ΤΟ BLOG
22/11/2018 15:17 EET | Updated 22/11/2018 15:20 EET

Tigran Hamasyan: Το να παίζω σόλο στη σκηνή μου έμαθε πολλά για τον εαυτό μου

Αν και νεότατος (τον Ιούλιο συμπλήρωσε μόλις τα τριάντα χρόνια του) ο Αρμένιος jazz πιανίστας και συνθέτης Tigran Hmasyan έχει πίσω του ήδη από το ’06 που ντεμπούταρε δισκογραφικά μια λαμπρή διαδρομή. Αρχικά στην Αμερική (όπου μετοίκισε με την οικογένεια του όταν ήταν δέκα έξι ετών) και στη συνέχεια και στην Ευρώπη, κάτι που φυσικά συνεχίζεται και μετά την μόνιμη επιστροφή του στην Αρμενία πριν τρία χρόνια. Συνθέτης με έμπνευση και φαντασία που ενσωματώνει στη γραφή του πολλά στοιχεία της παραδοσιακής μουσικής της χώρας του, αληθινά δεξιοτέχνης εκτελεστής και προικισμένος μα και ευρηματικός αυτοσχεδiαστής δικαίως απολαμβάνει πλέον διεθνή καταξίωση. Ο πιο πρόσφατος δίσκος του, το περυσινό «An Ancient Observer», είναι σόλο πιάνο και η sold out συναυλία που πραγματοποίησε λίγο αργότερα στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός άφησε το κοινό περισσότερο και από ενθουσιασμένο. Δεν είναι παράξενο λοιπόν ότι επιστρέφει για μία ακόμα, την Δευτέρα 26 Νοεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής και με αυτή την αφορμή μου μίλησε για τις δύο «σχέσεις ζωής» του, με την jazz και την Αρμενία αλλά και για εκείνη με την....Αθήνα!

Εκτός από προσωπικούς που υποθέτω ότι θα υπήρχαν είχες και μουσικούς λόγους οι οποίοι σε έκαναν να επιστρέψεις μόνιμα στην Αρμενία μετά από μια τόσο επιτυχημένη διαδρομή στην Αμερική και την Ευρώπη;

Γεννήθηκα μεν σε μία μικρή πόλη της Αρμενίας, μετά από ένα διάστημα οι γονείς μου μετεγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα της χώρας, το Γερεβάν αλλά στη συνέχεια αποφάσισαν η οικογένεια μας να μετοικίσει στην Αμερική, στην Καλιφόρνια συγκεκριμένα. Εκεί ολοκλήρωσα τις μουσικές σπουδές μου και άρχισα να ασχολούμαι με την jazz ως επαγγελματίας πλέον μουσικός. Από την Αρμενία είχα μεν τις ευχάριστες αναμνήσεις τις παιδικής και εφηβικής ηλικίας μου αλλά κανένα λόγο για να επιστρέψω μόνιμα εκεί, ούτε που μου περνούσε από το μυαλό. Πήγα το ’15 για τις ανάγκες ενός project που μου πρότειναν με σκοπό να μείνω περίπου τρεις μήνες. Τα πάντα όμως συμβαίνουν για έναν λόγο ο οποίος μερικές φορές μας αποκαλύπτεται στη συνέχεια. Έπρεπε να βρεθώ και πάλι στην Αρμενία για να διαπιστώσω μια σειρά από πράγματα, ότι εντέλει ανήκα εκεί, ότι τα πάντα, η φύση, οι άνθρωποι, ο τρόπος και ο ρυθμός της ζωής μου ταίριαζαν περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο αλλά και για να γνωρίσω εκείνη που στη συνέχεια επρόκειτο να γίνει η σύζυγος μου. Όλα αυτά με οδήγησαν χωρίς καν να το αποφασίσω συνειδητά, προέκυψε αυθόρμητα μέσα από τα γεγονότα, στο να εγκατασταθώ και πάλι, οριστικά αυτή τη φορά, στο Γερεβάν. Επί της ουσίας δηλαδή αυτό που συνέβη είναι ότι ενώ όταν πήγαινα στην Αρμενία επρόκειτο να είναι ένα ταξίδι μεθ’ επιστροφής αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ! Γιατί στην πραγματικότητα όταν πήγαινα επέστρεφα στον αληθινό τόπο μου μόνο που δεν το ήξερα ή μάλλον δεν το είχα συνειδητοποιήσει ακόμα.

