελευθερωτικό» λεξιλόγιο επανήλθε στο ρεπερτόριο της Αριστεράς, όπως και στην περίοδο της Κατοχής. Και μαζί με αυτό, το αντίστοιχο λεξιλόγιο για τους «κακούς»: δωσίλογοι, προδότες, (γερμανο)τσολιάδες, Τσολάκογλου και άλλα συναφή. Αυτό που δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει μόνος του ο ΣΥΡΙΖΑ, να φτάσει από το 3% στο 36% μέσα σε λίγα χρόνια, το έκανε η γερμανική πολιτική, οικονομική και μορφωτική ελίτ: ο Σόυμπλε, ο Βάιντμαν, ο Ζιν και δεκάδες άλλοι ομότεχνοι και ομοϊδεάτες. Οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 αλλά και το δημοψήφισμα κερδήθηκαν με «εθνικά», όχι με «σοσιαλιστικά» επιχειρήματα.

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο ραντεβού της Γερμανίας με την ελληνική Αριστερά είναι ότι στο πρώτο η Αριστερά έφτασε μέχρι το κατώφλι της πολιτικής εξουσίας, αλλά δεν μπόρεσε να πραγματώσει το σοσιαλιστικό της όραμα επειδή δεν την κατέκτησε, όχι επειδή άλλαξε όραμα. Στο δεύτερο ραντεβού η (νέα) Αριστερά έγινε κυβέρνηση χάρις στη γερμανική πολιτική της περιόδου 2010-2014, αλλά ξέχασε το όραμα. Συμβιβάστηκε, προσαρμόστηκε και τελικά συμμορφώθηκε. Ίσως μάλιστα υπερ-συμμορφώθηκε, σε μια νέα εκδοχή της Realpolitik.

Είναι κι αυτό ένα ιστορικό κέρδος της υπέρβασης των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς στην πράξη. Όσο για το άγαλμα που ο Σόυμπλε χαριεντιζόμενος προτείνει να στηθεί στην Ελλάδα προς τιμήν του, μάλλον δεν κατάλαβε σε ποιους πρέπει να απευθύνει την πρόταση. Αν πρέπει κάποιος να το στήσει τελικά αυτό το άγαλμα, τότε αυτός είναι η (νέα) ελληνική Αριστερά. Διότι χωρίς τις άοκνες προσπάθειές του θα έβλεπε την κυβερνητική εξουσία μόνο από μακριά. Η Ιστορία έχει κι αυτή τις ατέλειές της….