ΚΟΙΝΩΝΙΑ
16/02/2018 13:55 EET | Updated 16/02/2018 15:12 EET

Τι συμβαίνει στα εργαστήρια ανάλυσης DNA της ΔΕΕ. 4 αξιωματικοί και επιστήμονες της ΕΛΑΣ μας απαντούν για όλα όσα θέλουμε να μάθουμε

Τα περισσότερα Δελτία Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας καταλήγουν με δύο τρεις τυποποιημένες αράδες όπως «οι έρευνες συνεχίζονται», «διενεργείται προανάκριση», «οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στον Εισαγγελέα». Κάπου εκεί, υπάρχει συχνά στριμωγμένη και μια άλλη μικρή πρόταση. «Τα πειστήρια θα αποσταλούν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ προς εργαστηριακή διερεύνηση». Κάποιες φορές μάλιστα η φράση αυτή δεν υπάρχει καν. Κι όμως όλο και κάποιο πειστήριο καταλήγει στο κάπως «κρυμμένο» κτίριο επί της οδού Αντιγόνης 4.

Το τι συμβαίνει μετά την αποστολή στα «εργαστήρια»-όπως συνήθως τα αποκαλούν στην ΕΛΑΣ για λόγους συντομίας- δεν απασχολεί και τόσο τις προανακριτικές και δικαστικές αφού εκεί τον πρώτο λόγο έχει η επιστήμη. Αναμένουν όμως πάντα με ενδιαφέρον τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων που συχνά βοηθούν στη εξιχνίαση υποθέσεων.

Το ενδιαφέρον βέβαια για αυτά τα «εργαστήρια» έχει αυξηθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια όπως και μια μορφή εξάρτησης των αρχών από αυτά- όπως πολλοί παρατηρούν- αφού η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας παρέχει εργαλεία και μέσα για την ταυτοποίηση υπόπτων και την διαλεύκανση υποθέσεων. Στο ευρύ πεδίο των εγκληματολογικών επιστημών, σήμερα η δικανική γενετική που εστιάζει στην ανάλυση DNA είναι ο «βασιλιάς». Δεν υπάρχει μάλιστα πιο σίγουρος τρόπος για να «κερδίσει» ένα έγκλημα ευρείας δημοσιογραφικής κάλυψης από το να διαρρεύσει πως στο χώρο του εγκλήματος εντοπίστηκε γενετικό υλικό.

Vitsaras Giorgos/Sooc/HuffPost Greece
Εξέταση πειστηρίων και δειγματοληψία

Στην ελληνική πραγματικότητα όταν μιλάμε για DNA σε ποινικές υποθέσεις ουσιαστικά αναφερόμαστε, στη δουλειά που γίνεται στην Υποδιεύθυνση Βιολογικών Εξετάσεων και Αναλύσεων της ΔΕΕ. Στην πολυσυζητημένη δηλαδή «υπηρεσία του DNA», που στην πράξη έχει και την αποκλειστικότητα κατά το νόμο στην ανάλυση, επεξεργασία και αποθήκευση του DNA για ποινικές υποθέσεις. 

Αυτή την Υποδιεύθυνση επισκεφθήκαμε στο πλαίσιο της έρευνας της HuffPost Greece που εστιάζει στο πως αξιοποιείται στην πράξη στη χώρα μας το DNA σε ποινικές υποθέσεις, με αφορμή τόσο την προβληματική που αναπτύσσεται στο εξωτερικό αλλά και την ευρεία δημόσια συζήτηση που προκάλεσαν υποθέσεις όπως της «Ηριάννας» και του Τάσου Θεοφίλου. Το ερώτημα εδώ είναι πώς δουλεύουν και τι έχουν να πουν οι αστυνομικοί και παράλληλα επιστήμονες που υπηρετούν σε αυτή την Υπηρεσία, για την «επανάσταση» που όπως λέγεται έχει φέρει το DNA στη διαλεύκανση υποθέσεων αλλά και πως σχολιάζουν την κριτική που συχνά, γόνιμα ή μη, αρθρώνεται.  

[H συζήτηση για το DNA με αφορμή την υπόθεση της Ηριάννας και του Θεοφίλου ] δεν έχει πάρει μόνο έναν επιστημονικό δρόμο.. Όταν άνθρωποι που δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με το DNA εκφράζουν απόψεις, πολύ δυνατές, τότε έχει πάρει και μια άλλη [οδό]…Το DNA είναι μια πραγματογνωμοσύνη. Ένα εργαλείο στα χέρια των δικαστικών αρχών. Ούτε αθωώνει  ούτε καταδικάζει…Δεν ξέρω πως έχουν αποκτήσει όλη αυτή την πρωτογενή πληροφόρηση όσοι έχουν αποκτήσει άποψηΠ.Μηνιάτη

Περιττό ίσως να πούμε πως όσα έχουμε δει σε σειρές τύπου CSI πρέπει να τα ξεχάσουμε. Το κτίριο όπου στεγάζεται το σύνολο των υπηρεσιών της ΔΕΕ, μεταξύ των οποίων και η συγκεκριμένη Υποδιεύθυνση, αν και καθόλα σύγχρονο, φυσικά δεν θυμίζει τα ευφάνταστα σκηνικά που βλέπουμε στους τηλεοπτικούς δέκτες. 

