ΠΟΛΙΤΙΚΗ
15/01/2018 15:32 EET | Updated 15/01/2018 18:22 EET

Τσίπρας: Μία ανάσα από το οριστικό τέλος των μνημονίων

SOOC

Με τη σημερινή συζήτηση και ψηφοφορία για το πολυνομοσχέδιο, «κλείνει ένας μεγάλος και δύσκολος κύκλος», τόνισε εισαγωγικά στην ομιλία του στη Βουλή ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επαναλαμβάνοντας και από το βήμα της Βουλής ότι «όλοι γνωρίζουν ότι με την ολοκλήρωση και της τρίτης αξιολόγησης, βρισκόμαστε μια ανάσα από το τέλος του προγράμματος και το οριστικό τέλος των μνημονίων».

Ο κ. Τσίπρας σημειώνοντας ότι «ουσιαστικά ολοκληρώνεται το νομοθετικό μέρος των προαπαιτουμένων για την ολοκλήρωση και της τρίτης αξιολόγησης» τόνισε - επιτιθέμενος στα κόμματα της αντιπολίτευσης - πως ενώ «η νέα αυτή περίοδος, με την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης, δίνει ελπίδα και κουράγιο σε εκατομμύρια συμπολίτες μας, την ίδια στιγμή γεννά εκνευρισμό και αμηχανία σε πολλούς». 

«Πρώτα από όλους στο παλιό πολιτικό σύστημα που χρεοκόπησε και λεηλάτησε τη χώρα (...) είναι και όσοι είχαν πιστέψει ότι οι δύσκολες επιλογές που κάναμε το καλοκαίρι του 2014, δεν έβγαιναν. Όσοι πίστευαν ότι η αριστέρα δεν έχει ρόλο να παίξει στη σημερινή πραγματικότητα. Ότι πρέπει να αποδρά στα δύσκολα, να παραδίδει τη διακυβέρνηση στον αντίπαλο, στο παλιό σύστημα», τόνισε και συνέχισε απευθυνόμενος στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης: «Σήμερα η χώρα, όσο και να καταστροφολογήσετε, είναι μια χώρα που επιτέλους ανακάμπτει». 

«Δεν ξέρω αν έχετε προσλάβει κανέναν αστρολόγο, κ. Μητσοτάκη; Κανένα χειρομάντη; Κανένα μέντιουμ; Συνήθως ξέρετε όλοι αυτοί σας λένε ότι θέλετε να ακούσετε. Σας συμβουλεύω λοιπόν να αποδεχτείτε την πραγματικότητα. Όμως γνωρίζω ότι αυτό είναι σας είναι δύσκολο. Εξαιρετικά δύσκολο. Αλλά είναι αναγκαίο. Θα κάνει καλό και σε σας προσωπικά αλλά και στην παράταξή σας», ανέφερε απευθυνόμενος στον κ. Μητσοτάκη ο κ. Τσίπρας.

 

Tι είπε για την αλλαγή των προϋποθέσεων για την κήρυξη απεργίας 

Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι το δικαίωμα στην απεργία είναι ιερή κατάκτηση της εργατικής τάξης και πως «ούτε καταργείται, ούτε απειλείται από αυτή την κυβέρνηση». «Εμείς», τόνισε, «θέλουμε τα σωματεία και τα συνδικάτα, μαζικά, μαχητικά και σε διαρκή δράση απέναντι σε φαινόμενα εργοδοτικού αυταρχισμού και παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας».

Σχολίασε ότι θα ήταν υπερβολή να ζητηθεί από το ΠΑΜΕ να κατανοήσει το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης ή από το ΚΚΕ, «που έχει μια άλλη, ξεχωριστή άποψη για το ότι η χώρα πρέπει να αποχωρήσει από την ΕΕ και την ευρωζώνη -άλλο αν δε μας έχει εξηγήσει ποτέ γιατί και πώς εκεί τα πράγματα θα είναι καλύτερα για τις δυνάμεις τη εργασίας».

Παράλληλα, κατήγγειλε ως «απολύτως ψευδές και ανήθικο» το ότι η σχετική αντιπολιτευτική καμπάνια «διεξάγεται με το επιχείρημα ότι η ρύθμιση για την απαρτία στα πρωτοβάθμια αποτελεί κατάργηση του δικαιώματος στην απεργία». Χαρακτήρισε επίσης «ασύστολο ψεύδος» ότι η κυβέρνηση υλοποιεί τις απαιτήσεις των δανειστών και του ΣΕΒ για την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, παραπέμποντας όσους το νομίζουν αυτό να ανατρέξουν σε αυτά που ζητά το ΔΝΤ και ο ΣΕΒ ή να ακούσουν τις απόψεις του κ. Μητσοτάκη και τη ΝΔ για τα εργασιακά, τους «γνήσιους εκφραστές των απόψεων του ΔΝΤ και του ΣΕΒ». Διότι, όπως είπε, η ΝΔ ζητά όχι απαρτία στα πρωτοβάθμια του 50% συν 1, αλλά πλειοψηφία του 50% συν 1, και όχι μόνο στα πρωτοβάθμια σωματεία.