Ηταν μόνον μουσικοί ή και θρησκευτικοί οι λόγοι που σε έκαναν να επιχειρήσεις την θαυμάσια σύγχρονη μετεγγραφή σου θρησκευτικών ύμνων του Komitas και άλλων αναλόγων Αρμενίων συνθέτων στον δίσκο του ’15 «Luys i Luso»;

Είναι λίγο αστείο αλλά ως τότε δεν είχα σκεφτεί να ασχοληθώ με θρησκευτικούς ύμνους της χώρας μου, αντίθετα έλεγα ότι θα το έκανα ίσως στο πολύ απώτερο μέλλον όταν θα πίστευα αληθινά στον Θεό, ακόμα δεν ήμουν καν σίγουρος ότι υπήρχε. Αιτία του ταξιδιού μου στην Αρμενία ήταν ακριβώς γιατί μου προτάθηκε να ενορχηστρώσω σε σημερινή εκδοχή, για χορωδία και πιάνο, αυτούς τους ύμνους. Πήγα στην Αρμενία και άρχισα να εργάζομαι με την Κρατική Χορωδία Δωματίου του Γερεβάν πάνω στο project, προετοιμάζοντας δηλαδή την ηχογράφηση. Τότε όμως συνέβη κάτι παράξενο το οποίο επιβεβαιώνει για μιαν ακόμα φορά αυτό που προανέφερα, ότι τα πάντα συμβαίνουν για έναν λόγο. Έπρεπε δηλαδή να περάσω μέσα από την θρησκεία για να καταλάβω καλύτερα την μουσική του Komitas (μια πολύ μεγάλη φυσιογνωμία που συνετέλεσε κατά πολύ στην διαμόρφωση του σημερινού αρμενικού πολιτισμού, ένας ιερέας που ήταν επίσης συνθέτης, ενορχηστρωτής, ερμηνευτής αλλά και μουσικολόγος και ερευνητής της αρμενικής μουσικής παράδοσης και όταν πέθανε το 1935 σε ηλικία εξήντα οκτώ ετών εθεωρείτο ήδη ο θεμελιωτής της σημερινής αρμενικής μουσικής – σ. σ.) και όσο περισσότερο την κατανοούσα τόσο πιο πολύ προσέγγιζα τον Θεό. Τώρα μπορώ πλέον να πω πως το ότι έκανα αυτό το CD ήταν η αφορμή αλλά και η αιτία για να πιστέψω συνειδητά, να αποκτήσω ουσιαστική θρησκευτική συνείδηση. Μέσα από όλη αυτή την διαδικασία όμως ήρθα πια κοντά και στην παράδοση, την κουλτούρα και εντέλει τους ανθρώπους της χώρας μου. Συνειδητοποίησα το ποιες ήταν οι ρίζες μου και που ανήκα, ότι ήμουν Αρμένιος αλλά και τι σημαίνει επί της ουσίας αυτό. Υπό μιαν έννοια λοιπόν όλα συνδέονταν μεταξύ τους όπως συμβαίνει πάντα στην ζωή, κάποιες φορές πρέπει μόνο να ανακαλύψουμε το πως και το γιατί συνδέονται. 

