ΤΟ BLOG
08/11/2018 11:42 EET | Updated 08/11/2018 11:42 EET

Το τέλμα της Στρατηγικής των μεγάλων επενδύσεων

ASSOCIATED PRESS

Η χώρα της τελευταία δεκαετία ζει στον αστερισμό των μεγάλων επενδύσεων. Δεν είναι λίγα τα επενδυτικά σχήματα που έχουν τοποθετηθεί σε καίριους τομείς της ελληνικής οικονομίας και άλλα τόσα που αναμένεται να τοποθετηθούν στο άμεσο μέλλον. Άλλωστε η στρατηγική των μεγάλων επενδύσεων είχε τοποθετηθεί στην κορυφή της ατζέντας των ελληνικών κυβερνήσεων από τις πρώτες ημέρες που εισήλθαμε στην εποχή της σύγχρονης οικονομικής κρίσης.

Γιατί όμως αυτή η εμμονή με τις μεγάλες επενδύσεις; Είναι η μόνη λύση; Φαίνεται ότι οι μεγάλες επενδύσεις αποτελούν όχι μόνο μια εύκολη ατζέντα για μια κυβέρνηση αλλά και ένα επικοινωνιακό της ατού. Μια μεγάλη επένδυση μονοπωλεί το ενδιαφέρον του κοινού, διαφημίζει τη χώρα ως επενδυτικό προορισμό και εφόσον υλοποιηθεί σημειώνεται ως επιτυχία στον απολογισμό του κυβερνητικού έργου. Τα πολιτικά στελέχη προσπαθούν διακαώς να εκκινήσουν μεγαλεπήβολα έργα υποδομής με την ελπίδα ότι με αυτόν τον τρόπο θα εισρεύσουν στην ελληνική οικονομία σημαντικοί πόροι τόσο άμεσα όσο και έμμεσα μέσω της δημιουργίας παράπλευρων υποστηρικτικών εργασιών.

Βέβαια, το ναυάγιο του φιλόδοξου ενεργειακού σχεδίου για τον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας από τους Καταριανούς επενδυτές, εν έτει 2010, ήταν ενδεικτικό του πως η χώρα μπορούσε και μπορεί να εκτεθεί διεθνώς από την έλλειψη στρατηγικού βάθους στην προσέλκυση μεγάλων επενδυτών. Επίσης η δυστοκία της χώρας μας να ωριμάσει μεγάλα επενδυτικά σχέδια, ανεξάρτητα του αν , πώς και πότε αυτά υλοποιούνται, περισσότερο μας δυσφημεί, στο διεθνές επενδυτικό κοινό, παρά μας διαφημίζει.

Εκτός των άλλων, στα οικονομικά είναι διεθνώς αποδεκτό ότι η ανάπτυξη ενισχύεται και δεν προκαλείται από ορισμένα έργα κομβικής ανάπτυξης. Κοινώς οι μεγάλες επενδύσεις δεν υποκαθιστούν την οικονομική δραστηριότητα των εκατομμυρίων κατοίκων μιας χώρας (εκτός και αν υπήρχε σημαντικός ορυκτός πλούτος στη χώρα όπως στη Σ. Αραβία, το Κουβέϊτ, κλπ).

Σύμφωνα δε με νεώτερες αναλύσεις, οι μεγάλες επενδύσεις, όσο και να συνδράμουν στην αύξηση του ΑΕΠ, δεν φαίνεται να βοηθούν τα κράτη, που έχουν ελλιπείς διοικητικές, δομές, να δημιουργήσουν υποδομή για βιώσιμη ανάπτυξη[1]. Άλλωστε, μεγάλες επενδύσεις πραγματοποιούνται και στα προηγμένα κράτη αλλά και στα κράτη που δεν διαθέτουν προηγμένους θεσμούς και μάλιστα κατατάσσονται στα πλέον διεφθαρμένα. Μια μεγάλη επένδυση συμβολίζει και δεν συμβολίζει κάτι σημαντικό.

