ΚΟΙΝΩΝΙΑ
16/02/2018 13:46 EET | Updated 16/02/2018 15:55 EET

Το DNA σε ποινικές υποθέσεις. Η διεθνής αμφισβήτηση και η ανησυχητική ελληνική πραγματικότητα από τη στιγμή της λήψη μέχρι την ερμηνεία και την αξιολόγηση ενώπιον του δικαστηρίου

Εάν η ταυτοποίηση DNA υπόπτων για τη διάπραξη εγκληματικών πράξεων ήταν ένα εμπορικό προϊόν, τότε με όρους μάρκετινγκ και διαφήμισης, σήμερα θα λέγαμε πως «πουλάει από μόνο του». Tα ΜΜΕ και η βιομηχανία του Hollywood άλλωστε προωθούν συστηματικά αυτό το μήνυμα, εντυπωσιασμένα μπροστά στις εκπληκτικές δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογίας. Πώς θα απαντούσε λοιπόν κανείς στο ερώτημα «Διαθέτουμε ένα εργαλείο που έχει τη δυνατότητα να βρίσκει και να βάζει στη φυλακή τους κακούς. Βιαστές, παιδεραστές, δολοφόνους. Μπορεί επίσης να αποκλείσει υπόπτους. Να το χρησιμοποιήσουμε;». 

Επί της αρχής, φυσικά ουδείς διαφωνεί με τη χρησιμότητα της μεθόδου που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1980. Θα ήταν άλλωστε σαν να έλεγε πως είναι κατά της παγκόσμιας ειρήνης ή της εξάλειψης της φτώχειας. Μερικές δεκαετίες μετά όμως, φαίνεται πως έχει γίνει πλήρως κατανοητό  πως ένα «ναι» ή «όχι»  δεν αρκεί για να απαντηθεί το ερώτημα. Γι′ αυτό και σήμερα οι προβληματισμοί που αρθρώνονται για τη χρήση της μεθόδου-με αξιοσημείωτη ένταση τα τελευταία χρόνια  κυρίως στο εξωτερικό- είναι πολλοί και σημαντικοί και εστιάζουν σε κρίσιμες παραμέτρους που διαπερνούν όλα τα στάδια αξιοποίησης γενετικού υλικού στην εγκληματολογία. Από την ίδια την αξιοπιστία των εξετάσεων και τη δεσμευτικότητά τους, τον συχνά εσφαλμένο τρόπο ερμηνείας των ευρημάτων, την πίεση που υπάρχει για την απόκτηση δεδομένων μέσω της ανάλυσης όλο και μικρότερης ποσότητας ή κακής ποιότητας γενετικού υλικού κ.α. Αφορούν όμως επίσης και την κάποιες φορές αδικαιολόγητη βαρύτητα που αποδίδεται στο DNA ως αποδεικτικό υλικό για την υπόδειξη των ενόχων, την ανεπαρκή αξιολόγηση και συνεκτίμηση του συνόλου των στοιχείων μιας υπόθεσης, την φρενίτιδα των διωκτικών αρχών που οδηγεί σε ένα άνευ προηγουμένου «γενετικό φακέλωμα» με ελάχιστες εγγυήσεις από το νομοθέτη σχετικά για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των πολιτών. Και φυσικά μπορεί να υπάρξουν και τα ολέθρια λάθη όπως για παράδειγμα αποκάλυψε πρόσφατα  δημοσίευμα του ProPublica, αφού φαίνεται πως το «πρωτοποριακό» λογισμικό που χρησιμοποιούσαν για την ανάλυση DNA τα κορυφαία εγκληματολογικά εργαστήρια στη Νέα Υόρκη παρουσιάζει σοβαρή αστοχία και δεν αποκλείεται να «έστειλε» αθώους στη φυλακή (ή να αθώωσε ενόχους).

 

Στην Ελλάδα αυτά τα ζητήματα, αν και είχαν επισημανθεί από την επιστημονική και νομική κοινότητα, δεν απασχόλησαν ποτέ ευρέως την ελληνική κοινωνία παρά μόνο όταν τα ΜΜΕ έστρεψαν την προσοχή τους στις υποθέσεις του Τάσου Θεοφίλου και της Ηριάννας. Δύο περιπτώσεις με  διαφορετική έκβαση στις οποίες όμως συναντά κανείς βασικά στοιχεία του προβληματισμού που υπάρχει για την ανάλυση DNA στο πλαίσιο ποινικών υποθέσεων.

Η HuffPost Greece με πυξίδα αυτές τις φωνές ερευνά την ελληνική πραγματικότητα, εστιάζοντας όχι στα θετικά της μεθόδου που είναι ευρέως γνωστά, αλλά στην πιο αθέατη πλευρά. Στα εργαστήρια, τόσο τα ιδιωτικά όσο και αυτά της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ αλλά και έξω από αυτά εστιάζοντας σε όσα συμβαίνουν στο στάδιο της προανάκρισης και τελικά στις δικαστικές αίθουσες με τη βοήθεια, εξειδικευμένων αξιωματικών της ΕΛΑΣ, επιστημόνων, πραγματογνωμόνων/τεχνικών συμβούλων, καθηγητών νομικής και δικηγόρων.  

Το DNA είναι μεν ένα πολύ σημαντικό εργαλείο αλλά σε αρκετές περιπτώσεις έχουν γίνει λάθη ενώ επίσης σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά πως το γενετικό υλικό οποιουδήποτε είναι εύκολο να μεταφερθεί οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Κυριολεκτικά. Μπορεί να υπάρξει εκμετάλλευση αυτής της δυνατότητας προκειμένου να ενοχοποιηθούν άνθρωποι ενώ υπάρχει πάντα και ο παράγοντας τύχηΕλισάβετ Συμεωνίδου Καστανίδου, καθ. Νομικής Σχολής του ΑΠΘ στον τομέα των Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών,

Λήψη DNA αλλά από ποιόν και πώς; Νομικές ασάφειες και ελλιπείς εγγυήσεις

Οποιαδήποτε ένσταση, κριτική ή προβληματισμός αφορά την αξιοποίηση DNA στην διερεύνηση ποινικών υποθέσεων, ξεκινά από τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εξασφαλίζεται το γενετικό υλικό από τους υπόπτους προκειμένου να ταυτοποιηθεί με αυτό που εντοπίστηκε στο χώρο διάπραξης ενός εγκλήματος. Και τα ερωτήματα που τίθενται σε Ελλάδα και εξωτερικό φτάνουν στον πυρήνα των δικαιωμάτων του πολίτη. Για το θέμα, απευθυνθήκαμε στην κ.Ελισάβετ Συμεωνίδου Καστανίδου, καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ στον τομέα των Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών, η οποία μαζί με τον καθηγητή στον ίδιο Τομέα, Λάμπρο Μαργαρίτη, έχουν γράψει το βιβλίο «Ανάλυση DNA στην Ποινική Δίκη» και είναι υπεύθυνοι και για την έκδοση του «Ανάλυση DNA και δικαστηριακή πράξη».

