Για ποιο λόγο υπάρχει ανάγκη χορήγησης 3ης δόσης εμβολίων κατά της Covid - 19

Χρειάζεται και γιατί; Αν ναι, σε ποιους; Πότε; Και ποιοί είναι οι παράγοντες που θα επηρεάσουν την απόφαση της πολιτείας;
MR.Cole_Photographer via Getty Images

Ο εμβολιασμός κατά της Covid -19 συνεχίζεται ακάθεκτα και με σταθερή ταχύτητα, όσο και αν φαίνεται να υπάρχει πολυεπίπεδος κορεσμός και ψυχολογική εξάντληση στο θέμα της έγκυρης επιστημονικής πληροφόρησης και της επικοινωνίας γύρω από την αδιαμφισβήτητη χρησιμότητα και αναγκαιότητα του εμβολιασμού.

Όλοι έχουμε κουραστεί, αλλά όσο εξελίσσεται η πανδημία και ο ιός, τόσο πρέπει να εξελίσσονται και να αναπροσαρμόζονται οι στρατηγικές Δημόσιας Υγείας.

Ένα από τα θέματα που επείγουν να ξεκαθαρίσει αυτό το διάστημα, με την Δέλτα παραλλαγή του ιού να έχει δημιουργήσει νέες συνθήκες και το φθινόπωρο προ των πυλών, είναι το θέμα της 3ης δόσης. Χρειάζεται και γιατί; Αν χρειάζεται, σε ποιους; Πότε; Και ποιες είναι οι παράγοντες που θα επηρεάσουν την απόφαση της πολιτείας;

Θα δώσω μια περίληψη του τι δεδομένα γνωρίζουμε βάσει βιβλιογραφίας και αφού περιγράψω τις κινήσεις στις οποίες έχουν προχωρήσει διάφορες χώρες, θα καταλήξω σε ένα συμπέρασμα.

Κατ’αρχήν οι γενικές βασικές συνθήκες που καταστούν αναγκαία την χορήγηση μιας επιπλέον δόσης σε οποιοδήποτε εμβόλιο είναι δύο:

α) να υπάρχει σημαντική μείωση της ανοσίας/προστασίας των εμβολιασμένων σε βαθμό που να κινδυνεύει η υγεία τους (νόσος) ή η υγεία των άλλων (μετάδοση) και

β) να υπάρχει σημαντική αλλαγή στη βιολογία/γενετική του ιού ώστε να είναι αναγκαία η βελτίωση της εκδοχής του εμβολίου.

Είναι σαφές ότι στο (β) δεν έχουμε φτάσει ακόμη - δηλαδή ο ιός δεν έχει μεταλλαχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να βλέπουμε αυξημένες νοσηλείες, βαριά νόσο ή θάνατο εμβολιασμένων μετά από μόλυνση. Συνεπώς το ερώτημα που μένει είναι κατά πόσο ισχύει το (α) και σε ποιο βαθμό.

Γνωρίζουμε ότι απέναντι στη Δέλτα παραλλαγή του ιού, τα εμβόλια δείχνουν να έχουν μια μειωμένη αποτελεσματικότητα έναντι μόλυνσης και συμπτωματικής νόσου σε βάθος χρόνου, ο ρυθμός της οποίας φαίνεται να σχετίζεται κυρίως με τον χρόνο μετά την 2η δόση, με το εύρος της μείωσης να διαφοροποιείται ανάλογα με το εμβόλιο αλλά και τα χαρακτηριστικά της κάθε μελέτης.

Μια πρόσφατη και πολύ μεγάλη και αξιόπιστη μελέτη που έγινε από την Μ.Βρετανία [1], παίρνοντας δείγμα PCR με επισκέψεις στα σπίτια 358.983 ανθρώπων μεταξύ Μάιο-Αύγουστο, δείχνει ότι το εμβόλιο της Pfizer έναντι της Δέλτα έχει 80% αποτελεσματικότητα έναντι οποιασδήποτε μόλυνσης, ενώ το εμβόλιο της AstraZeneca έχει 67% - μια αισθητή μείωση από την αντίστοιχη αποτελεσματικότητα έναντι της Αλφα παραλλαγής, αλλά όχι όσο μεγάλη έχουν δείξει κάποιες μελέτες παρατήρησης (όπως αυτή του Ισραήλ) οι οποίες έχουν σημαντικά μειονεκτήματα σχεδιασμού.