DNA, το ”βαρύ πυροβολικό” 

Πρώτη στάση, στο γραφείο της υποστρατήγου, δρ. Πηνελόπης Μανιάτη, διευθύντρια της ΔΕΕ στην οποία, όπως υπερήφανα λέει όταν μας συστήνεται, εργάζεται 26 χρόνια και «το DNA είναι το τρίτο μου παιδί». 

Το πρώτο πράγμα που έχει επιλέξει να μας πει είναι κάτι που ίσως δεν συνηθίζουμε να ακούμε συχνά. «Θεωρώ πως το πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε κάνει είναι ότι διά μέσου ευρημάτων DNA μπορέσαμε να πούμε πως κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι κατά τις προανακριτικές διαδικασίες θεωρήθηκαν ύποπτοι για τη διάπραξη εγκλήματος, πιθανότατα δεν είναι και οι δράστες. Δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε τίποτε αλλά με τα ευρήματά μας δείχνουμε συχνά στις προανακριτικές αρχές πως μάλλον θα πρέπει να στρέψουν τις έρευνες τους και προς άλλες κατευθύνσεις». 

Vitsaras Giogros/Sooc/HuffPost Greece
Υποστράτηγος ΕΛΑΣ και διευθύντρια ΔΕΕ, Πηνελόπη Μηνιάτη

Βέβαια αυτό στο οποίο συνήθως ελπίζουν οι προανακριτικές αρχές, αφού θα κάνει τα πράγματα ίσως πιο εύκολα, είναι το DNA από τον τόπο του εγκλήματος να ανήκει στον βασικό τους ύποπτο…

Γι′ αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει κάτι, βιάζεται να εξηγήσει η  υποστράτηγος. «Αυτό που εμείς κάνουμε είναι να συντάσσουμε πραγματογνωμοσύνες βάσει των πληροφοριών που έχουμε εξάγει από την εξέταση των πειστηρίων και τις υποβάλλουμε στις αρμόδιες αρχές. Κανένα από τα ευρήματά μας δεν αθωώνει, ούτε καταδικάζει. Παρέχουμε επιστημονικά τεκμηριωμένα ευρήματα στους δικαστές και είναι πάντα στη δική τους αρμοδιότητα εάν θα τα λάβουν ή όχι υπόψιν τους».

Αυτό βέβαια που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι πως αυτές οι πραγματογνωμοσύνες θεωρούνται αυξημένης βαρύτητας αποδεικτικά μέσα και μένουν στη δικογραφία για πάντα, όπως επισημαίνει η υποστράτηγος και συμπληρώνει, «σύμφωνα με τον νόμο εάν δεν τα λάβουν υπ’ όψιν τους (σ.σ. οι δικαστές) θα πρέπει να αιτιολογήσουν επαρκώς αυτή τους την απόφαση, διαφορετικά τίθεται θέμα αναίρεσης, κακοδικίας κλπ»…

Το DNA εξάλλου, όπως συμπληρώνει, «έχει φέρει μια επανάσταση στις εγκληματολογικές επιστήμες και είναι σήμερα, ότι ήταν τα αποτυπώματα τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα» αλλά ακόμη καλύτερο αφού «δίνει παραπάνω πληροφορίες, έχει μια άλλη δυναμική, δίνει κληρονομικές σχέσεις, φύλο. Επίσης ο δράστης δεν μπορεί εύκολα να σκεφτεί που έχει αφήσει γενετικό υλικό αλλά οι επιστήμονες ξέρουν που να το εντοπίσουν».  

Θέλω να θεωρώ πως όλα αυτά σκρινάρονται από επαγγελματίες ανθρώπους…Περνάνε και από έναν δεύτερο έλεγχο ανακριτή, εισαγγελέα πριν πάει η υπόθεση σε δική. Το νομικό σύστημα έχει δικλίδες ασφαλείας. Εάν τώρα οι επαγγελματίες σε αυτή την αλυσίδα δεν έχουν λειτουργήσει σωστά, αυτό είναι άλλο θέμα. Είναι στην αρμοδιότητα των δικαστών να τα λάβουν ή όχι υπόψιν τους [τα στοιχεία]Π.Μηνιάτη, για την αξιοποίηση ευρημάτων της Υποδιεύθυνσης

To DNA, η Ηριάννα και η ΔΕΕ: Δεν αθωώνουμε δεν καταδικάζουμε

Γι’ αυτό και όπως λέει, σε πάρα πολλές υποθέσεις πλέον το βασικό αποδεικτικό στοιχείο είναι το DNA.