Η ίδια θα σταθεί ιδιαίτερα στο συγκεκριμένο θέμα. «Η λήψη γενετικού υλικού είναι υποχρεωτική για υπόπτους διάπραξης αδικημάτων- κακουργήματα αλλά και πλημμελήματα- που επισύρουν ποινή φυλάκισης ενός έτους και άνω. Πριν την τελευταία τροποποίηση μάλιστα του άρθρου 200Α του Κώδικα  Ποινικής Δικονομίας, η λήψη γενετικού υλικού αφορούσε αδικήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μόλις τριών μηνών. Ο νομοθέτης όμως εδώ αναφέρεται σε “ύποπτο” και παρατηρούμε πως υπάρχει μια κρίσιμη ασάφεια στη διατύπωση. Γιατί δεν γίνεται λόγος για κατηγορούμενο, για άτομο στο οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή έχει απαγγελθεί κατηγορία. Μόνο για «ύποπτο», χωρίς να υπάρχει περαιτέρω διευκρίνιση. Αυτό σημαίνει πως υπάρχει η δυνατότητα λήψης γενετικού υλικού από κάποιον αρκεί να υπάρχει σοβαρή ”ένδειξη” διάπραξης του εγκλήματος. Και πάλι εδώ βέβαια υπάρχει ένα επιπλέον ζήτημα που αφορά το ποιος αξιολογεί τη σοβαρότητα αυτής της ”ένδειξης”. Γιατί στην πραγματικότητα ξέρουμε πως συνήθως αυτό γίνεται από την αστυνομία και όχι από τον Εισαγγελέα. Και είναι βέβαια η αστυνομία τελικά αυτή που λαμβάνει και το γενετικό υλικό». 

Και ερχόμαστε σε ένα δεύτερο ζήτημα, αυτό του τρόπου λήψης του γενετικού υλικού. Υπάρχει σαφώς η δυνατότητα λήψης από τον περιβάλλοντα χώρο του υπόπτου, πχ από ένα ποτήρι νερό, αν και τέτοιου είδους περιπτώσεις μπορούν να θεωρηθούν προβληματικές -αφού η πράξη τελείται εν αγνοία του ατόμου στον οποίο ανήκει. Στην περιπτώσεις δε  που κάποιος είναι «υποψιασμένος», είναι και πολύ προσεκτικός.

Όταν όμως ζητείται να γίνει λήψη από τον ύποπτο και εκείνος αρνηθεί, τότε εγείρονται νέα ερωτήματα για τα όσα ορίζει ο νομοθέτης. «Εάν υπάρξει άρνηση ο νόμος ορίζει πως ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας έχει τη δυνατότητα να διατάξει την λήψη και αναφέρεται ρητά πως μπορεί να γίνει δια της βίας. Υπάρχει βέβαια μια αναφορά πως η διαδικασία θα πρέπει να γίνει με σεβασμό στον πρόσωπο του υπόπτου. Αλλά πώς μπορούμε να μιλάμε για σεβασμό όταν παράλληλα δίνεται το δικαίωμα στη χρήση βίας σε βάρος του ατόμου;». Και τελικά τι σημαίνει αυτό για τα δικαιώματα του υπόπτου και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Επιπροσθέτως, όπως αναφέρει η κ.Συμεωνίδου-Καστανίδου σήμερα δεν υπάρχουν ουσιαστικές θεσμικές εγγυήσεις για την ακριβή τήρηση των όρων και των προϋποθέσεων λήψης και επεξεργασίας του γενετικού υλικού, τονίζοντας πως στην πράξη καταργήθηκε το δικαστικό συμβούλιο ως όργανο που εξετάζει αυτά τα ζητήματα και ελέγχει τις ενέργειες των διωκτικών αρχών.  

Στην πράξη, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, όλες οι αρμοδιότητες σε ό,τι αφορά το DNA φαίνεται να περνούν στα χέρια των αστυνομικών υπαλλήλων…

Εξίσου σοβαρό ζήτημα βέβαια κατά την ίδια είναι και η απόκτηση βιολογικού υλικού εν αγνοία του ατόμου και η αξιοποίηση DNA που εξήχθη από γενετικό υλικό το οποίο βρέθηκε σε κινητά αντικείμενα. Χαρακτηριστική, όπως αναφέρει, είναι η περίπτωση του Τάσου Θεοφίλου που το ενοχοποιητικό στοιχείο ήταν ένα σκούφος στον τόπο του εγκλήματος. «Εδώ τα ερωτήματα είναι πολλά. Πώς μπορούμε να αποκλείσουμε πως δεν έτυχε απλά να περάσει από τον τόπο του εγκλήματος κάποια άλλη χρονική στιγμή ή να μεταφέρθηκε ο σκούφος από άλλο άτομο, πολλώ δε μάλλον αφού δεν έχει επιβεβαιωθεί πως βρισκόταν στο σημείο διάπραξης του αδικήματος; Και βέβαια υπάρχουν και άλλες τέτοιες περιπτώσεις. Επίσης δεν μπορούμε πάντα να αποκλείσουμε πως κάποιος ίσως να θέλει να ενοχοποιήσει ένα πρόσωπο…». 

Και όπως διαπιστώσαμε κατά την έρευνα μας, υπάρχουν πολλές υποθέσεις που έχουν φτάσει στα ελληνικά δικαστήρια, με βασικό αποδεικτικό υλικό το DNA που οδήγησαν ακόμη και σε καταδικαστικές αποφάσεις, που εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για την ορθή συναξιολόγηση όλων των στοιχείων της υπόθεσης...

