ΤΟ BLOG
21/04/2019 08:03 EEST | Updated 21/04/2019 09:03 EEST

Το Σιάτλ που Αγάπησα: Μελαγχολία, Επανάσταση, Απώλεια

Η παράλληλη πορεία της grunge και της Γενιάς Χ μας δείχνει το ταξίδι από τη μελαγχολία στην Επανάσταση και από εκεί στην απώλεια.

Nova77
Νυχτερινή φωτό του Σιάτλ

Η μουσική του Σιάτλ έχει αδιαμφησβήτητα σημαδέψει σε μεγάλο βαθμό τη ροκ. Το κίνημα της grunge που αναπτύχθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και διήρκησε περίπου μέχρι τα μέσα των 1990s, προερχόμενο από την ώσμωση των χάρντκορ και μέταλ, οδήγησε σε νέες μουσικές φόρμες και στιχουργικά μοτίβα. Ακόμα και ο πλέον ανίδεος ή ο πιο αδιάφορος περί της ροκ γνωρίζει τουλάχιστον τους Nirvana και τον Curt Cobain.

Η grunge δεν είναι η πρώτη σημαντική συνεισφορά του Σιάτλ στη μουσική καθώς η πόλη έχει να επιδείξει αξιοσημείωτη τζαζ, φολκ και κάντρι μουσική ιστορία και παράδοση. Όμως το μεγάλο «μπαμ» της grunge σκηνής του Σιάτλ δεν φέρει μόνο τη μουσική πρωτοτυπία του βρώμικου ήχου που ο ίδιος ο όρος υπονοεί αλλά και την στιχουργική σκοτεινιά της οργής, της απάθειας και της βαθιάς μελαγχολίας. Έτσι το κίνημα απορρίπτει το εξεζητημένα περίτεχνο παίξιμο της ροκ και της μέταλ της εποχής και ταυτόχρονα εκφράζει τους προβληματισμούς, την κοινωνική απογοήτευση, τις σκοτεινές σκέψεις, τα προσωπικά αδιέξοδα.

Οι κοινωνικοί και ατομικοί προβληματισμοί καθώς και η αναζήτηση της αυθεντικότητας από τη σκηνή του Σιάτλ συμπίπτει με την εφηβεία και τη νεότητα της Γενιάς Χ. Η Γενιά Χ, γεννημένη μεταξύ 1965 και 1980 θεωρείται ότι, επηρεασμένη από τις ραγδαίες αλλαγές στις κοινωνικές αξίες, διακρίνεται για το σκεπτικισμό, την απάθεια, το μηδενισμό και την τεμπελιά της. Η Γενιά Χ έρχεται μετά από τη δημογραφική έκρηξη του 1946-1964 και θεωρείται ότι μεγαλώνει με μειωμένη εποπτεία ενηλίκων εξαιτίας του αυξανόμενου αριθμού διαζυγίων και της όλο και μεγαλύτερης διείσδυσης των γυναικών στην αγορά εργασίας. Επίσης, διακρίνεται για την πολιτική της απάθεια αντιμετωπίζοντας με κυνισμό το πολιτικό σύστημα επιδεικνύοντας διαχρονικά χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στις αμερικάνικες κάλπες.

Στη Μεγάλη Βρετανία η Γενιά Χ μεγαλώνει με τη Μάγκι Θάτσερ και στο ανατολικό μπλοκ αποτελεί την τελευταία φουρνιά που γεννιέται και μεγαλώνει εντός των κομμουνιστικών καθεστώτων. Επιπλέον, η παιδική ηλικία της συμπίπτει με τη σεξουαλική επανάσταση και η εφηβεία της με την εμφάνιση του HIV. Τέλος η Γενιά Χ είναι μορφωμένη (στις ΗΠΑ το 35% έχει πανεπιστημιακό πτυχίο 19% της Γενιάς των Millennials που τους ακολουθεί) και ταυτίζει την εκπαίδευση με την αλλαγή τρόπου ζωής και με τις εναλλακτικές ευκαιρίες, σε αντίθεση με την προηγούμενη και την επόμενη γενιά που τη συνέδεσαν με την επαγγελματική αποκατάσταση.

Όλα τα παραπάνω, πιθανόν από σχηματικά έως και στερεοτυπικά, έδωσαν στη Γενιά Χ τα στοιχεία της εσωστρεφούς επαναστατικότητας και της απόρριψης των προτύπων νοικοκυροσύνης και των ονείρων ευημερίας της προηγούμενης γενιάς. Ακριβώς αυτά τα στοιχεία και οι αντίστοιχες αναζητήσεις εξηγούν τον τεράστιο αντίκτυπο της μουσικής του Σιάτλ πάνω της. Η μουσική της ωμότητα ανταποκρίνεται στην αναζήτηση της αυθεντικότητας και η στιχουργική της μελαγχολία, απογοήτευση και παραίτηση στην απόρριψη του κοινωνικού προτύπου ευημερίας και πλουτισμού. Η αντίθεση αυτή στην κοινωνική πραγματικότητα έρχεται με τη μορφή της παθητικότητας και της απόσυρσης από ένα habitus που δεν εκφράζει ούτε τους μουσικούς του Σιάτλ αλλά ούτε και τη Γενιά Χ.