Στη συζήτηση βέβαια δεν θα μπορούσε να μην τεθεί το θέμα της ευρείας δημοσίας συζήτησης που άνοιξε για το DNA με αφορμή τις υποθέσεις της «Ηριάννας» και του Θεοφίλου και το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή έχει λοξοδρομήσει ή είναι παραγωγική. Η απάντηση της είναι κατηγορηματική: «Δεν έχει πάρει έναν μόνο επιστημονικό δρόμο. Όταν άνθρωποι που δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με το DNA εκφράζουν απόψεις, πολύ δυνατές, τότε έχει πάρει και μια άλλη (σ.σ οδό)…Υπάρχει το πειστήριο και μια επιστημονική συζήτηση. Εγώ διερωτώμαι για όλους αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν άποψη πώς ακριβώς την έχουν διαμορφώσει. Το DNA είναι μια πραγματογνωμοσύνη. Και αυτό είναι ένα εργαλείο στα χέρια των δικαστικών αρχών. Ούτε αθωώνει  ούτε καταδικάζει το DNA από μόνο του. Ας μείνουμε σε αυτό. Απλά όλα αυτά που έχουν ειπωθεί συγκεκριμένα για το DNA… Δεν ξέρω πως έχουν αποκτήσει όλη αυτή την πρωτογενή πληροφόρηση όσοι έχουν αποκτήσει άποψη». 

Μάλιστα όταν θέτουμε πιο γενικά το ερώτημα για τους προβληματισμούς που διατυπώνονται -διεθνής βιβλιογραφία, αρθρογραφία κλπ- σχετικά με το DNA σε ποινικές υποθέσεις σπεύδει να σχολιάσει: «Ε, το θέμα είναι ποιοι τα λένε αυτά...»

Vitsaras Giogros/Sooc/HuffPost Greece
Ανίχνευση αίματος στο πειστήριο- Υποδιεύθυνση Βιολογικών Εξετάσεων και Αναλύσεων της ΔΕΕ.

Πώς όμως κατά τη δική της κρίση, οι προανακριτικές αρχές και η Δικαιοσύνη αξιοποιούν τελικά τη βαρύτητα των ευρημάτων που τους παρουσιάζονται δεδομένου ότι οι αναλύσεις DNA συνιστούν ένα εξαιρετικά εξειδικευμένο επιστημονικό πεδίο; Η Υπηρεσία αποφαίνεται επί των ευρημάτων μέσω της εκάστοτε πραγματογνωμοσύνης που συντάσσεται και συμπληρώνει: «Οι προανακριτικοί υπάλληλοι θέλουν όσο περισσότερα στοιχεία γίνεται για να έχουν όλο το παζλ μπροστά τους για να φτάσουν σε ένα σωστό αποτέλεσμα. Αλλά πολλές φορές σε κάποιες υποθέσεις υπάρχει μόνο το DNA. Βέβαια σε μια υπόθεση DNA μπορεί να βρεις πχ ένα κολπικό αλλά το DNA που βρέθηκε δεν σημαίνει ότι δείχνει και το δράστη του βιασμού. Και αυτό τους το λέμε πάντα. Πρέπει να ταιριάζουν όλα και στο προανακριτικό στάδιο και στο Δικαστήριο». 

Και αν οι επαγγελματίες κάνουν λάθη ή δεν κατανοούν τα ευρήματα;

Ως προς το πώς αξιολογείται «θέλω να θεωρώ πως όλα αυτά σκρινάρονται από επαγγελματίες ανθρώπους», μας λέει και ερωτηθείς εάν έχει ανησυχήσει πως τα στοιχεία που δίνονται στις προανακριτικές αρχές μπορεί να μην έχουν αξιολογηθεί πάντα με τον δέοντα τρόπο απαντά θετικά. «Ναι. Και έχουμε πείσει συναδέλφους. Υπήρχε υπόθεση στην οποία θεωρήθηκε δράστης ένα συγκεκριμένο άτομο, εμείς λέγαμε ως υποδιεύθυνση ότι αυτός που θεωρούν δράστη, δεν πρέπει να έχει διαπράξει το έγκλημα. Ένα αποτύπωμα πχ στο σπίτι του πάνω σε ένα ψυγείο δεν είναι και το πλέον ισχυρό στοιχείο. Αντίθετα η κηλίδα αίματος στο χέρι της θανούσας - που όμως δεν ταυτοποιήθηκε πως ανήκει στον ύποπτο- είναι μεγαλύτερης αξίας. Αλλά στην τελική αυτό πρέπει να το δει η προανάκριση. Προανάκριση και ανάκριση δεν το έκρινε. Και προχώρησε μία υπόθεση…Όλα αυτά βέβαια δεν περνάνε σε μια πραγματογνωμοσύνη. Αναφέρεται μόνο ότι στην κηλίδα αυτή έχω ένα άγνωστο γενετικό αποτύπωμα».  