[H συζήτηση για το DNA με αφορμή την υπόθεση της Ηριάννας και του Θεοφίλου ] δεν έχει πάρει μόνο έναν επιστημονικό δρόμο.. Όταν άνθρωποι που δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με το DNA εκφράζουν απόψεις, πολύ δυνατές, τότε έχει πάρει και μια άλλη [οδό}…Το DNA είναι μια πραγματογνωμοσύνη. Ενα εργαλείο στα χέρια των δικαστικών αρχών. Ούτε αθωώνει  ούτε καταδικάζει…Δεν ξέρω πως έχουν αποκτήσει όλη αυτή την πρωτογενή πληροφόρηση όσοι έχουν αποκτήσει άποψηΠηνελόπη Μηνιάτη, Υποστράτηγος ΕΛΑΣ και διευθύντρια της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών
Science & Society Picture Library via Getty Images
Οπτικοποίηση του πρώτου γενετικού προφίλ από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Leicester, σερ Alec Jeffreys στις 19 Σεπτεμβρίου 1984

Βάση γενετικών αποτυπωμάτων ή για κάποιους ένα επικίνδυνο παγκόσμιο γενετικό φακέλωμα

Εάν βέβαια εστιάσουμε σε προβληματισμούς που σχετίζονται με πιθανές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως ο τρόπος λήψης γενετικού υλικού από υπόπτους, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στη διατήρηση βάσης δεδομένων DNA, για το οποίο πολλοί, σε Ελλάδα και εξωτερικό, υποστηρίζουν πως πρόκειται για ένα άνευ προηγούμενου «γενετικό φακέλωμα».

Η τήρηση αρχείων γενετικών αποτυπωμάτων ξεκίνησε κάποια χρόνια μετά την εισβολή της γενετικής στην εγκληματολογία καθώς κρίθηκε σκόπιμο οι διωκτικές αρχές να διατηρούν μια βάση γενετικών προφίλ αφού είχε παρατηρηθεί πως ένας σημαντικός αριθμός εγκλημάτων διαπράττεται από τους ίδιους δράστες. Μια τέτοια βάση που συνεχώς εμπλουτίζεται, αυξάνει τις πιθανότητες εντοπισμού δραστών εγκλημάτων κυρίως σε υποθέσεις που τα στοιχεία είναι λιγοστά. 

Σήμερα στην Ελλάδα αυτή η Εθνική Βάση Γενετικών Αποτυπωμάτων βρίσκεται στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ. Εκεί, όπως μας εξήγησε ο δρ.Κωνσταντίνος Ναζίτσος, βιολόγος, αστυνομικός διευθυντής και υπεύθυνος του Τμήματος καταχωρούνται όλα τα αταυτοποίητα γενετικά προφίλ αλλά και εκείνα υπόπτων για τη διάπραξη πλημμελημάτων και κακουργημάτων που επισύρουν ποινή άνω τους ενός έτους.

Βέβαια, σήμερα γνωρίζουμε  πως το DNA οποιουδήποτε μπορεί να βρεθεί και οπουδήποτε ακόμη και στο χώρο ενός εγκλήματος με το οποίο δεν έχουμε καμία σχέση. Κατά συνέπεια και το DNA μας μπορεί να υπάρχει, φυσικά εν αγνοία μας σε αυτή την περίπτωση, στη  βάση της ΕΛΑΣ ως αταυτοποίητο. Σε αυτή την περίπτωση βέβαια, δεν είναι και πολλά αυτά που μπορεί να κάνει κάποιος αφού δεν έχει καν γνώση του θέματος…

Τι γίνεται όπως με τις περιπτώσεις που έχει ληφθεί γενετικό υλικό από ύποπτο; Βάσει του νόμου  πρέπει να καταστρέφεται μετά την ανάλυση αλλά το γενετικό αποτύπωμα διατηρείται στη βάση. Εφόσον ο ύποπτος απαλλαγεί των κατηγοριών με αμετάκλητο βούλευμα ή αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ή η υπόθεση μπει στο αρχείο, το γενετικό του αποτύπωμα πρέπει επίσης να διαγραφεί.

Γνωρίζοντας βέβαια την ελληνική πραγματικότητα εύλογα υπάρχει μια…ανησυχία για εάν και κατά πόσο κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί τόσο εύκολα και ιδανικά όσο ο νομοθέτης θα ήθελε. Όπως μας εξήγησε η υποστράτηγος, Π. Μηνιάτη, η ανησυχία μας μάλλον δεν ήταν αβάσιμη. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει καμία διαγραφή γιατί, όπως εξηγεί η βάση επισήμως λειτουργεί από το 2012 και «δεν μας έχει ζητηθεί [διαγραφή από τη βάση] γιατί εκτιμώ πως δεν έχουμε ακόμη υποθέσεις που να έχουν τελεσιδικήσει». Είναι δυνατόν όμως να μην έχει υπάρξει έστω ούτε μια περίπτωση που αν και ελήφθη γενετικό υλικό από ύποπτο δεν του απαγγέλθηκε κατηγορία;

Σε κάθε περίπτωση ο ενδιαφερόμενος που έχει «καθαρίσει» το όνομα του είναι και αυτός που θα πρέπει να  υποβάλλει ένα αίτημα «ώστε παρουσία τεχνικού συμβούλου και εισαγγελικού λειτουργού να γίνει διαγραφή και καταστροφή». Όταν ρωτάμε δε την υποστρατηγό γιατί θα πρέπει να είναι ο πολίτης αυτός που θα κινήσει την όλη διαδικασία η απάντησή της είναι αφοπλιστική: «Έχετε δίκιο αλλά νομίζω πως δεν υπάρχει μηχανισμός που να μας γνωρίζει ποιες αποφάσεις έχουν τελεσιδικήσει», ή ποιες κατηγορίες έχουν καταπέσεις κλπ. 

Εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό πως μάλλον δεν θα υπάρχει και κανένας «μηχανισμός» για να ενημερώσει τη ΔΕΕ πως κάποιος έχει πχ πεθάνει…Έτσι το γενετικό αποτύπωμα κάποιου θανόντα μπορεί να υπάρχει στη βάση στο διηνεκές.

