ΤΟ BLOG
14/09/2018 12:11 EEST | Updated 14/09/2018 12:11 EEST

Το σενάριο των 2οC και η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων

Tomwang112 via Getty Images

Σε μια εποχή όπου παρατηρούμε ρεκόρ από ασταθείς θερμοκρασίες σε ολόκληρο τον κόσμο, φτάσαμε τελικά σε ένα σημείο όπου υπάρχει κοινή γραμμή για την υπερθέρμανση του πλανήτη. Μετά από χρόνια διαφωνίας, τόσο οι κυβερνήσεις όσο και οι επιχειρήσεις συμφωνούν σε γενικές γραμμές σχετικά με την αναγκαιότητα λήψης περιβαλλοντικών αποφάσεων. Με εξαίρεση τον Ντόναλντ Τραμπ, όλοι φαίνεται να βρίσκονται στην ίδια κατεύθυνση. Ακόμα και ο Κίμ Γιονγκ Ουν δεσμεύτηκε να μειώσει τις εκπομπές ρύπων της Βόρειας Κορέας κατά 37,4% μέχρι το 2020 και έδωσε ισχυρό μήνυμα κατά της περιβαλλοντικής κρίσης.

Το 2015 στο Παρίσι είχαμε μια ιστορική και άνευ προηγουμένου απόφαση διεθνούς συναίνεσης για την κλιματική αλλαγή, 195 κράτη συμφώνησαν να περιορίσουν την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη στους 2 βαθμούς Κελσίου έως το 2050 (Paris Agreement 2 Celsius Degrees Scenario). Επιπλέον, στις διαπραγματεύσεις δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να προσδοκούμε και σε μεγαλύτερης κλίμακας περιορισμό αυτής της αύξησης έως το 2060.

Αν ελπίζουμε να αποφύγουμε τις χειρότερες συνέπειες, είναι σημαντικό να καταφύγουμε στα science-based targets, επιστημονικές προσεγγίσεις στη λήψη αποφάσεων για τη μείωση των ρύπων και της κλιματικής αλλαγής.

Τι είναι όμως αυτές οι αποφάσεις και γιατί είναι τόσο σημαντικές για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων;

Για να το θέσουμε απλά, είναι στόχοι που αποσκοπούν στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και ευθυγραμμίζονται με τα μέτρα που απαιτούνται για να εφαρμοστεί έως το 2050 το σενάριο των 2 βαθμών Κελσίου που υπογράφηκε στο Παρίσι. Πιο συγκεκριμένα, οι στόχοι αυτοί προσαρμόζονται με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε κάθε επιχείρηση να δεσμεύεται σε ένα συγκεκριμένο μέγεθος εκπομπών ρύπων και να πιστοποιείται με πλήρη διαφάνεια, αυστηρά σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ISO και GRI.

Προς το παρόν είναι πολύ νωρίς να συμπεράνουμε τι είναι ορθολογικό και τι όχι για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Καταλυτικές αποφάσεις στα συγκεκριμένα θέματα βιωσιμότητας μπορεί να είναι επικίνδυνα, ιδιαίτερα όταν οι ενέργειες για τη μείωση των εκπομπών θα μπορούσαν να φέρουν σε οικονομικά αδιέξοδα την επιχείρηση ή να θέσουν βραχυπρόθεσμο ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Στην Ελλάδα συγκεκριμένα, η πολιτική αβεβαιότητα αλλά και αστάθεια στην αγορά, αποτελεί για τις επιχειρήσεις ανασταλτικό παράγοντα στη λήψη τέτοιων αποφάσεων.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε τους λόγους για τους οποίους οι επιχειρήσεις πρέπει να δεσμευτούν τόσο σε μακροπρόθεσμα όσο και βραχυπρόθεσμα σχέδια μείωσης διοξειδίου του άνθρακα, χωρίς να οδηγούνται σε οικονομικούς κινδύνους.

