Το δίλημμα των εκλογών και η επόμενη μέρα

Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς θα γίνουν οι εκλογές. Μα ξέρουμε πάνω-κάτω τι θα συμβεί μετά από αυτές.
cbies via Getty Images

Στα τέλη της εβδομάδας, όταν η Βουλή ολοκληρώσει και την δεύτερη ψηφοφορία για την αναθεώρηση του Συντάγματος, θα έχει κλείσει και η τελευταία σημαντική εκκρεμότητα για την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο. Η προτελευταία, αν μετρήσουμε και την ρύθμιση για την προστασία της πρώτης κατοικίας, που θα αντικαταστήσει τον «νόμο Κατσέλη». Θεωρητικά, από αυτό το χρονικό σημείο κι ύστερα, ο πρωθυπουργός θα μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να αναγγείλει εκλογές.

Πότε θα το κάνει; Πότε θα στηθούν οι κάλπες; Μαζί με τις ευρωεκλογές; Λίγο νωρίτερα; Λίγο αργότερα, τον Ιούνιο; Ή θα γίνουν οι εκλογές στην ώρα τους, τον Σεπτέμβριο ή και μετά την ώρα τους, τον Οκτώβριο; Όλα τα σενάρια έχουν ακουστεί, έχουν δημοσιευτεί, έχουν συζητηθεί διεξοδικά, μέχρι ναυτίας. Καιρό τώρα, μοιάζει να μην υπάρχει άλλο ερώτημα στην δημόσια συζήτηση, πέρα από το «πότε θα γίνουν οι εκλογές;». Άχαρη συζήτηση. Μα αναπόφευκτη. Ίσως επειδή ο χρόνος των εκλογών είναι η μόνη αβεβαιότητα σ ένα αρκετά προβλέψιμο πολιτικό τοπίο.

Η επόμενη μέρα

Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς θα γίνουν οι εκλογές. Μα ξέρουμε πάνω-κάτω τι θα συμβεί μετά από αυτές. Η επόμενη κυβέρνηση, όποια κι αν είναι η σύνθεσή της, θα κινηθεί υποχρεωτικά στο σιδερένιο πλαίσιο μετά-μνημονιακής δημοσιονομικής πειθαρχίας, που έχει ήδη συμφωνηθεί και δεν αμφισβητείται από καμία «συστημική» πολιτική δύναμη (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ). Θα επιδιώξει κατόπιν, σταδιακά, σε συνεννόηση με τους εταίρους, να χαλαρώσει κάπως τον στενό κορσέ των πρωτογενών πλεονασμάτων. Όλα τα κόμματα πια συμφωνούν στον στόχο αυτό. Και, τέλος, θα προσπαθήσει να βρει χώρο για να μειώσει κάπως τα φορολογικά βάρη- στόχος στον οποίο η ΝΔ, φυσικά, δίνει μεγάλη έμφαση, αλλά συμφωνεί σ αυτόν και ο ΣΥΡΙΖΑ, που θεωρούσε τους φόρους «ταξικά» σωστή πολιτική.

Μπορεί, λοιπόν, το πολιτικό κλίμα να είναι τοξικά διχαστικό, μπορεί η προεκλογική ατμόσφαιρα να προβλέπεται δηλητηριώδης, αλλά η αλήθεια είναι ότι ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τόσο ευρεία (έστω και ανομολόγητη) συναίνεση γύρω από την βασική ατζέντα της επόμενης μέρας. Και γι’ αυτό, ποτέ άλλοτε ελληνικές εκλογές (πέραν της ισχυρής πιθανολόγησης των εκλογικών συσχετισμών) δεν είχαν τόσο μικρής κλίμακας αβεβαιότητα. Αν υπάρξουν εκπλήξεις, αυτές θα προέλθουν μάλλον απ’ έξω- αν μια νέα ύφεση χτυπήσει την ευρώ-οικονομία ή αν οι ευρωεκλογές αποδειχθούν μια μεγαλύτερη του αναμενομένου δοκιμασία για την πολιτική Ευρώπη.