Οι πραγματογνωμοσύνες [σ.σ. επί της ανάλυσης DNA] θεωρούνται αυξημένης βαρύτητας αποδεικτικά μέσα σύμφωνα με τον νόμο εάν δεν τα λάβουν υπ’ όψιν τους [οι δικαστές] θα πρέπει να αιτιολογήσουν επαρκώς αυτή τους την απόφαση, διαφορετικά τίθεται θέμα αναίρεσης, κακοδικίας κλπΠ.Μηνιάτη

Πόσο όμως αυτή η έστω άτυπη αξιακή κρίση που μπορεί να γίνεται από την Υποδιεύθυνση λαμβάνεται υπόψιν; «Εάν ρωτήσει κάποιος μπορεί και να ”περάσει”. Τα πάντα βέβαια περνάνε και από έναν δεύτερο έλεγχο από τον ανακριτή και τον εισαγγελέα πριν πάει η υπόθεση σε δική άρα το νομικό σύστημα έχει δικλίδες ασφαλείας. Εάν τώρα οι επαγγελματίες σε αυτή την αλυσίδα δεν έχουν λειτουργήσει σωστά, αυτό είναι άλλο θέμα». Και καταλήγει: «Παρέχουμε επιστημονικά τεκμηριωμένα ευρήματα και είναι στην αρμοδιότητα των να τα λάβουν ή όχι υπόψιν τους».

Δεδομένου δε ότι η δικανική γενετική είναι ένα πολύ εξειδικευμένο και απαιτητικό επιστημονική πεδίο, επισημαίνει πως σε  κάθε περίπτωση οι αστυνομικοί έχουν λάβει μια σχετική εκπαίδευση ενώ γίνονται και εκπαιδεύσεις στη Σχολή Δικαστών. Ωστόσο υπάρχει «ένα πάρα πολύ μεγάλο κενό στη νομική μας κοινότητα. Στο να μάθουν δικαστές αλλά και συνήγοροι υπεράσπισης τις νέες τεχνολογίες, κάτι που θα έπρεπε να είναι προνόμιο όλων. Ουσιαστικά μιλάμε για ένα τεράστιο κενό στη νομική μας κουλτούρα. Στο να μπορούν να καταλάβουν και να εκμεταλλευτούν για τον πελάτης τους πχ οι συνήγοροι αλλά και οι δικαστές (σ.σ. τις δυνατότητες που παρέχει η επιστήμη και οι νέες τεχνολογίες)…και το κενό ξεκινά από τη γνώση που δεν παρέχεται νομικές σχολές σχολές».  

Vitsaras Giogros/Sooc/HuffPost Greece
Πηνελόπη Μηνιάτη, υποστράτηγος, διευθύντρια ΔΕΕ

Ανάλυση DNA step by step

Βέβαια o κλάδος της δικανικής γενετικής μετρά πλέον περισσότερα από 30 χρόνια και η ανάλυση βιολογικού στην ΕΛΑΣ ξεκίνησε το 1994 αν και πολλοί νομίζουν πως είναι κάτι πολύ πιο πρόσφατο, της δεκαετίας του 2000, ενώ το  2003 έγινε ξεχωριστό τμήμα και το 2012 έγινε η υποδιεύθυνση, χάρη στη δική της επιμονή και πεποίθηση πως «το DNA είναι το μέλλον».

Σήμερα η υποδιεύθυνση έχει τέσσερα τμήματα (Ανάλυσης βιολογικών υλικών, Εθνικού Αρχείου Δεδομένων Γενετικού Τύπου, Επιστημονικής Υποστήριξης και Διοικητικής Μέριμνας) και 65 άτομα προσωπικό, αν και ξεκίνησε με 5-6 άτομα.

Λίγο πριν κατευθυνθούμε προς τα εργαστήρια της Υποδιεύθυνσης η υποστράτηγος θα μας επισημάνει πως η υπηρεσία είναι πιστοποιημένη και διαπιστευμένη για όλες τις πράξεις που γίνονται στα τμήματα της. «Ό,τι κάνουμε συνοδεύεται και από ένα αντίστοιχο ISO» και διευκρινίζει πως τέλη του 2013 σύμφωνα με την ΕΕ έπρεπε τα εργαστήρια DNA να έχουν συγκεκριμένη διαπίστευση. «Εμείς νομίζω διαπιστευθήκαμε Μάρτιο 2013. Προσαρμοστήκαμε δηλ πριν τη λήξη και κατηγορούμαστε αν και το κάναμε νωρίτερα» συμπληρώνει απαντώντας έμμεσα στις κατηγορίες που δέχθηκε η Υποδιεύθυνση πως την περίοδο που χειριζόταν την υπόθεση της Ηριάννας, δεν διέθετε ακόμη διαπίστευση κατά το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ ISO 17025:2005.

Η υποστρατηγός μας ξεναγεί πρώτα στο Τμήμα Εξερευνήσεων- όπου δεσπόζει μια μεγεθυμένη σε διαστάσεις τοίχου φωτογραφία από έναν υποθετικό χώρο διάπραξης εγκλήματος αλλά και φωτογραφίες από ειδεχθή εγκλήματα που είναι κορνιζαρισμένα στο ίδιο δωμάτιο αλλά η φωτογράφησή τους απαγορεύεται.  