Το DNA βρίσκεται στο σκαμνί του κατηγορούμενου [...]Αυτό που συζητείται όλο και πιο έντονα σε διεθνές επίπεδο είναι πως το DNA θα πρέπει να χρησιμοποιείται περισσότερο για την αθώωση, την απαλλαγή του κατηγορουμένου και τον αποκλεισμό του υπόπτου και όχι για την ταυτοποίηση υπόπτωνΓιώργος Φιτσιάλος, γενετιστής, πραγματογνώμονας στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

Και φυσικά το γενετικό του αποτύπωμα όσο θα διατηρείται στη βάση της ΕΛΑΣ θα είναι και διαθέσιμο για όσες υπηρεσίες και εκτός Ελλάδας αναζητούν υπόπτους. Όπως μας εξηγεί ο υπεύθυνος, Κ.Ναζίτσος, η βάση «δέχεται αιτήματα από Europol, Interpol για δικαστική συνδρομή και απαντάμε σε αυτές» ενώ σύντομα, βάσει ευρωπαϊκών αποφάσεων, θα υπάρχει και η δυνατότητα «αυτοματοποιημένης ανταλλαγής δεδομένων DNA μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ». Πρακτικά δηλαδή η ελληνική βάση δεδομένων θα έχει πρόσβαση και στις αντίστοιχες βάσεις άλλων χωρών και αντιστρόφως, αυξάνοντας σε κάποιες περιπτώσεις, τις πιθανότητες ταυτοποίησης DNA αφού πλέον θα μιλάμε για έναν τεράστιο «γενετικό φακέλωμα» που θα περιλαμβάνει 27 χώρες! 

Αξίζει δε να σημειωθεί πως στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οπότε αξιοποιήθηκε το DNA για την ταυτοποίηση υπόπτων για πρώτη φορά για την εξιχνίαση δύο δολοφονιών, έγινε μαζική λήψη γενετικού υλικού από χιλιάδες άνδρες κατοίκους των περιοχών όπου διαπράχθηκε το έγκλημα. Ανάλογες τακτικές συνεχίζονται μέχρι σήμερα από τις διωκτικές αρχές, με πολύ πρόσφατη την περίπτωση μαζικής λήψης γενετικού υλικού, από χιλιάδες άτομα, σε πόλη της Γερμανίας το 2014. 

Όσο για το ποιος έχει την εποπτεία αυτής της βάσης στην Ελλάδα; Σύμφωνα και πάλι με τον ΚΠΚ και την υποστράτηγο η βάση εποπτεύεται από Εισαγγελέα Εφετών. Όπως σπεύδει όμως να τονίσει «μόνο η βάση, όχι οι ενέργειες και λειτουργίες της Υποδιεύθυνσης σε ό,τι αφορά πχ ελέγχους που γίνονται στη βάση». Το ερώτημα βέβαια είναι: τι μένει να εποπτεύσει ο Εισαγγελέας. 

Μοιάζει κάπως σαν «Η αστυνομία να βρίσκει το DNA, να το εξετάζει, να το αναλύει, να το αποθηκεύει, να το διαχειρίζεται, να το ανασύρει όποτε θέλει. Μάλλον υπάρχει κάποιο θέμα με τον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα…», όπως παρατήρησε στην συνέντευξη που μας παραχώρησε ο γενετιστής, Γιώργος Φιτσιάλος, πραγματογνώμονας στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο σε θέματα ταυτοποίησης βιολογικού υλικού αλλά και τεχνικός σύμβουλος στην υπόθεση της Ηριάννας, ο οποίος είναι και ιδρυτής των εργαστηρίων DNAlogy.  

Mirrorpix via Getty Images
Για την ιστορικά πρώτη εξιχνίαση δολοφονιών με τη μέθοδο ανάλυσης και ταυτοποίησης DNA στα τέλη της δεκαετίας του 1980, χιλιάδες άνδρες που ζούσαν σε περιοχές της Αγγλίας κοντά στις οποίες είχαν διαπραχθεί δύο δολοφονίας νεαρών κοριτσιών, κλήθηκαν να δώσουν γενετικό υλικό για να συγκριθεί αυτό με τα ευρήματα στον τόπο του εγκλήματος. Από τότε ανάλογες μέθοδοι-μαζικής λήψης DNA- έχουν καταγραφεί και σε άλλες χώρες όπως πχ η Γερμανία

Οι ιδιαιτερότητες της μεθόδου, τα πιθανά λάθη και η δεσμευτικότητα των αποτελεσμάτων

Σε κάθε περίπτωση η ουσία είναι, όπως θα μας πει η κ.Συμεωνίδου-Καστανίδου «Πως ναι το DNA είναι μεν ένα πολύ σημαντικό εργαλείο αλλά σε αρκετές περιπτώσεις έχουν γίνει λάθη ενώ επίσης σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά πως το γενετικό υλικό οποιουδήποτε είναι εύκολο να μεταφερθεί οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Κυριολεκτικά. Μπορεί να υπάρξει εκμετάλλευση αυτής της δυνατότητας προκειμένου να ενοχοποιηθούν άνθρωποι ενώ υπάρχει πάντα και ο παράγοντας τύχη». Σε κάθε περίπτωση, όπως υπογραμμίζει, η καθηγήτρια, η συνεκτίμηση όλων των στοιχείων είναι το κλειδί, ειδικά όταν όλες οι υποθέσεις δεν είναι τόσο ξεκάθαρες όπως πχ ενός κατηγορούμενος που αν και ταυτοποιήθηκε το DNA του με αυτό που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος, εκείνος έχει δέκα μάρτυρες ότι την ώρα του φόνου έκανε μάθημα…

Ανάλογες απόψεις καταθέτει στο πλαίσιο της έρευνας μας και οδικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγο, Θεόδωρο Π. Μαντάς ο οποίος είναι και συνήγορος της Ηριάννας. Αν και όπως δηλώνει δεν αμφισβητεί τη χρησιμότητα του DNA στη διαλεύκανση υποθέσεων, τονίζει πως τα προβλήματα που υπάρχουν δεν πρέπει να παραβλέπονται. 