Η grunge ήταν βραχύβια, τουλάχιστον με την αρχική της μορφή, και δεν μπόρεσε να αντέξει ούτε στις πιέσεις της αγοράς των μεγάλων δισκογραφικών και του MTV αλλά ούτε και στις βαριές απώλειες εμβληματικών μορφών της σκηνής. Στην πραγματικότητα, μετά την αυτοκτονία του τραγουδιστή των Nirvana, Curt Cobain (1994), οι απώλειες των μουσικών του Σιάτλ άρχισαν να μοιάζουν ως φυσιολογική πορεία μιας περιπέτειας όπου ο θάνατος του μουσικού είδους δεν αρκούσε αλλά έπρεπε να συνοδευτεί από τη θυσία των ηρώων του. Του θανάτου του σούπερ(αντί)σταρ Curt Cobain είχε προηγηθεί αυτός του τραγουδιστή των Mother Love Bone, Andrew Wood (1990) από υπερβολική δόση ηρωίνης. Από την ίδια αιτία πέθανε και ο άλλος μεγάλος αστέρας Layne Staley, τραγουδιστής των Alice in Chains (2002). Τον ακολούθησε ο μπασίστας της μπάντας Mike Starr το 2011. Ο πιο πρόσφατος θάνατος (2017) πρωτοπόρου της σκηνής ήταν αυτός του Chris Cornell (Soundgarden, Audioslave) που έμοιαζε κάπως αναπάντεχος παρά το γνωστό αγώνα του μουσικού με την κατάθλιψη και τις αυτοκτονικές τάσεις. Ο Curt Cobain ήταν 27, ο Andrew Wood 24, ο Layne Staley 34, ο Mike Starr 44 και ο Chris Cornell 52 ετών.

Τι απέγινε όμως η Γενιά Χ; Οι έρευνες στο χώρο της εργασίας δείχνουν ότι η Γενιά Χ, παρά το μικρό της πληθυσμό, ασκεί αντιστρόφως ανάλογη επιρροή. Διαθέτει υψηλές δεξιότητες, αυτοπεποίθηση, ανεξαρτησία και κατέχει ηγετικούς ρόλους. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην εργασία και στη ζωή. Μια γενιά που βρίσκεται πάνω, κάτω μεταξύ των 40 και των 55 ετών αναζητεί ακόμα την ανεξαρτησία, τη δημιουργικότητα και την αρμονία εργασίας και προσωπικής ζωής.

Η παράλληλη πορεία της grunge και της Γενιάς Χ μας δείχνει το ταξίδι από τη μελαγχολία στην Επανάσταση και από εκεί στην απώλεια. Η βαθιά θλίψη για την κοινωνική πραγματικότητα φέρνει μια σιωπηλή, εσωστρεφή επανάσταση της μικρής ομάδας και του εαυτού με την απόρριψη του επιφανειακού τρόπου ζωής της ευημερίας. Η απάθεια και η απαξίωση στοχεύουν το κοινωνικό περιβάλλον και η ωμότητα ως έκφραση αυθεντικότητας υποδεικνύει μια μελαγχολική επανάσταση σε αναζήτηση του γνήσιου. Η δε απώλεια είναι πολύπλευρή. Είναι βιολογική με το χαμό των μουσικών της grunge σκηνής, είναι καλλιτεχνική με την επιθετική διείσδυση των μεγάλων εταιριών και του MTV σε ένα νέο προϊόν, είναι συνολική με το πέρασμα από τη νιότη στην ενήλικη συμβατικότητα. Για τους μουσικούς της σκηνής του Σιάτλ οι δρόμοι ήταν διαφορετικοί. Ανάλογα με την περίπτωσή ήταν μακριοί, κοντοί, αδιέξοδοι, αντίθετοι, παράλληλοι, στρωμένοι με χρήματα ή με δυσκολίες. Άφησαν πίσω τις πρώτες μέρες και προχώρησαν κατά βούληση. Η Γενιά Χ δεν συνηθίζει να κοιτάζει πίσω μελαγχολικά, δεν είναι αυτή η αγαπημένη της συνήθεια. Γιατί μεγάλωσε με τη μελαγχολία και την παιδικότητα, τον προβληματισμό και την απάθεια, τη δημιουργικότητα και την νωχέλεια. Όσοι απέμειναν από τους grunge ήρωες έχουν τις καριέρες τους, τις ζωές τους, τις αναμνήσεις τους. Όσο έφυγαν, τους ακολουθεί η ματαιότητα της δόξας. Η δε Γενιά Χ έχει το Σιάτλ. Το Σιάτλ που αγάπησε και το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.