Κατά το ίδιο σκεπτικό δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι οι μεγάλες επενδύσεις θα φέρουν την άνοιξη στην ελληνική οικονομία. Η Ελλάδα έκανε τεράστιες επενδύσεις για την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων αλλά εντέλει εν έτει 2009 το κράτος διασύρθηκε διεθνώς ως διεφθαρμένο και αναποτελεσματικό. Άρα οι μεγάλες επενδύσεις δεν προκάλεσαν το μομέντουμ που επιθυμούσαμε ως χώρα. Αντίθετα υπήρξε σταδιακή και αμετάκλητη η πορεία προς την αποβιομηχάνιση της χώρας και η απώλεια σημαντικού ανθρώπινου κεφαλαίου μέσω της μαζικής μετανάστευσης. Οπότε με το παρόν άρθρο τίθεται το ερώτημα του κόστους ευκαιρίας, όπως αυτό εκφράζεται όχι μόνο με όρους οικονομικών εκροών αλλά και με τους πόρους μιας πολιτικής ηγεσίας και γιατί όχι μιας ολόκληρης μιας κοινωνίας και το χρόνο που αυτή αφιερώνει προκειμένου να προωθήσει μια μεγάλη επένδυση. Υπάρχουν, λοιπόν, δύο άλλες ουσιαστικές επιλογές πολιτικής στην περίπτωση της χώρας μας που αν προκριθούν έναντι των υπολοίπων στρατηγικών πρόκειται να ωφελήσουν την οικονομία σημαντικά.