Θέλω να θεωρώ πως όλα αυτά σκρινάρονται από επαγγελματίες ανθρώπους […] Τα πάντα περνάνε και από έναν δεύτερο έλεγχο από τον ανακριτή και τον εισαγγελέα πριν πάει η υπόθεση σε δική άρα το νομικό σύστημα έχει δικλίδες ασφαλείας. Εάν τώρα οι επαγγελματίες σε αυτή την αλυσίδα δεν έχουν λειτουργήσει σωστά, αυτό είναι άλλο θέμαΠ.Μηνιάτη

«Η δευτερογενής και τριτογενής μεταφορά γενετικού υλικού, η κακή συλλογή του δείγματος, η επιμόλυνσή του κατά τη διάρκεια της πλημμελούς συντήρησής του αλλά και η ανάλυση δειγμάτων χαμηλής ποσότητας και ποιότητας και η μεταγενέστερη αξιοποίηση τέτοιων επισφαλών αναλύσεων αποτελούν τα συνήθη προβλήματα της μεθόδου αυτής». Όλα αυτά, μάλιστα όπως αναφέρει «καθιστούν επιτακτική τη συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης με λοιπά αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να δημιουργηθεί ορθή δικανική πεποίθηση και να αποφευχθούν επισφαλή συμπεράσματα και έωλες δικαστικές αποφάσεις».

Ειδικότερα για τις προκλήσεις που υπάρχουν στο επιστημονικό πεδίο αναφορικά με τη μέθοδο, τις δυνατότητές της και τις αστοχίες που μπορεί να παρατηρούνται σε ό,τι αφορά τη σωστή ερμηνεία των ευρημάτων, μίλησε αναλυτικά στη HuffPost Greece ο γενετιστής, Γιώργος Φιτσιάλος Γνωρίζοντας μάλιστα την διεθνή και ελληνική πραγματικότητα και συνοψίζοντας τις απόψεις του για τα προβλήματα που παρατηρούνται στην αξιοποίηση ευρημάτων της δικανικής γενετικής σε ποινικές υποθέσεις, εκτιμά πως σήμερα  «Το DNA βρίσκεται στο σκαμνί του κατηγορούμενου [...]Αυτό που συζητείται όλο και πιο έντονα σε διεθνές επίπεδο είναι πως το DNA θα πρέπει να χρησιμοποιείται περισσότερο για την αθώωση, την απαλλαγή του κατηγορουμένου και τον αποκλεισμό του υπόπτου και όχι για την ταυτοποίηση υπόπτων. Γνωρίζοντας μάλιστα πλέον πόσο εύκολο είναι να βρεθεί το DNA οποιουδήποτε και οπουδήποτε επιμένουμε πως απαιτείται να υπάρχει πρόσθετο πολύ ισχυρό αποδεικτικό υλικό, για να αποδώσουμε και στο DNA τη βαρύτητα που του πρέπει. Το DNA δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι το βασικό αποδεικτικό στοιχείο πάνω στο οποίο χτίζονται και λύνονται υποθέσεις». 

TMantas

Χρήση ή κατάχρηση του DNA

Επιστρέφοντας στην ελληνική πραγματικότητα η κ.Συμεωνίδου-Καστανίδου θα επισημάνει πως «Είναι γεγονός ότι στη χώρα μας αποδίδεται πολύ μεγάλη βαρύτητα στο DNA κυρίως από την πλευρά της αστυνομίας αλλά όχι μόνο...Και θα επιστρέψω εδώ» όπως λέει «στην υπόθεση του Τάσου Θεοφίλου που οδηγήθηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης και όπως αποδείχθηκε δεν μπορείς να ενοχοποιήσεις έναν άνθρωπο βάσει του DNA. Το γενετικό υλικό στο  σκουφί δεν ήταν επαρκές αποδεικτικό υλικό και καταλήξαμε σε μια αθωωτική απόφαση. Εκτιμώ πως θα χρειαστεί χρόνος για να κατανοήσουν και η αστυνομία και οι δικαστές την σχετικότητα κάποιων στοιχείων που παρουσιάζονται. Πρέπει να καταστεί σαφές σε όλους πως το DNA μας δείχνει μια πιθανότητα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι λύνει τα πάντα αλλά ούτε να καταλήξουμε πως δεν αξίζει και τίποτα».

«Η περίπτωση βέβαια της Ηριάννας», όπως θα μας πει ο κ.Μαντάς, αποδεικνύει ότι όταν το χρήσιμο εργαλείο του DNA, αξιοποιείται αποδεικτικά με ελλιπή τρόπο, επισφαλή στοιχεία και αμφίβολες επιστημονικές μεθόδους, η Δικαιοσύνη οδηγείται σε ηθικά ανομιμοποίητες και νομικά αβάσιμες αποφάσεις οδηγώντας σε μια απόφαση που τραυμάτισε το κράτος Δικαίου».

Το πρόσθετο λοιπόν ζήτημα, πέραν των λαθών, αστοχιών, παραλείψεων ή εσφαλμένων εκτιμήσεων επί των αναλύσεων DNA αφορά στην βαρύτητα που αποδίδεται στο DNA και συγκριτικά με άλλα στοιχεία σε μια υπόθεση.

Στην Ελλάδα αρκεί να υπάρχουν ενδείξεις για την διάπραξη ενός αδικήματος που επισύρει ακόμη και ποινή φυλάκισης ενός έτους για να γίνει λήψη DNA από πιθανό ύποπτο στον οποίο δεν έχουν ασκηθεί καν διώξεις. Ο νόμος προωθεί και την λήψη με τη χρήση βίας. Προβληματισμός όμως υπάρχει για τις περιπτώσεις λήψης DNA εν αγνοία του υπόπτου ή από κινητά αντικείμενα που μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθούν για την ενοχοποίηση ατόμων

Όπως και η κ.Συμεωνίδου-Καστανίδου έτσι και ο κ.Μαντάς τονίζει πως το DNA ως ένα εκ των αποδεικτικών μέσων μιας ποινικής δίκης «δεν δύναται να αντικαταστήσει την δικανική κρίση που σχηματίζεται μετά από τη συνδυαστική αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων μιας υπόθεσης και να οδηγήσει ένα δικαστήριο, ως μοναδικό στοιχείο, σε κρίση καταδικαστική». Τονίζει μάλιστα πως «οι εργαστηριακές πραγματογνωμοσύνες δεν λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο αλλά εκτιμώνται ελεύθερα σε συνδυασμό με λοιπά στοιχεία και γεγονότα προκειμένου να εξαχθεί ένα ασφαλές συμπέρασμα.