Παρ’ όλα αυτά, τα εμβόλια συνεχίζουν να έχουν αρκετά μεγάλη αποτελεσματικότητα έναντι σοβαρής νόσου και θανάτου (80-95% ανάλογα το εμβόλιο), κάτι που έχουν δείξει όλες οι μελέτες ανεξαρτήτως.

Το πρώτο συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι τα εμβόλια, αν και έχει μειωθεί η αποτελεσματικότητά τους στη μόλυνση, συνεχίζουν να προστατεύουν την υγεία μας από πιθανή αρνητική εξέλιξη της μόλυνσης και επομένως είναι πολύ σημαντικό να συνεχιστεί η εμβολιαστική κάλυψη του ανεμβολίαστου πληθυσμού το ταχύτερο δυνατό προκειμένου να σωθούν ζωές.

Γνωρίζουμε επίσης ότι τα αντισώματα των εμβολιασμένων μειώνονται σε βάθος χρόνου [1, 2]. H μείωση των αντισωμάτων είναι ένα αναμενόμενο και φυσικό επακόλουθο οποιουδήποτε εμβολίου.

Όταν τα αντισώματα που παράγει ο οργανισμός δεν χρησιμοποιούνται, αρχίζουν και καταναλώνονται από τον οργανισμό, τα αποσυντεθεί και φτιάχνει άλλα χρήσιμα μόρια.

Αυτό που βλέπουμε με τα εμβόλια της COVID-19 είναι ότι ο ρυθμός της μείωσης εξαρτάται από το είδος του εμβολίου [3, 4], με τα εμβόλια mRNA να δείχνουν ταχύτερη μείωση αντισωμάτων σε σχέση με αυτά της AstraZeneca & J&J.

Τα αντισώματα τα χρειαζόμαστε για να αποτρέψουμε μια μόλυνση ή την αναπαραγωγή του ιού στο σώμα μας μετά την μόλυνση.

Η μείωση των αντισωμάτων σημαίνει ότι ο εμβολιασμένος μπορεί να είναι ευάλωτος σε μια μόλυνση (όταν τα αντισώματα πέσουν κάτω από ένα όριο), και άρα μια ενδεχόμενη μόλυνση σε οργανισμό με μειωμένα αντισώματα θα επιτρέψει στον ιό να αναπαραχθεί (έστω και με αργό ρυθμό) και να αυξήσει το ιικό του φορτίο στον οργανισμό μας.

Αύξηση του ιικού φορτίου σημαίνει ότι υπάρχει ρίσκο μετάδοσης του ιού. Όπως έχει επιβεβαιωθεί από μελέτες, κάποιοι εμβολιασμένοι με χαμηλά αντισώματα όντως μολύνονται από τη Δέλτα παραλλαγή του ιού και το ιικό φορτίο τους είναι ικανό ώστε να μπορούν να μεταδώσουν τον ιό 5-7.

Η μείωση των αντισωμάτων εξηγεί και αυτό που περιέγραψα παραπάνω, την μείωση δηλαδή των εμβολίων έναντι της μόλυνσης.

Τέλος, γνωρίζουμε ότι η παραγωγή αντισωμάτων μετά τον εμβολιασμό ανθρώπων με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα (πχ καρκινοπαθείς, σε αιμοδιάλυση, μεταμοσχευμένοι, με ανοσοκατασταλτική θεραπεία) [8-10] είναι μειωμένη σε σχέση με τους εμβολιασμένους του γενικού πληθυσμού και άρα αυτοί ο άνθρωποι επηρεάζονται πιο πολύ από όλους από την μείωση των αντισωμάτων που γίνεται σε βάθος χρόνου.

Επομένως το δεύτερο συμπέρασμα που βγαίνει από τη βιβλιογραφία είναι κάποιοι εμβολιασμένοι είναι πλέον πιο ευάλωτοι από άλλους έναντι μιας μόλυνσης με την πολύ πιο μεταδοτική Δέλτα παραλλαγή, σε σχέση με την Αλφα.