Πρώτον, η ενίσχυση των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Κοινώς η στρατηγική της χώρας θα πρέπει να επικεντρωθεί στην προσέλκυση όχι μεγάλων μεμονωμένων επενδυτών αλλά δεκάδων ευέλικτων επενδυτικών σχημάτων που τοποθετούνται διεθνώς σε αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αύξηση των επενδύσεων των funds σε Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις καθώς πλέον οι επενδύσεις αυτές τείνουν να είναι πιο ευέλικτες, πιο αποδοτικές και τυγχάνουν θετικής ενίσχυσης από τα κράτη καθώς διαθέτουν μεγαλύτερη συνεισφορά στην οικονομία[2]σε σχέση με άλλες μορφές επενδύσεων. Το μυστικό με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι ότι για να μεταβούν από ένα αρχικό στάδιο ανάπτυξης σε ένα επόμενο εξελικτικό στάδιο αναγκάζονται να δημιουργούν δίκτυα συνεργασίας αλλά και να ειδικεύονται σε τομείς της αγοράς που δύσκολα καλύπτονται από τους κολοσσούς της αγοράς[3]. Επίσης οι μικρομεσαίες εταιρίες καινοτομούν, είναι ευέλικτες και συμβάλλουν μέσω των συνεργατικών σχημάτων τους στη δημιουργία αυξημένης οικονομικής δραστηριότητας υψηλής προστιθέμενης αξίας σε όρους ανθρώπινου κεφαλαίου ενώ συνήθως εντάσσονται και σε δίκτυα παραγωγής, ως προμηθευτές εξειδικευμένων υπηρεσιών και προϊόντων, μεγάλων διεθνών εταιρικών σχημάτων, αποκομίζοντας σημαντικά οφέλη από διεθνείς συνεργασίες. Δυστυχώς η Ελλάδα σήμερα ενώ διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά απασχολούμενων εργαζομένων σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ευρώπη, ήταν από τις μόνες χώρες (μαζί με την Πολωνία) όπου είδε ουσιαστικά την προστιθέμενη αξία των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην οικονομία να μειώνεται σε σχέση με το παρελθόν[4]. Οπότε η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να αλλάξει ραγδαία την ατζέντα της πολικής της και να δημιουργήσει ένα πλαίσιο λειτουργίας φιλικό για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Μια σκέψη που μας οδηγεί στο δεύτερο πυλώνα για την ανάπτυξη της χώρας , τον εκσυγχρονισμό του κρατικού μηχανισμού. Είναι αλήθεια ότι οι μεγάλοι επενδυτές προσπαθούν και επιτυγχάνουν να παρακάμψουν τη δημόσια διοίκηση μιας χώρας μέσω της νομοθέτησης ευεργετικών διατάξεων από την εκάστοτε κυβέρνηση. Το ίδιο δεν μπορεί να συμβεί με τον μικρομεσαία επιχειρηματία ο οποίος όχι μόνο υποχρεούται να συνδιαλέγεται με το δημόσιο τομέα αλλά στην τελική ανάλυση έχει ανάγκη και την αρωγή από αυτόν (πχ: συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, ευνοϊκές φορολογικές διατάξεις, αρωγή για την εξαγωγική δραστηριότητα, κλπ). Επειδή η χώρα έχει εισέρθει σε συνθήκες μη αναστρέψιμες ως προς τη στρατηγική της ανάπτυξη και ο ιδιωτικός τομέας δυσκολεύεται να συνδράμει στην οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας, επιβάλλεται να υπάρξει επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας με βάση την υλοποίηση κεντρικής στρατηγικής ανάπτυξης. Κοινώς ο δημόσιος τομέας πρέπει να αναλάβει να δημιουργήσει το ονομαζόμενο και ως Νational Ιnnovation Εcosystem (Οικοσύστημα Εθνικής Καινοτομίας). Ενέργειες τέτοιας έκτασης έχουν αναλάβει κράτη που βρίσκονταν σε ακραία ανάγκη επανεκκίνησης της οικονομίας τους (πχ: Φινλανδία, Ν. Κορέα, Ισραήλ) και επιζητούν την ταχεία ένταξη τους στις χώρες με ανεπτυγμένη βιομηχανία έντασης γνώσης. Είναι μια διαδικασία όπου η χώρα προκρίνει τομείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας στις οποίες διαθέτει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και επιλέγει την ακραία επικέντρωση της εθνικής στρατηγικής για την ανάπτυξη τους. Και επειδή το θέμα δεν είναι μόνο ελληνικό, στα διεθνή φόρουμ παρατηρείται η κατάθεση πολλών papers που δείχνουν δύο τάσεις. 1) Την ανάπτυξη της ονομαζόμενης και ως Digital Era Governance όπου πλέον το μοντέλο του κράτους μετεξελίσσεται σε πάροχο ηλεκτρονικού περιεχομένου και υπηρεσιών. 2) Την ανάπτυξη του λεγόμενου και Mission-Oriented Public Sector (Entrepreneurial State). Κοινώς προκρίνεται η παρέμβαση στην εθνική στρατηγική της δημόσιας διοίκησης μέσα από ένα ανεπτυγμένο σύστημα Συνεργασίας (cross –collaboration). Με άλλα λόγια το κράτος αναλαμβάνει να ενισχύει το συντονισμό των ιδιωτών στην επίτευξη ενός στρατηγικού στόχου – οράματος. Η πολιτική αυτή ενισχύει ιδιαίτερα τα συνεργατικά σχήματα μεταξύ των επιχειρήσεων, των ερευνητικών κέντρων και των δημόσιων φορέων που δημιουργούν ένα αποτελεσματικό δίκτυο που αυξάνει σημαντικά τον βαθμό πολυπλοκότητας της οικονομίας. Δυστυχώς, η εμμονή της χώρας στις μεγάλες επενδύσεις (και η μερική επιτυχία εφαρμογής τους) παρουσιάζει περίτρανα τις θεσμικές ελλείψεις της χώρας και την έλλειψη προγραμματισμού και διαχείρισης. 

[1] Andrea F.Presbitero, «Τoo much and too fast? Public investment scaling-up and absorptive capacity», Journal of Development Economics, Volume 120, May 2016, Pages 17-31

[2] Βλ. OECD, «Enabling SMEs to scale up», SME Ministerial Conference, 22-23 February 2018

Mexico City

[3] Βλ OECD, «Enhancing the Contributions of SMEs in a Global and Digitalised Economy», Meeting of the OECD Council at Ministerial Level, Paris, 7-8 June 2017

[4] European Commission, «Annual Report on European SMEs 2016/2017», November 2017