Στη συνέχεια μας συστήσει στους τρεις συναδέλφους της, στην Υποδιεύθυνση Βιολογικών Εξετάσεων και Αναλύσεων της ΔΕΕ που θα μας ξεναγήσουν και εργαστήρια εξηγώντας, κατά το μέτρο του δυνατού με τον πιο απλό τρόπο, όλα όσα ακολουθούν της διάπραξης ενός εγκλήματος προς την κατεύθυνση της αναζήτησης του υπόπτου με τη βοήθεια του γενετικού υλικού. 

Υπάρχει ένα τεράστιο κενό στη νομική μας κουλτούρα. Στο να μάθουν δικαστές και συνήγοροι υπεράσπισης τις νέες τεχνολογίες…Να μπορούν να καταλάβουν και να εκμεταλλευτούν για τον πελάτης οι συνήγοροι αλλά και οι δικαστές τις δυνατότητες [που παρέχει η επιστήμη]…και το κενό ξεκινά από τη γνώση που δεν παρέχεται νομικές σχολές σχολέςΠ.Μηνιάτη για την αξιοποίηση ευρημάτων της Υποδιεύθυνσης
Vitsaras Giogros/Sooc/HuffPost Greece
Απομόνωση DNA από τα δείγματα και ποσοστικοποιήση κατά την οποία μετράται η ποσότητα DNA

 

Και οι τρεις είναι επιστήμονες, βιολόγοι και βιοχημικοί, οι οποίοι υπηρετούν στην ΕΛΑΣ αρκετά χρόνια έχοντας φτάσει σήμερα στο βαθμό του αστυνομικού διευθυντή και υποδιευθυντή. Δύο γυναίκες και ένας άνδρας, με εξαιρετική «χημεία» μεταξύ τους, οι οποίοι φαίνεται να απολαμβάνουν τη δουλειά τους και να έχουν «χτίσει» μια λειτουργική ομάδα.

Η Κατερίνα Κονδύλη, βιοχημικός και αστυνομική διευθύντρια είναι και η διευθύντρια της Υποδιεύθυνσης Βιολογικών και Βιοχημικών Εξετάσεων Αναλύσεων της ΕΛΑΣ. Αναλαμβάνει να μας περιγράψει τη διαδικασία από το στάδιο της εξέτασης των πειστηρίων ως την πιθανή ταυτοποίηση του γενετικού υλικού που βρέθηκε στο χώρο που διαπράχθηκε το έγκλημα με αυτό ενός προσώπου που πιθανότατα θα μπορούσε να είναι και ο δράστης.

Πρώτο στάδιοη συλλογήτων πειστηρίων από τον τόπο του εγκλήματος- που γίνεται από το Τμήμα Εξερευνήσεων- και η παραλαβή τους από την Υποδιεύθυνση. Επόμενο βήμα η αποθήκευσή σε κατάλληλες συνθήκες για τη σωστή διατήρηση τους ενώ οι χώροι που φυλάσσονται είναι ελεγχόμενης πρόσβασης. 

«Αυτό που κάνουμε πρώτα είναι ο έλεγχος του δείγματος, να ελέγξουμε δηλαδή κάθε πειστήριο ξεχωριστά για να εντοπίσουμε το βιολογικό υλικό που μας ενδιαφέρει σε ένα πειστήριο και να δούμε εάν πρόκειται για αίμα, σάλιο ή σπέρμα, τα τρία για τα οποία κάνουμε τεστ εδώ».

Στη συνέχεια γίνεται η συλλογή του βιολογικού υλικού ενώ «φροντίζουμε, εάν γίνεται, να μην χρησιμοποιηθεί όλο το υλικό ώστε να υπάρχει η δυνατότητα επανεξέτασης εάν παραστεί ανάγκη». Ακολουθεί το στάδιο της εργαστηριακής επεξεργασίας. «Το  DNA που υπάρχει στο βιολογικό υλικό του πειστηρίου απομονώνεται και στη συνέχεια μετράμε πόσο DNA έχουμε στο δείγμα μας ώστε να γίνει ενίσχυσή αυτού, δηλαδή πολλαπλασιασμός του. Ακολουθεί η ηλεκτροφόρηση, που είναι και το τελευταίο στάδιο. Είναι αυτό που θα λέγαμε η διαδικασία οπτικοποίησης της ανάλυσης».

Τι διαβάζουν στο DNA μας;

Ποιες πληροφορίες όμως εξάγονται από όλη αυτή τη διαδικασία; «Εμείς εξετάζουμε μόνο συγκεκριμένες περιοχές. Αυτές είναι πολυμορφικές δηλαδή διαφέρουν μεταξύ των ανθρώπων, είναι πολύ σταθερές και με την πάροδο των ετών δεν αλλοιώνονται. Έχουν δηλαδή χαμηλό δείκτη μετάλλαξης ενώ δεν μας δίνουν πληροφορίες για προσωπικά δεδομένα (ιατρικά, κληρονομικά, φαινοτυπικά κ.α). Εξετάζουμε συγκεκριμένες περιοχές που έχουν καθοριστεί και με ευρωπαϊκή απόφαση και συγκεκριμένα πρόκειται για 16 έως 24 γενετικούς τόπους. Η μοναδική πληροφορία που θα πάρουμε και αφορά προσωπικά δεδομένα σχετίζεται με το φύλο. Και στο τέλος έχουμε μόνο ένα γράφημα. Τίποτε άλλο».  