Ομως η αρμενική μουσική παράδοση ενυπήρχε από την αρχή στην μουσική σου παράλληλα με την jazz, έτσι δεν είναι;

Και σε αυτή την περίπτωση η ζωή με οδήγησε σε έναν δρόμο που εγώ δεν θα σκεφτόμουν ποτέ να πάρω. Από τη στιγμή σχεδόν που άρχισα να σπουδάζω πιάνο ονειρευόμουν να παίξω jazz, αυτή μόνον άκουγα και έπαιζα στον βαθμό που μπορούσα ακόμα. Όταν όμως λέω jazz εννοώ μόνο bebop, δεν υπήρχε τότε τίποτα άλλο για εμένα! Ηταν λίγα χρόνια αργότερα που, χάρη στον θείο ενός φίλου μου, ανακάλυψα ότι jazz δεν ήταν μόνο το bebop. Μου έβαλε να ακούσω την τότε σύγχρονη jazz, τις επιμειξίες της με το rock και άλλα ιδιώματα. Αγάπησα μάλιστα τόσο πολύ το rock ώστε για ένα μικρό διάστημα μου περνούσε από το μυαλό να εγκαταλείψω την jazz αλλά και το πιάνο και να γίνω...κιθαρίστας σε thrash metal συγκρότημα! (γέλια) Δεν το έκανα φυσικά αλλά τότε επίσης ήταν που διαμέσου μουσικών όπως κυρίως ο (σπουδαίος Νορβηγός σαξοφωνίστας – σ. σ.) Jan Garbarekανακάλυψα τς επιμειξίες της jazz με την θρησκευτική μουσική και το πολύ ευρύ μουσικό πεδίο το οποίο άνοιγαν. Επίσης εντόπισα το παραδοσιακό στοιχείο και σε πολλές άλλες περιπτώσεις της jazz, για παράδειγμα ο John Coltrane μπορεί να ήταν ένας κορυφαίος εκπρόσωπος της free jazz αλλά υπάρχουν κομμάτια ή και ολόκληροι δίσκοι του που βασίζονται εξολοκλήρου στο blues, δεν είναι δηλαδή παρά η folk μουσική της χώρας του παιγμένη με έναν καθαρά jazz βέβαια τρόπο. Για όλους αυτούς τους λόγους ενδιαφέρθηκα και μελέτησα την θρησκευτική αλλά και την παραδοσιακή, ακόμα και την λόγια μουσική της χώρας μου και προφανώς αυτή ήδη εμφορούσε μαζί με την jazz την δική μου ήδη από το δισκογραφικό ντεμπούτο μου.

Οι κλασικές σου σπουδές αλήθεια συνετέλεσαν, έστω λιγότερο από την jazz, στην μουσική που γράφεις και παίζεις σήμερα ή θα ήταν έτσι ακόμα και δίχως αυτές;

Σαφώς η μουσική μου εκκινεί από την jazz και είναι jazz, αυτό δεν μπορώ φυσικά να το αρνηθώ. Ομως οι κλασικές σπουδές σου προσδίδουν μιαν εκτελεστική άνεση, δεν μου αρέσει η λέξη δεξιοτεχνία και, έμμεσα και στη συνέχεια, μια συνθετική πειθαρχία την οποία συνειδητοποιείς πολύ αργότερα οι οποίες είναι εξαιρετικά χρήσιμες. Αναμφίβολα λοιπόν δεν μπορώ παρά να πω ότι η κλασική παιδεία μου έχει συνετελέσει σε μεγάλο βαθμό στο πως γράφω και παίζω jazz.

