CULTURE
30/10/2020 07:21 EET

Το παράξενο Μουσείο με την συλλογή της KGB: Το κραγιόν - όπλο και η ομπρέλα με το δηλητήριο

Θεωρείται η πλουσιότερη και πληρέστερη στον κόσμο.

Ο Τζούλιους Ούρμπαϊτ, αποφάσισε πριν από δύο χρόνια να εκθέσει την συλλογή του με αναμνηστικά αντικείμενα της KGB, της μυστικής υπηρεσίας πληροφοριών της Σοβιετικής Ένωσης, δημιουργώντας ένα μουσείο στο κέντρο του Μανχάταν.

Το κοινό θα είχε την ευκαιρία να δει από κοντά απίστευτα απομεινάρια του Ψυχρού Πολέμου, όπως ένα όπλο - κραγιόν, μια ομπρέλα με μια κρυφή βελόνα που περιείχε δηλητήριο ή μια λάμπα γραφείου από τη βίλα του Ιωσήφ Στάλιν.

Μόνο που η πανδημία είχε άλλα σχέδια για το «K.G.B Espionage Museum» (Μουσείο κατασκοπείας KGB).

Το μουσείο, που έχει κλείσει από τον περασμένο Μάρτιο, όπως ανακοίνωσε ο Τζούλιους Ούρμπαιτ, βάζει οριστικά λουκέτο, αφού η πανδημία του κορονοϊού κατέστησε την επιχείρηση μη βιώσιμη.

Ως εκ τούτου η συλλογή με τα 3.500 αντικείμενα, που θεωρείται η πλουσιότερη και πληρέστερη στον κόσμο βγαίνει σε πλειστηριασμό. 

Ανάμεσα στα αντικείμενα υπάρχουν εκθέματα, όπως το αντίγραφο μιας καρέκλας που χρησιμοποιήθηκε για ανακρίσεις ή ο χώρος εργασίας ενός αξιωματικού, αλλά και η πόρτα από φυλακή της KGB.

Τα εκθέματα βοηθούσαν τους επισκέπτες να κατανοήσουν τον τρόπο που οι σοβιετικοί πράκτορες έκαναν τις παρακολουθήσεις, χρησιμοποιώντας συσκευές ηχογράφησης οι οποίες ήταν ενσωματωμένες σε δαχτυλίδια, μανικετόκουμπα και πιάτα και καταγράφοντας εικόνες από κρυφή κάμερα ενσωματωμένη σε αγκράφα ζώνης. 

Ο Τζούλιους Ούρμπαϊτ δήλωσε ότι αρχικά φοβόταν πως το μουσείο δεν θα αγκαλιαστεί από τους επισκέπτες.Γι′ αυτόν, η αποστολή του μουσείου ήταν εκπαιδευτική. Στόχος του ήταν να αναδείξει την ιστορία της εποχής του Ψυχρού Πολέμου και τα τεχνολογικά μέσα που χρησιμοποιούσε η KGB, επισημαίνοντας ότι «από την πρώτη ημέρα λειτουργίας είχαμε μια τεράστια ταμπέλα στην είσοδο, που έγραφε ότι είμαστε απολιτικοί».

Αν και το μουσείο είχε απήχηση, παρά την τιμή εισόδου των 25 δολαρίων, εντούτοις δεν είχε την αναγνώριση που είχαν άλλα μουσεία της πόλης, ενώ δέχτηκε και αρνητική κριτική για την πολιτική αποστασιοποίηση του. Δημοσιογράφος του περιοδικού Smithsonian Magazine, δεν δίστασε να γράψει σε άρθρο, λίγο μετά τα εγκαίνια του μουσείου, πως η γενοκτονία που προκάλεσε το σοβιετικό καθεστώς χάνεται μέσα από τον τρόπο που παρουσιάζονται τα εκθέματα. 

Παράλληλα το «K.G.B. Espionage Museum» βρέθηκε αντιμέτωπο και με την δικαιοσύνη όταν τον Ιανουάριο του 2019, κατατέθηκε αγωγή εις βάρος του από το «International Spy Museum» (Διεθνές Μουσείο Κατασκοπείας), με έδρα την Ουάσινγκτον, για τον παρόμοιο συνδυασμό χρωμάτων αλλά και τον αριθμό τηλεφώνου του μουσείου της Ουάσινγκτον, στον ιστότοπο του. Η δικαστική διαμάχη ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2019, χωρίς να γίνουν οι όροι γνωστοί.

Ο Μάρτιν Νόλαν, εκτελεστικός διευθυντής του οίκου δημοπρασιών Julien’s Auctions, ο οποίος θα αναλάβει την πώληση των αντικειμένων τον Φεβρουάριο του 2021, στο Μπέβερλι Χιλς της Καλιφόρνια, δήλωσε ότι η συλλογή του μουσείου περιλαμβάνει περισσότερα από 300 κομμάτια που κατά εκτιμήσεις θα συγκεντρώσουν έως 12.000 δολάρια. 

Το συγκεκριμένο ποσό αφορά μια σοβιετική μηχανή κρυπτογράφησης κωδικών μάρκας Fialka, η οποία είναι ικανή να παράγει περίπου 590 τετράκις εκατομμύρια πιθανούς συνδυασμούς. Άλλα αντικείμενα που θα βγουν σε δημοπρασία είναι μια τσάντα με κρυφή κάμερα, μια πινακίδα από σιδηροδρομικό σταθμό με την επιγραφή «μολυσμένη περιοχή» που χρησιμοποιήθηκε για την αναγνώριση ραδιενεργών ή μολυσμένων περιοχών και μια σιδερένια πόρτα από φυλακή της KGB.

Σύμφωνα με τον Μάρτιν Νόλαν, η δημοπρασία αναμένεται να προσελκύσει τόσο τους Ρώσους που ενδιαφέρονται για την ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης όσο και τους οπαδούς του Τζέιμς Μποντ.

«Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον γύρω από αντικείμενα κατασκοπείας αυτή την στιγμή. Ειδικά με τη συζήτηση για ρωσική παρέμβαση στις αμερικάνικες εκλογές».

Όσο για τον Τζούλιους Ούρμπαϊτ, πιστεύει ότι η συλλογή από το μουσείο της Νέας Υόρκης θα καταλήξει σε καλά χέρια. «Τα εκθέματα θα βρουν θέση στα μουσεία του κόσμου και στα χέρια σοβαρών, έγκυρων και πλούσιων συλλεκτών», είπε.

Πηγή: The New York Times