Η διευθύντρια βέβαια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ (όπου υπάγεται και το Τμήμα Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών, δηλ. το «τμήμα DNA), υποστράτηγος, Πηνελόπη Μηνιάτη επισημαίνει, στο πλαίσιο συνέντευξης που μας παραχώρησε, ότι οι πραγματογνωμοσύνες της υπηρεσίας θεωρούνται, αυξημένης βαρύτητας αποδεικτικά μέσα τα οποία και μένουν στη δικογραφία για πάντα. Μάλιστα, όπως συμπληρώνει, «σύμφωνα με τον νόμο εάν δεν τις λάβουν υπ’ όψιν τους (σ.σ. οι δικαστές) θα πρέπει να αιτιολογήσουν επαρκώς αυτή τους την απόφαση, διαφορετικά τίθεται θέμα αναίρεσης, κακοδικίας κλπ».

Βέβαια την ρωτήσαμε για το πώς βλέπει τη δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει σε ό,τι αφορά το DNA με αφορμή τις δύο υποθέσεις, Ηριάννας και Θεοφίλου, η απάντησή της έδειξε πως μάλλον δεν βρίσκει αυτό τον ανοιχτό διάλογο γόνιμο: «[Αυτή η δημόσια συζήτηση] Δεν έχει πάρει μόνο έναν επιστημονικό δρόμο. Όταν άνθρωποι που δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με το DNA εκφράζουν απόψεις, πολύ δυνατές, τότε έχει πάρει και μια άλλη κατεύθυνση…Υπάρχει το πειστήριο και μια επιστημονική συζήτηση. Εγώ διερωτώμαι για όλους αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν άποψη πώς ακριβώς την έχουν διαμορφώσει, πως απέκτησαν όλη αυτή την πρωτογενή πληροφόρηση. Το DNA είναι μια πραγματογνωμοσύνη. Και αυτό είναι ένα εργαλείο στα χέρια των δικαστικών αρχών. Ούτε αθωώνει  ούτε καταδικάζει το DNA από μόνο του». 

Ελλιπής κατάρτιση στην ορθή αξιολόγηση των ευρημάτων;

Της θέσαμε όμως και το ερώτημα πώς η αστυνομία και δικαιοσύνη αξιολογούν τη βαρύτητα των ευρημάτων που τους παρουσιάζονται, δεδομένου ότι οι αναλύσεις DNA συνιστούν ένα εξαιρετικά εξειδικευμένο επιστημονικό πεδίο. Η Υπηρεσία, όπως λέει, αποφαίνεται επί των ευρημάτων μέσω της εκάστοτε πραγματογνωμοσύνης που συντάσσεται και «εμείς φυσικά δεν μπορούμε να αποκλείσουμε [την ενοχή ενός υπόπτου]) αλλά με τα ευρήματά μας δείχνουμε συχνά στις προανακριτικές αρχές πως ίσως να πρέπει να στρέψουν τις έρευνες τους και προς άλλες κατευθύνσεις…Πρέπει να ταιριάζουν όλα και στο προανακριτικό και στο Δικαστήριο. Από την προσωπική μου εμπειρία με προανοακριτικους υπαλλήλους, θα έλεγα ότι θέλουν όσο περισσότερα στοιχεία γίνεται για να έχουν όλο το παζλ μπροστά τους για να φτάσουν σε ένα σωστό αποτέλεσμα. Βέβαια σε πολλές φορές σε κάποιες υποθέσεις υπάρχει μόνο το DNA».

Και στη συνέχεια; Όπως λέει η στρατηγός, Π.Μηνιάτη«Θέλω να θεωρώ πως όλα αυτά σκρινάρονται από επαγγελματίες ανθρώπους», αναφέρει σχετικά με την γενικότερη εμπειρίας από την αξιολόγηση ευρημάτων της Υπηρεσίας και συμπληρώνει: «Τα πάντα περνάνε και από έναν δεύτερο έλεγχο από τον ανακριτή και τον εισαγγελέα πριν πάει η υπόθεση σε δική άρα το νομικό σύστημα έχει δικλίδες ασφαλείας. Εάν τώρα οι επαγγελματίες σε αυτή την αλυσίδα δεν έχουν λειτουργήσει σωστά, αυτό είναι άλλο θέμα». Και καταλήγει: «Παρέχουμε επιστημονικά τεκμηριωμένα ευρήματα στους δικαστές και είναι πάντα στη δική τους αρμοδιότητα εάν θα τα λάβουν ή όχι υπόψιν τους».

Όταν δε τη ρωτάμε εάν έχει ανησυχήσει πως τα στοιχεία που δίνονται στις αρχές μπορεί να μην έχουν αξιοποιηθεί και αξιολογηθεί πάντα με τον δέοντα τρόπο απαντά θετικά. «Ναι και έχουμε πείσει συναδέλφους. Υπήρχε υπόθεση στην οποία θεωρήθηκε δράστης ένα συγκεκριμένο άτομο, εμείς λέγαμε ως υποδιεύθυνση ότι αυτός που θεωρούν δράστη, δεν πρέπει να έχει διαπράξει το έγκλημα. Ένα αποτύπωμα πχ στο σπίτι του πάνω σε ένα ψυγείο δεν είναι και το πλέον ισχυρό στοιχείο. Αντίθετα η κηλίδα αίματος στο χέρι της θανούσας - που όμως δεν ταυτοποιήθηκε πως ανήκει στον ύποπτο- είναι μεγαλύτερης αξίας. Αλλά στην τελική αυτό πρέπει να το δει η προανάκριση. Προανάκριση και ανάκριση δεν το έκρινε. Και προχώρησε μία υπόθεση…»

Έχει ιδιαίτερη αξία όμως πως όπως εκτιμά, υπάρχει «ένα πάρα πολύ μεγάλο κενό στη νομική μας κοινότητα. Στο να μάθουν δικαστές αλλά και συνήγοροι υπεράσπισης τις νέες τεχνολογίες, κάτι που θα έπρεπε να είναι προνόμιο όλων. Μιλάμε για ένα τεράστιο κενό στη νομική μας κουλτούρα. Στο να μπορούν να καταλάβουν και να εκμεταλλευτούν για τον πελάτης τους πχ οι συνήγοροι αλλά και οι δικαστές (σ.σ. τις δυνατότητες που παρέχει η επιστήμη και οι νέες τεχνολογίες)…και το κενό ξεκινά από τη γνώση που δεν παρέχεται νομικές σχολές». 