Το εκλογικό δίλημμα

Στο βάθος του εθνικού ορίζοντα, βέβαια, τα σημαντικότερα θέματα παραμένουν ανοιχτά: Οι πολυσυζητημένες (αλλά εκκρεμείς πάντα) αλλαγές στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Η ριζική μεταρρύθμιση (επανίδρυση την είχε πει κάποιος κάποτε) ενός βαριά δυσλειτουργικού κράτους, που έχει στο ποινικό του μητρώο του όχι μόνον μια χρεοκοπία αλλά και δύο υπαιτίως πολύνεκρες συμφορές, μία στην Μάνδρα και μία στο Μάτι. Η ανασυγκρότηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Και, προπάντων, η ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης, η υπέρβαση του διχασμού, η ανάκτηση των πολιτών που βουλιάζουν στην δυσπιστία, την παραίτηση, την απάθεια.

Αλλά αυτά είναι, προς το παρόν, εκτός συζήτησης. Για την ώρα το μόνο δίλημμα των ημερών, είναι το εκλογικό δίλημμα του Αλέξη Τσίπρα. Όσοι του εισηγούνται εκλογές τον Μάιο, έχουν τρία επιχειρήματα: Πως αν οι εθνικές εκλογές συμπέσουν με τις αυτοδιοικητικές, η συμμετοχή θα είναι μεγαλύτερη (πάντα στις δημοτικές εκλογές περιορίζεται η αποχή) και αυτό αυξάνει την ελπίδα να συρθούν ως την κάλπη απογοητευμένοι, θυμωμένοι, μα όχι εντελώς αποξενωμένοι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, που αλλιώς θα επέλεγαν αποχή. Πως, όπως έχει πολλές φορές αποδειχθεί, οι πολλαπλές κάλπες εκτονώνουν ευκολότερα τα αισθήματα οργής και απόρριψης μιας απερχόμενης κυβέρνησης κι έτσι την ευνοούν. Και, κυρίως, πως αν στις ευρωεκλογές και στις αυτοδιοικητικές εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ γράψει ήττα, αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε πανωλεθρία μετά από λίγους μήνες στις βουλευτικές εκλογές, όπως συνέβη το 2009 και το 2014-15.

Υπάρχουν και αντίθετα επιχειρήματα. Τα επιχειρήματα των αισιόδοξων, που βλέπουν τον χρόνο ως ιατρό (και βοηθό για να ξεθυμάνει η οργή των θυμωμένων, να ευδοκιμήσουν οι «γέφυρες», να ωριμάσει το δίλημμα «Αλέξης ή Κυριάκος»). Και τα επιχειρήματα των κυνικών (αν είναι να χάσουμε, γιατί να χάσουμε νωρίτερα κι όχι αργότερα;).

Η συζήτηση απλώνεται πέρα από τον στενό, εσωτερικό κύκλο της εξουσίας και μας παρασύρει. Έστω κι αν ξέρουμε ότι αυτό που προσπαθούμε να μαντέψουμε είναι μια απόφαση που θα πάρει ένας άνθρωπος, μόνος του. Ό,τι κι αν του εισηγούνται σύμβουλοι, συνεργάτες και σύντροφοι, ότι κι αν προφητεύουν οι δημοσκοπήσεις, η προκήρυξη των εκλογών είναι μια απόφαση που παίρνει πάντα ένας μόνον άνθρωπος, ο εκάστοτε πρωθυπουργός. Και αυτός είναι βέβαιο ότι δεν έχει πάρει ακόμη την απόφασή του. Αλλά δεν θα αργήσει. Μέσα στο επόμενο δεκαπενθήμερο, πάνω-κάτω, ο κύβος θα έχει ριφθεί.

Δημοφιλή