Υπάρχουν δύο «σχολές» στην jazz, αυτή που θεωρεί τον αυτοσχεδιασμό δομικό στοιχείο της και εκείνη που πιστεύει ότι jazz επί της ουσίας είναι ο αυτοσχεδιασμός. Ποιαν από τις δύο ακολουθείς και ποιος και πόσο μεγάλος είναι γενικά ο ρόλος του αυτοσχεδιασμού στην μουσική σου;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Καταρχήν ανήκω σαφώς στην πρώτη, δηλώνω δηλαδή και είμαι αυτοσχεδιαστής αλλά γνωρίζω πάρα πολύ καλά ότι παντού και πάντα οποιοδήποτε μουσικό ιδίωμα ξεκινά από τη σύνθεση, συνθέτω και ο ίδιος πάρα πολύ. Μια ακόμα απόδειξη ότι ο αυτοσχεδιασμός δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη σύνθεση είναι ότι στην Ιστορία της jazz βρίσκουμε πάρα πολλούς μεγάλους αυτοσχεδιαστές που ήταν πολύ μέτριοι, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και σχεδόν ανύπαρκτοι ως συνθέτες. Από την άλλη όμως, στα περισσότερα ιδιώματα και στην jazz πιο πολύ από οποιοδήποτε άλλο, μια σύνθεση σχεδόν πάντα ξεκινά από έναν αυτοσχεδιασμό στο όργανο σου! Βλέπουμε δηλαδή ότι πρόκειται για έναν ατέρμονα κύκλο, δύο στοιχεία που συνεχώς τροφοδοτούν το ένα το άλλο. Στην jazz συμβαίνει αυτό σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταλήγουν σχεδόν ισότιμα και στις ιδανικές περιπτώσεις αδιαχώριστα.

Φαίνεται ότι προτιμάς να ηχογραφείς δίσκους και να παίζεις ζωντανά σόλο παρά με μπάντα, έτσι δεν είναι;

Δεν ισχύει αυτό, αν παρατηρήσεις την δισκογραφία μου θα δεις ότι πάντα κάνω κάτι διαφορετικό από την προηγούμενη και αντίστοιχα βέβαια την επόμενη. Ο συγκεκριμένος δίσκος - και οι περιοδείες που τον ακολούθησαν προφανώς – είναι σόλο γιατί ήταν πολύ προσωπικός για εμένα. Από εκεί και πέρα η ηχογράφηση και ακόμα περισσότερο οι συναυλίες που ακολούθησαν ήταν πολύ χρήσιμη εμπειρία, μου έμαθε πάρα πολλά. Πριν από όλα το ότι αυτοσχεδιάζω με βάση το υλικό του δίσκου δεν σημαίνει ότι τα πάντα συμβαίνουν πάνω στη σκηνή, απαιτείται πολύωρη και επίμονη προετοιμασία ώστε να ξέρω και να διαμορφώσω το μουσικό πλαίσιο έτσι ώστε να μπορώ να αρχίσω τον αυτοσχεδιασμό μου και να τον αναπτύξω. Επίσης πολλά πράγματα από εκτελεστικής πλευράς που έμαθα και περισσότερο εξέλιξα παίζοντας σόλο θα τα εφαρμόσω στο μέλλον παίζοντας με μπάντα. Από την άλλη το γεγονός και μόνον ότι είσαι τόσες φορές μόνος με τον εαυτό σου στη σκηνή σε κάνει να τον μαθαίνεις καλύτερα, να συνειδητοποιείς ποιος είσαι. Με το πέρασμα του χρόνου ανακαλύπτεις μέσα από το ίδιο το παίξιμο σου στοιχεία, μουσικά αλλά και της προσωπικότητας μα και της ψυχοσύνθεσης σου, που ως τότε δεν είχες προσέξει τόσο ή και δεν ήξερες ότι υπάρχουν. Οπως και αν έχει πάντως κοντεύουν πια δύο χρόνια, ό,τι είχε να μου διδάξει αυτή η εμπειρία το έκανε και νιώθω πια έτοιμος αλλά και την ανάγκη να προχωρήσω στο επόμενο project.