Υπενθύμισε ποιες είναι οι απαιτήσεις που απέκρουσε αυτή η κυβέρνηση ως προς τα εργασιακά στο πλαίσιο της β΄ αξιολόγησης, για να υπογραμμίσει ότι αυτή η κυβέρνηση μάχεται για την προάσπιση των εργαζομένων μέσα στις δεδομένες δυσκολίες, σε αντίθεση με το παλιό πολιτικό σύστημα που αναζητά πώς θα επανέλθει στην εξουσία. «Σκεφτείτε τι θα συνέβαινε τα τελευταία τρία χρόνια αν παρέμεναν αυτοί εδώ στα εργασιακά. Αυτοί που οδήγησαν τη χώρα στην χρεοκοπία, που λεηλάτησαν τον δημόσιο πλούτο».

Τόνισε ότι μέσα από τη διαπραγμάτευση, η κυβέρνηση πέτυχε την επαναφορά των ΣΣΕ και απέτρεψε «τις παράλογες και αντεργατικές απαιτήσεις» στο δεύτερο και τρίτο πυλώνα, την ανταπεργία και την απελευθέρωση των απολύσεων, καταλογίζοντας ότι στη ΓΣΕΕ -που το καλοκαίρι του ΄15 είχε τοποθετηθεί υπέρ του ΝΑΙ- ότι δεν επέδειξε καμία εκδήλωση υποστήριξης όταν η κυβέρνηση πάλευε για αυτά και την επιστροφή της εργασιακής κανονικότητας. Της καταλόγισε ότι ακόμα και στη μάχη να ενταχθεί σχετική αναφορά στη διακήρυξη της Ρώμης, οι συνδικαλιστές εδώ, εν αντιθέσει με τους Ευρωπαίους, «στόμα είχαν και μιλιά δεν είχαν».

Ο πρωθυπουργός είπε ότι από όλο αυτό το πακέτο που ήταν στο τραπέζι, έμεινε η αλλαγή στην απαρτία στα πρωτοβάθμια σωματεία. Αυτή η διάταξη ορίζει ότι στα πρωτοβάθμια σωματεία, που δεν είναι ευρύτερης τοπικής εμβέλειας, όταν συγκαλείται γενική συνέλευση για να λάβει απόφαση για απεργία θα πρέπει να παρίσταται το 50%+1 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. «Δεν λέει δηλαδή, ότι θα πρέπει τα μισά μέλη του Σωματείου να ψηφίσουν για την απεργία, δεν λέει το 50% συν 1 όλων των μελών του σωματείου να ψηφίσει υπέρ της απεργίας. Η ρύθμιση ορίζει, ότι θα πρέπει απλώς να παρίστανται στη γενική συνέλευση προκειμένου να έχει απαρτία», διευκρίνισε. Επισήμανε επίσης ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στα σωματεία πανελλαδικής έκτασης.

«Η διάταξη λοιπόν αυτή δεν αλλάζει τον τρόπο λήψης απόφασης για απεργία η οποία συνεχίζει να λαμβάνεται πάντα με τη σχετική πλειοψηφία των παρόντων», τόνισε.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην «τεράστια προσπάθεια του ΣΕΠΕ» και στο ότι σήμερα οι νέες θέσεις εργασίας, 320.000 περισσότερες, που δημιουργούνται είναι στην πλειονότητά τους θέσεις πλήρους απασχόλησης. Τόνισε ότι έπεσε το ποσοστό της αδήλωτης εργασίας από το 19% στο 13%, για να υπογραμμίσει: «Αυτή είναι η ουσιαστική υπηρεσία που προσφέρουμε στους εργαζόμενους. Συγκεκριμένη και με απτά αποτελέσματα. Χωρίς κραυγές και οδυρμούς για το κακό που μας βρήκε». Και σχολίασε, απευθυνόμενος στην εξ αριστερών του, από το βήμα του ομιλητή, πτέρυγα: «Την επόμενη φορά λοιπόν, που τα στελέχη και τα σωματεία σας θα επισκεφθούν το υπουργείο Εργασίας, δεν χρειάζονται ούτε τηλεοπτικά συνεργεία, ούτε σπασμένες τζαμαρίες. Διάλογος, ενημέρωση και επαγρύπνηση χρειάζεται, αν όντως η πραγματική σας έγνοια είναι -και το πιστεύω ότι αυτή είναι- η βελτίωση των όρων ζωής της εργατικής τάξης και να αντιληφθούμε όλοι σε ποια πραγματικότητα ζούμε και σε ποιους συσχετισμούς παλεύουμε να κερδίσουμε έδαφος προς όφελος των δυνάμενων της εργασίας».