Vitsaras Giogros/Sooc/HuffPost Greece
K.Ναζίτσος (υπεύθυνος του Τμήματος Εθνικού Αρχείου Δεδομένων Γενετικών Τύπων, Α. Μεθενίτη (προϊσταμένη του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών) και Κ.Κονδύλη (διευθύντρια της Υποδιεύθυνσης)
Η βάση DNA δέχεται αιτήματα από Europol, Interpol για δικαστική συνδρομή και απαντάμε σε αυτές. Είμαστε έτοιμοι και για την αυτοματοποιημένη ανταλλαγή δεδομένων DNA μεταξύ των αρχών κρατών μελών της ΕΕ. Εκκρεμεί οι ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών αποφάσεων στο εθνικό δίκαιοΚ. Ναζίτσος

Το γράφημα αυτό ουσιαστικά αποτελείται από αριθμούς, που αντιστοιχούν στους γενετικούς τόπους που μελετώνται και εξάγονται επιστημονικά συμπεράσματα βάσει των κατευθύνσεων που έχουν δοθεί από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα και τις οδηγίες που έχουν δοθεί στο προσωπικό της Υποδιεύθυνσης. 

Το γράφημα αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη αξία εάν δεν συγκριθεί με κάποιο άλλο γενετικό αποτύπωμα. «Εάν μας έχει σταλεί βιολογικό υλικό είτε από το θύμα είτε από κάποιον ύποπτο θα συγκρίνουμε το αποτέλεσμα της ανάλυσης από το πειστήριο με το γενετικό τύπο των προσώπων αυτών και θα δούμε εάν υπάρχει ταύτιση». 

Το DNA μας, η εθνική βάση και όλοι όσοι έχουν πρόσβαση

Φυσικά εάν ανήκει στο θύμα, τότε δεν είναι χρήσιμο για τον εντοπισμό  υπόπτου. Εάν όμως γίνει σύγκριση με το DNA ατόμου που έχει κριθεί ύποπτο και από το οποίο έχει ληφθεί γενετικό υλικό, είτε υπάρξει ταυτοποίηση είτε όχι πρόκειται για μια πολύτιμη πληροφορία που θα πρέπει να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο των ερευνών.

Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση ταυτοποίησης DNA όχι με το δείγμα υπόπτου αλλά με κάποιο από τα γενετικά αποτυπώματα που τηρούνται στην Εθνική Βάση Γενετικών Αποτυπωμάτων που τηρεί η Υποδιεύθυνση. 

«Εκεί διατηρούνται τα γενετικά προφίλ που έμειναν αταυτοποίητα αλλά και όλων των υπόπτων διάπραξης αδικημάτων από τους οποίους έγινε λήψη DNA. Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λήψη DNA προβλέπεται να γίνεται από υπόπτους για τη διάπραξη αδικημάτων που επισύρουν ποινή φυλάκισης από ένα έτος και πάνω», εξηγεί με τη σειρά του ο Κωνσταντίνος Ναζίτσος, βιολόγος, αστυνομικός διευθυντής και υπεύθυνος του Τμήματος Εθνικού Αρχείου Δεδομένων Γενετικών Τύπων, δηλαδή της βάσης DNA.

Σε αυτή βέβαια μπορεί να καταφύγουν προς αναζήτηση υπόπτων και υπηρεσίες εκτός Ελλάδος. «Η βάση δέχεται αιτήματα από Europol, Interpol για δικαστική συνδρομή και απαντάμε σε αυτές» ενώ «υπάρχουν και δύο διατάξεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (αποφάσεις Plum) που προβλέπουν την αυτοματοποιημένη ανταλλαγή δεδομένων DNA μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Δεν είμαστε ενεργοί ακόμη ως χώρα αλλά είμαστε έτοιμοι για την ανταλλαγή δεδομένων DNA και εκκρεμεί το νομοθετικό κομμάτι για να ενσωματωθούν οι αποφάσεις στο εθνικό δίκαιο». Πρακτικά δηλαδή η ελληνική βάση δεδομένων που ξεκίνησε το 2012 θα έχει πρόσβαση και στις αντίστοιχες βάσεις άλλων χωρών και αντιστρόφως, αυξάνοντας σε κάποιες περιπτώσεις, τις πιθανότητες ταυτοποίησης αφού πλέον θα μιλάμε για μια τεράστια πηγή δεδομένων από συνολικά 27 χώρες!