«Η αστυνομία να βρίσκει το DNA, να το εξετάζει, να το αναλύει, να το αποθηκεύει, να το διαχειρίζεται, να το ανασύρει όποτε θέλει. Μάλλον υπάρχει κάποιο θέμα με τον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα…»,Γ.Φιτσιάλος
George Vitsaras/HuffPost Greece/Sooc
Πηνελόπη Μηνιάτη, διευθύντρια Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ

Πώς μπορεί να αμυνθεί ο κατηγορούμενος 

Έχουμε λοιπόν τα πιθανά λάθη στο επιστημονικό καθαρά κομμάτι της ανάλυσης και κατόπιν της αξιολόγησης του ευρήματος αλλά και στα πιθανά προβλήματα απόδοσης της δέουσας βαρύτητας που πρέπει να αποδίδεται στο DNA από τις προανακριτικές αρχές και κατά την ακροαματική διαδικασία. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο ερώτημα: τι μπορεί να κάνει για όλα αυτά ο κατηγορούμενος;

«Ασφαλιστική δικλείδα στην ανάλυση του γενετικού υλικού προβλέπεται από τον ίδιο τον νομοθέτη στο άρθρο 200Α του ΚΠΔ, όπου θεσπίζεται το αναφαίρετο δικαίωμα του  κατηγορουμένου να διορίζει δικό του τεχνικό σύμβουλο ο οποίος θα παρίσταται κατά τις εργασίες των πραγματογνωμόνων και θα λαμβάνει υπόψη του έγγραφα και πληροφορίες στα οποία έχουν πρόσβαση εκείνοι. Επιπλέον, περαιτέρω ασφαλιστική δικλείδα στην διαδικασία ανάλυσης του γενετικού υλικού αποτελεί το δικαίωμα του κατηγορουμένου να αιτηθεί επανεξέταση του δείγματος σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος της ανάλυσης», μας εξηγεί ο κ.Μαντάς

Στη πράξη όμως; «Πρακτικά τα αναφαίρετα αυτά δικαιώματα ενός κατηγορουμένου θυσιάζονται στον βωμό της επιτάχυνσης της διαδικασίας και της με κάθε κόστος επίτευξης εξάρθρωσης εγκλημάτων».

Επιπροσθέτως αξίζει να τονιστεί πως σε πολλές περιπτώσεις η ανάλυση του γενετικού υλικού μπορεί να έχει γίνει πριν καν ο κατηγορημένος προλάβει να προσλάβει έναν τεχνικό σύμβουλο, ώστε αυτός να μπορεί να παρίσταται σε όλα τα κρίσιμα στάδια. Δεδομένου όμως πως τις περισσότερες φορές οι τεχνικοί σύμβουλοι μπαίνουν πολύ αργά στην υπόθεση, τελικά παίρνουν στα χέρια τους μόνο τα πρωτογενή αποτελέσματα και την πραγματογνωμοσύνη από τα εργαστήρια της αστυνομίας.

Τα γενετικό υλικό μπορεί να καταστρέφεται μετά την ανάλυση αλλά το γενετικό αποτύπωμα αποθηκεύεται σε μια εθνική βάση και παραμένει εκεί μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη αθωωτική απόφαση ή απαλλαγή του κατηγορούμενου. Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει καμία τέτοια διαγραφή. Επίσης σύντομα θα υπάρχει και η δυνατότητα «αυτοματοποιημένης ανταλλαγής δεδομένων DNA μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.

Έχει ενδιαφέρον επίσης η παρατήρηση του δρ.Φιτσιάλου ο οποίος κάνει λόγο για ένα σχεδόν απόλυτο μονοπώλιο εξέτασης βιολογικού υλικού από τα εργαστήρια της ΕΛΑΣ που ίσως να προκαλεί περισσότερα προβλήματα από εκείνα που θέλει να προλάβει ο νομοθέτης ενώ φαίνεται να υπάρχει μια στρεβλή αντίληψη πως «τα πειστήρια είναι ιδιοκτησία, κατά κάποιο τρόπο, της Αστυνομίας. Αυτό όμως είναι λάθος. Τα πειστήρια είναι κτήμα της Δικαιοσύνης και αυτή αποδίδεται στο πλαίσιο μιας ευρείας διαδικασίας με τη συμβολή όλων των ενδιαφερόμενων μερών». Όπως αναφέρει μάλιστα δεν είναι λίγες οι φορές που υπάρχει άρνηση των αρχών να επιτρέψουν την πρόσβαση των τεχνικών συμβούλων που προσλαμβάνουν οι κατηγορούμενοι, στα επίμαχα πειστήρια. Ειδικότερα δε σε ότι αφορά το γενετικό υλικό υπάρχουν και περιπτώσεις που η ποσότητα είναι τόσο μικρή που δεν επιτρέπει την επενεξέταση.  

Όπως τονίζει μάλιστα, πέραν του ότι σήμερα γνωρίζουμε πως το DNA δεν απαντά στα βασικά ερωτήματα του πώς και του πότε εναποτέθηκε γενετικό υλικό στο σημείο που το εντόπισαν οι διωκτικές αρχές «Υπάρχουν και πολλά προβλήματα ερμηνείας των αποτελεσμάτων των αναλύσεων. Για να αποφανθεί κανείς ποια είναι τελικά η πραγματική αξία του αποτελέσματος που έχει στα χέρια του μετά την ανάλυση του DNA δεν φτάνει μόνο να κάνει σωστά τη δουλειά μέσα στο εργαστήριο. Για την ερμηνεία του αποτελέσματος απαιτείται η εφαρμογή στατιστικών μεθόδων. Και ακόμη μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα  όταν έχουμε μεικτά γενετικά προφίλ, δύο ή τριών ατόμων οπότε η στατιστική ανάλυση είναι επιτακτική. Αυτές οι πρακτικές που σε διεθνές επίπεδο είναι κοινές, στην Ελλάδα εφαρμόζονται περίπου τον τελευταίο ενάμιση χρόνο…Και θυμίζω ότι το DNA στην Ελλάδα χρησιμοποιείται πάρα πολλά χρόνια. Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι, όσο πηγαίνουμε πιο πίσω, πως όλα γίνονταν πάντα σωστά;».