Ποια ήταν η κεντρική ιδέα αλλά και το concept του «An Ancient Observer»;

Η κεντρική ιδέα ήταν αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος. Ξυπνώντας δηλαδή κάθε πρωί και κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο μου άρχισα να συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο ότι ο κόσμος είναι μια σειρά από «στρώσεις» (layers). Καθένας και καθεμία μας πρέπει να συνειδητοποιήσει ποια είναι η δική του/της στρώση και το πως σχετίζεται με όλες τις επόμενες. Για εμένα ήταν το να παρατηρώ όλα αυτά που υπήρχαν εκεί πριν από εμένα – για αυτό και είμαι ένας «αρχαίος παρατηρητής» - και θα συνεχίσουν να υπάρχουν και μετά από εμένα. Το τοπίο της χώρας μου, οι άνθρωποι, οι μυρωδιές, ακόμα και τα φαγητά, τα δεκάδες μοναστήρια στο βουνό που δεν διακρίνονται γιατί είναι βαμμένα με τα χρώματα της φύσης, πλέον είναι σχεδόν τμήμα της, ένα από αυτά που είναι πολύ κοντά στο σπίτι μου, κάθε πρωί μπαίνω στο αυτοκίνητο μου και σε είκοσι λεπτά είμαι εκεί, μένω μισή ώρα μόνος μου εισπράττοντας την απίστευτη πνευματική αλλά και υλική ακόμα ενέργεια την οποία σου δίνει αυτός ο χώρος και στη συνέχεια επιστρέφω σπίτι για να καθίσω στο πιάνο μου αναβαπτισμένος σε αυτήν, όλα εκείνα στα οποία ανήκω αλλά και μου ανήκουν. Είναι αυτά που με έκαναν αυτόν που είμαι, με διαμόρφωσαν και συνεχίζουν να με διαμορφώνουν. Έναν πολίτη του κόσμου δηλαδή που όμως είναι τέτοιος ακριβώς γιατί είναι Αρμένιος και το ξέρει και για αυτό δεν θα μπορούσε παρά να ζει σε αυτή την μικρή γωνιά του κόσμου μαζί με άλλους ανθρώπους σαν και αυτόν, Αρμενίους με τους οποίους μοιράζεται τόσα κοινά και όλοι μιλούν, όπως και ο ίδιος, την αρμενική γλώσσα. Το concept λοιπόν δεν είναι παρά η ιστορία ενός Αρμενίου ο οποίος ζει σήμερα στην Αρμενία. Η ιστορία αυτή έχει βέβαια πολλές πλευρές και εκφάνσεις, για παράδειγμα ένα κομμάτι μέσω της ιστορίας ενός πουλιού αποτυπώνει την εμπειρία του να ήσουν ένας Αρμένιος που ζούσε στην χώρα του όταν κατέρρευσε η τότε ΕΣΣΔ. Έστω και αν ο ίδιος δεν την βίωσα αφού τότε ήμουν μόλις δύο ετών οπότε έπρεπε να την φανταστώ για να μπορέσω να την περιγράψω μουσικά...

Τέλος ποιες ήταν οι εντυπώσεις από την περυσινή συναυλία σου στην Αθήνα και τι περιμένεις από την προσεχή;

Αυτή τυπικά είναι η τρίτη φορά που θα παίξω στην Ελλάδα αλλά την θεωρώ την δεύτερη καθώς η πρώτη ήταν μια πολύ πρόχειρα οργανωμένη συναυλία σε μια παραλία της Θεσσαλονίκης αρκετά χρόνια πριν. Πέρυσι αποκόμισα τις καλύτερες των εντυπώσεων, ένας υπέροχος χώρος και ένα κοινό που ήταν απολύτως συντονισμένο, πάρα πολύ δεκτικό και θερμό. Ομως έχω έρθει πολλές περισσότερες φορές στη χώρα σας και ειδικά η Αθήνα μου αρέσει πάρα πολύ. Συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο με εμένα και την Αθήνα, από την πρώτη φορά που περπάτησα δέκα λεπτά στους δρόμους της ήταν σα να έχω ζήσει εκεί πολλά χρόνια! Από τους ελάχιστους τόπους που το έχω αισθανθεί αυτό, σχεδόν όσο και στην Αρμενία...

Ενας επιπλέον και πολύ καλός λόγος για να περιμένουμε με ακόμα μεγαλύτερη ανυπομονησία την συναυλία του την Δευτέρα καθώς όλα δείχνουν ότι θα είναι ακόμα καλύτερη από την περυσινή!