Vitsaras Giorgos/Sooc/HuffPost Greece
Τοποθέτηση δειγμάτων στον γενετικό αναλυτή για ηλεκτροφόρηση

Η ελληνική βάση DNA εποπτεύεται από Εφέτη Εισαγγελέα και βάσει της νομοθεσίας (200Α ΚΠΚ) μπορεί να εμπλουτίζεται και από τις εξετάσεις που γίνονται σε όλα εργαστήρια ανά την Ελλάδα που πραγματοποιούν αναλύσεις κατόπιν αιτήματος ανακριτικής ή προανακριτικής αρχής «αφού είναι υποχρεωμένα να υποβάλλουν τα αποτελέσματά τους, τα πορίσματά τους στη βάση προκειμένου να καταχωρούνται και να αναζητούνται». Η ΕΛΑΣ βέβαια δεν μοιράζεται τα δεδομένα της βάσης παρά μόνο με αντίστοιχες υπηρεσίες του εξωτερικού. 

Σε κάθε περίπτωση, όπως εξηγεί η συνάδελφός του, Αριστέα Μεθενίτη, βιολόγος, αστυνομική διευθυντής και προϊσταμένη του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών «Μετά από όλη αυτή τη διαδικασία θα συνταχθούν οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης επί των αποτελεσμάτων και βάσει της εκτίμησης του αναλυτή και θα αποσταλούν στις προανακριτικές αρχές». Στο Τμήμα του οποίου προΐσταται εξετάζονται πειστήρια από υποθέσεις που διαπράχθηκαν ανά την Ελλάδα. 

Κατόπιν αιτήματος τα πρωτογενή δεδομένα δίνονται, βάσει νόμου και στον τεχνικό σύμβουλο που μπορεί να έχει προσλάβει ένας κατηγορούμενος ώστε να μπορέσει να συντάξει τη δική του έκθεση βάσει των δικών του εκτιμήσεων. Η διαδικασία όμως που προηγήθηκε δεν μπορεί μπορεί να γίνει από τον τεχνικό σύμβουλο ο οποίος μπορεί μόνο να μεταβεί στη Υποδιεύθυνση και να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Αρκεί βέβαια να γνωρίζει πως αυτή διενεργείται και να έχει προσληφθεί εγκαίρως…

Όλα τα παραπάνω είναι η μια εξέλιξη που μπορεί να υπάρχει για ένα πειστήριο αλλά δεν είναι και η μοναδική. Για παράδειγμα υπάρχει πάντα και η πιθανότητα το προς εξέταση DNA να μην είναι αρκετό. «Σε πολλές εκθέσεις μας αναφέρουμε ότι δεν προέκυψε εργαστηριακά αξιοποιήσιμο αποτέλεσμα. Υπάρχουν κάποια όρια, κάποια στάνταρτς πάνω στα οποία δουλεύουμε. Μπορεί επίσης το πειστήριο να μην είναι σε καλή κατάσταση. Να είναι κατεστραμμένο. Τα πειστήρια είναι πολλές φορές εκτεθειμένα σε βλαπτικές συνθήκες. άρα μπορεί να μην είναι  και αξιοποιήσιμα. Θέτουμε συγκεκριμένα όρια εντός των οποίων εργαζόμαστε ώστε το αποτέλεσμα να είναι πάντα αξιόπιστο» λέει η Α.Μεθενίτη.

Εξετάζουμε μόνο συγκεκριμένες περιοχές. Αυτές είναι πολυμορφικές δηλαδή διαφέρουν μεταξύ των ανθρώπων, είναι πολύ σταθερές και με την πάροδο των ετών δεν αλλοιώνονται…πρόκειται για 16 έως 24 γενετικούς τόπους. Η μοναδική πληροφορία που θα πάρουμε και αφορά προσωπικά δεδομένα σχετίζεται με το φύλο. Και στο τέλος έχουμε μόνο ένα γράφημα. Τίποτε άλλοΚ.Κανδήλη
Vitsaras Giogros/Sooc/HuffPost Greece
Απομόνωση DNA από τα δείγματα και ποσοστικοποιήση κατά την οποία μετράται η ποσότητα DNA

Και οι τρεις επιμένουν ιδιαίτερα στο θέμα της τήρησης αυστηρών κανόνων προκειμένου να αποφεύγονται ατυχήματα που θέτουν σε κίνδυνο τα πειστήρια, όπως αυτό της επιμόλυνσης. «Έχουμε δώσει οδηγίες- και  σε σημαντικό βαθμό τηρούνται - στο προσωπικό που κάνει τη συλλογή πειστηρίων αλλά και σε όσους έχουν πρόσβαση στην σκηνή του εγκλήματος, να είναι προσεκτικοί. Η δική μας ευθύνη όμως ξεκινά από όταν έρθει το πειστήριο σε εμάς. Η πρόσβαση στο εργαστήριο είναι ελεγχόμενη και εμείς που μπαίνουμε στο εργαστήριο έχουμε δώσει DNA για να μπορεί να αποκλειστεί. Επίσης από την αρχή διαχωρίζουμε τα δείγματα που έχουν μεγάλη ποσότητα DNA και δεν τα δουλεύουμε με άλλα που έχουν μικρή. Τα δε συγκριτικά υλικά - δηλαδή το γενετικό υλικό από υπόπτους-δεν εξετάζονται παράλληλα με τα πειστήρια. Σε λίγο καιρό μάλιστα θα πηγαίνουν και σε διαφορετικά εργαστήρια. Επί του παρόντος ο διαχωρισμός είναι χρονικός και χωροταξικός», τονίζει η Κ.Κονδύλη.