Και ακόμη πιο ανησυχητική ίσως είναι η επισήμανσή του πως πολλές φορές ο ρόλος των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων, που εκ του νόμου ορίζονται για να ερμηνεύουν για την έδρα σύνθετα και ειδικών γνώσεων επιστημονικά ευρήματα, είναι υποβαθμισμένος. Αν και παρουσιάζουν δεσμευτικά και πάντα επιστημονική τεκμηριωμένα στοιχεία, εκτιμά πως αυτά δεν λαμβάνονται πάντα υπόψιν και γίνεται εστίαση μόνο στα στοιχεία που παρουσιάζουν οι διωκτικές αρχές, εν προκειμένω η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ. 

Nikos Libertas/HuffPost Greece/Sooc
Δρ.Φιτσιάλος, γενετιστής, μοριακός-βιολογός, ιδρυτής εργαστηρίων δικανικής γενετικής DNAlogy, πραγματογνώμονας στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και των Ελληνικών Δικαστικών Αρχών. Είναι και τεχνικός σύμβουλος στην υπόθεση της Ηριάννας

Η Ελλάδα της δικανικής ιατρικής που δεν διαθέτει…γενετιστές

Ακόμη ένα από τα ελληνικά παράδοξα είναι πως αν και στη χώρα μας η ανάλυση DNA σε ποινικές υποθέσεις χρησιμοποιείται εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες και η γενετική ως κλάδος γενικότερα ανθεί από τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα...δεν υπάρχει θεσμοθετημένη η ειδικότητα του γενετιστή. 

Το θέμα αυτό επεσήμανε στη HuffPost Greece η κα Κόλλια Παναγούλα, αναπλ. καθηγήτρια Μοριακής Γενετικής Ανθρώπου στο ΕΚΠΑ και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Βιοεπιστημόνων. 

«Σήμερα υπάρχουν επιστήμονες που έχουν σπουδάσει γενετική στο εξωτερικό, όπου υπάρχει θεσμοθετημένη ειδικότητα. Στην Ελλάδα η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Δεν προβλέπεται σχετική ειδικότητα και τη δουλειά του γενετιστή κάνουν επιστήμονες συγγενών κλάδων. Σαφώς πολλοί από αυτούς την κάνουν πολύ καλά αλλά δεν μπορεί στον 21ο αιώνα να προσπαθούμε ακόμη να πείσουμε πως πρέπει να δίνεται η δυνατότητα απόκτησης αυτής της ειδικότητας ώστε να μπορεί και να αποδεικνύεται στα χαρτία».

Πρακτικά σήμερα λοιπόν υπάρχουν επιστήμονες που έχουν πάρει τη ειδικότητα κάνοντας σπουδές στο εξωτερικό-κυρίως μεταπτυχιακά ή διδακτορικά στη συγκεκριμένη επιστημονική κατεύθυνση- και αρκετοί που ασχολούνται με την γενετική αλλά προέρχονται από τα τμήματα της βιολογίας, γενετικής βιοχημείας και βιολογικών εφαρμογών. Όπως εξηγεί το θέμα δεν είναι μόνο κανονιστικό αλλά βαθιά ουσιαστικό. «Πρέπει να υπάρχει ένας τρόπος που να κρίνεται η εκπαιδευτική επάρκεια και εμπειρία. Και το θέμα αυτό αφορά και την δικανική γενετική.Για παράδειγμα στην ΕΛΑΣ γνωρίζω πως υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι επιστήμονες αλλά στο τέλος, και αυτό ισχύει γενικότερα, όλα εξαρτώνται από το πόσο σοβαρός θέλει να είναι ο καθένας. Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν αυτή τη δουλειά πολύ καλά αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το σύνολο. Τι εξετάσεις κάνουν, πώς τις κάνουν, πόσο έγκυρα είναι τα αποτελέσματά τους, από ποιόν ελέγχεται η επάρκειά τους; Πώς θα διαχωρίσουμε τους μεν από τους δε, τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο;». 

Το θέμα βέβαια αγγίζει και τις λίστες των πραγματογνωμόνων των Δικαστικών Αρχών που καλούνται να διαδραματίσουν έναν πολύ κρίσιμο ρόλο ερμηνεύοντας για δικαστές και εισαγγελείς τις αναλύσεις DNA που παρουσιάζει η Αστυνομία ή τα επιχειρήματα που παρουσιάζει ο τεχνικός σύμβουλος της υπεράσπισης. «Πώς μπορούμε να ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, ποια είναι η επιστημονική τους επάρκεια όταν δεν έχουν την ειδικότητα του γενετιστή ή μπορεί να μην γνωρίζουμε καν επαρκώς τον κύκλο σπουδών τους για κρίνουμε; Η ειδικότητα πρέπει να αποδεικνύεται και η εμπειρία που ο καθένας επικαλείται και πολλές φορές δύσκολα μπορεί να αξιολογηθεί και να πιστοποιηθεί».

Πάντως η υποστράτηγος και διευθύντρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, δρ. Πηνελόπη Μηνιάτη δεν φάνηκε να συμμερίζεται τόσο τους προβληματισμούς της κ.Κόλλια για το ζήτημα της ειδικότητας. «Το θέμα δεν είναι το δίπλωμα σαν δίπλωμα αλλά εάν τα περισσότερα μαθήματά σου τα έχεις πάρει με γενετική, με μοριακή βιολογία κλπ βλέπεις δηλαδή και τον κύκλο σπουδών όχι μόνο τον τίτλο. Υπάρχει η ειδικότητα του γενετιστή αλλά και κάποιος με την ειδικότητα του μοριακού βιολόγου μπορεί να είναι εξίσου καλός στην εξέταση του DNA. Χρειάζεται πολύ μοριακή βιολογία στην μεθοδολογία. Δεν σημαίνει κάτι. Νομίζω ότι ταιριάζει σε βιολόγους-βιοχημικούς ανάλογα με τον κύκλο σπουδών τους.  Θεωρώ ότι είναι κατάλληλοι για αυτή τη δουλειά. Γιατί πρέπει να είσαι γενετιστής για να κάνεις εξετάσεις DNA;».