Οι ρυθμιστικές αποφάσεις σε θέματα κλιματικής αλλαγής αποτελούν σημαντική αφορμή για να δεσμευτούν οι επιχειρήσεις σε ενέργειες πράσινης ανάπτυξης. Η κυβέρνηση της Δανίας για παράδειγμα έθεσε το πιο ισχυρό νομοθετικό πλαίσιο για τη φορολόγηση ρύπων διοξειδίου του άνθρακα (26$ ανά τόνο CO2), φόροι οι οποίοι επιβάλλονται στις επιχειρήσεις. Εκτός της Δανίας, είναι κι άλλα κράτη που επιβάλλουν υψηλή φορολόγηση ρύπων, όπως η Ελβετία, η Γαλλία, η Σουηδία, η Πορτογαλία κ.λ.π.

Τα μέτρα για την κλιματική αλλαγή απειλούν τόσο έμμεσα όσο άμεσα τις επιχειρήσεις. Εκτός από την επιπρόσθετη φορολόγηση σε κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα, επηρεάζεται η τιμή της ενέργειας (€/MWh) και κατά συνέπεια τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων. Τα κόστη αυξάνονται ακόμα περισσότερο όταν η ενέργεια επιβαρύνεται με πρόσθετη τιμή άνθρακα, είτε μέσω φόρων είτε μέσω καθεστώτων ανώτατου ορίου (ETS). Προς το παρόν, η τιμολόγηση του άνθρακα εφαρμόζεται σε περισσότερες από 60 χώρες και είναι ανοιχτό κάθε ενδεχόμενο ότι παρόμοια μέτρα θα επεκταθούν και η τιμή της ενέργειας θα συνεχίσει να αυξάνεται.

Λαμβάνοντας μέτρα περιορισμού των ρύπων και κατ επέκταση της καταναλωμένης ενέργειας, οι επιχειρήσεις είναι προφανές ότι θα επωφεληθούν από τη μείωση των λειτουργικών τους εξόδων. Καθώς το κόστος της τεχνολογίας για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα μειώνεται μέσω της καινοτομίας και της τεχνολογικής ανάπτυξης, το περιθώριο για επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ηλεκτρικά οχήματα γίνεται όλο και πιο ελκυστικό. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις που τα μέτρα βιωσιμότητας επέφεραν όχι μόνο σημαντική μείωση εξόδων, αλλά και καινοτομίες, βελτιώσεις προϊόντων και αυξημένο μερίδιο αγοράς. Παραδείγματα μεγάλων εταιρειών που επωφελήθηκαν από μέτρα βιωσιμότητας είναι η Kering, η BT Group και η GlaxoSmithKline.

Τέλος, υπάρχει η ηθική διάσταση του θέματος. Τα πράσινα μέτρα μπορεί να έχουν θετικό αντίκτυπο στη διάθεση και την παραγωγικότητα των εργαζομένων, καθώς και στη μείωση των απουσιών, στη βελτίωση πρόσληψης και διατήρηση του ανθρώπινου δυναμικού. Για ορισμένους βέβαια, η σημασία της υιοθέτησης μιας ηθικής στάσης απέναντι στο περιβάλλον μπορεί να είναι επαρκής από μόνη της.

Μπορεί οι στόχοι του Παρισιού περί του περιορισμού της αύξησης της θερμοκρασίας στους 2 βαθμούς Κελσίου έως το 2050 να φαίνονται ιδιαίτερα φιλόδοξοι, όμως είναι ένα σημάδι για να κατανοήσουμε τη βαρύτητα του προβλήματος. Είναι πολιτική δέσμευση για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής. Και από την πλευρά τους οι εταιρείες θα πρέπει να εξετάσουν τα μέτρα που πρέπει να λάβουν. Καθώς ολοένα και περισσότερες κορυφαίες εταιρείες θέτουν στόχους μείωσης ρύπων (science-based targets), τόσο πιο εύκολο θα γίνει για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις να ακολουθήσουν. Και με τη σειρά τους οι προμηθευτές και εν συνεχεία οι πελάτες. Αυτό θα συμβάλει στην ομαλή προσέγγισης σημαντικών στόχων βιωσιμότητας και κατ επέκταση στη μετάβασης μιας βιώσιμης οικονομίας χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και πράσινης ανάπτυξης.

Sponsored Post