Το πιο...ανθρωπιστικό έργο της Υποδιεύθυνσης

Όλα αυτά όμως είναι μόνο το ένα σκέλος της δουλειάς που γίνεται στην Υποδιεύθυνση και σίγουρα είναι αυτό που κερδίζει πιο συχνά το ενδιαφέρον των ΜΜΕ και της κοινής γνώμης. Υπάρχει όμως και ένα άλλο. Που γίνεται κάπως σιωπηλά και είναι σαφώς πολύ θλιβερό αλλά και αναγκαίο. Αφορά την αποκάλυψη της ταυτότητας θυμάτων όταν υπάρχει αδυναμία αναγνώρισής τους βάσει φυσιογνωμικών ή άλλων συγκεκριμένων χαρακτηριστικών και φυσικά είναι μια πολύτιμη προσφορά σε όλους εκείνους που έχουν ανάγκη να μάθουν ποια ήταν η τύχη των δικών τους και να πενθήσουν. 

«Το DNA αξιοποιείται και για την ταυτοποίηση αγνοουμένων ή σορών που δεν μπορούν να αναγνωριστούν. Πολύ χαρακτηριστικές υποθέσεις που έχουμε χειριστεί ήταν η ταυτοποίηση σορών θυμάτων που είχαμε στις μεγάλες πυρκαγιές στην Πελοπόννησο, στο αεροπορικό δυστύχημα του αεροσκάφους Helios στο Γραμματικό αλλά και τώρα με τους πρόσφυγες. Έτσι δίνουμε σε όσους αναζητούν δικά τους πρόσωπα μια απάντηση. Είναι πολύ σημαντικό, οι άνθρωποι το έχουν ανάγκη», αναφέρει η διευθύντρια της Υποδιεύθυνσης ενώ η συνάδελφός της, Α. Μεθενίτη επισημαίνει πως πρόκειται για μια πολύ σημαντική υποχρέωση που προβλέπεται και από τη Συνθήκη της Γενεύης: «ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να θρηνήσει τον δικό του». 

«Στο Εθνικό Αρχείο Δεδομένων Γενετικών Τύπων διατηρούνται τα γενετικά προφίλ που έμειναν αταυτοποίητα αλλά και όλων των υπόπτων διάπραξης αδικημάτων από τους οποίους έγινε λήψη DNA Σύμφωνα με τον ΚΠΔ λήψη DNA προβλέπεται να γίνεται από υπόπτους για τη διάπραξη αδικημάτων που επισύρουν ποινή φυλάκισης από ένα έτος και πάνωΚ.Ναζίτσος
Vitsaras Giogros/Sooc/HuffPost Greece
Ανάλυση αποτελεσμάτων

Από το 2015 και μετά βέβαια, δυστυχώς οι περισσότερες υποθέσεις αφορούν αναγνωρίσεις θυμάτων ναυαγίων με πρόσφυγες. «Σε ένα που είχε γίνει κοντά στην Καλόλιμνο τον Οκτώβριο του 2015, υπήρχαν κάποια αγνοούμενα άτομα. Δύο μήνες μετά βρέθηκε το ακέφαλο πτώμα ενός βρέφους περίπου τριών -τεσσάρων μηνών και ταυτοποιήθηκε από τη βάση μας πως ήταν το παιδί ενός εκ των επιβαινόντων στο σκάφος που βυθίστηκε. Μετά από 15 μήνες βρέθηκε και η σορός ενός κοριτσιού κοντά στη Σάμο που πάλι ήταν ένα από τα παιδιά που επέβαιναν στο πλοιάριο» λέει ο αστυνομικός διευθυντής, Κ. Ναζίτσος.

Όπως εξηγεί έχουν δοθεί σαφείς οδηγίες στις αρμόδιες προανακριτικές αρχές, εν προκειμένω το Λιμενικό, να καταγράφουν τα στοιχεία των επιζώντων ναυτικών δυστυχημάτων αναφέροντας πάντα τη συγγενική σχέση που έχουν με άτομα που αναζητούν. «Οι επιζώντες συγγενείς δίνουν και αυτοί DNA ενώ εμείς έχουμε αυτό των θυμάτων. Έτσι κατασκευάζουμε τα φυλογενετικά δέντρα. Όταν βρεθεί ένα πτώμα εξετάζεται το δείγμα, μπαίνει στη βάση και με το φυλογενετικό δέντρο μπορούμε να διαπιστώσουμε εάν ανήκει σε άτομο που έχουμε στη βάση μας και αναζητά κάποιο συγγενικό του πρόσωπο».