Το ερώτημα είναι, αφού πέφτουν τα αντισώματα και προκαλείται μείωση της αποτελεσματικότητας των εμβολίων έναντι μόλυνση, για ποιο λόγο έχουμε υψηλή αποτελεσματικότητα έναντι νοσηλείας, βαριάς νόσου και θανάτου;

Εκτός από τα αντισώματα, σημαντικό μέρος της ανοσίας είναι και εξειδικευμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, τα οποία ενεργοποιούνται μετά τον εμβολιασμό (όπως τα Τ-κύτταρα τα οποία επιτίθενται στον ιό απευθείας και τα Β-κύτταρα που έχουν την ανοσοποιητική μνήμη να παράγουν νέα αντισώματα μόλις ανιχνεύσουν τον εισβολέα-ιό στο σώμα μας).

Αυτά τα κύτταρα γνωρίζουμε ότι συνεχίζουν να είναι ενεργοποιημένα σε βάθος χρόνου μετά το εμβόλιο [11-13] και παραμένουν σε σημαντικά αυξημένα επίπεδα ακόμα και όταν μειώνονται τα αντισώματα.

Επομένως αυτή η διαφορά μεταξύ αντισωμάτων και ανοσοκυττάρων σε βάθος χρόνου στους εμβολιασθέντες φαίνεται να εξηγεί το ότι οι εμβολιασθέντες που δεν έχουν εξασθενημένο ανοσοποιητικό αλλά μολύνονται (μειωμένα αντισώματα) δεν νοσούν βαριά μετά από τη μόλυνση. Αυτό γίνεται διότι με το που εισβάλει ο ιός στον οργανισμό (μετά τη μόλυνση) τα ενεργοποιημένα Τ & Β κύτταρα προστατεύουν την εξέλιξη της νόσου.

Δεδομένα από τη Μ.Βρετανία και τις ΗΠΑ έχουν δείξει ότι ακόμη και αν το ιικό φορτίο της μόλυνσης μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων είναι ίδιο τις πρώτες ημέρες, αυτό των εμβολιασμένων πέφτει με ταχύτατο ρυθμό σε σχέση με αυτό των ανεμβολίαστων, πιθανών λόγω της δράσης των Τ & Β κυττάρων, και αυτό είναι που εν τέλει μειώνει το ρίσκο μετάδοσης του ιού στο διάστημα της μόλυνσης, αλλά και από την εξέλιξη της μόλυνσης σε βαριά νόσο [1, 14].

Δυστυχώς όμως, υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι οι εμβολιασμένοι πολίτες με εκτεθειμένο ανοσοποιητικό σύστημα έχουν αυξημένο ρίσκο εκδήλωσης σοβαρής νόσου μετά από μόλυνση, κάτι που εξηγείται με το ότι τα Τ & Β κύτταρα αυτών των ανθρώπων δεν είναι ενεργοποιημένα στο βαθμό που χρειάζεται [15, 16].

Έτσι λοιπόν φτάνουμε στο τρίτο συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο ο γενικός πληθυσμός που δεν έχει εκτεθειμένο ανοσοποιητικό είναι προστατευμένος από βαριά νόσο και θάνατο μετά τον εμβολιασμό, αλλά οι εμβολιασμένοι που έχουν εκτεθειμένο ανοσοποιητικό σύστημα είναι πολύ πιο ευάλωτοι από την πολύ μεταδοτική Δέλτα παραλλαγή.

Τα παραπάνω τρία συμπεράσματα από τη βιβλιογραφία μας δείχνουν ότι στο αρχικό ερώτημα, η συνθήκη (α) ισχύει αλλά όχι για τον γενικό πληθυσμό, και άρα υπάρχει αναγκαιότητα 3ης δόσης για συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες.

Υπάρχουν ήδη αρκετές κλινικές μελέτες που έχουν εξετάσει και μελετήσει τις επιπτώσεις της 3η δόσης (οι περισσότερες με εμβόλια mRNA), τόσο στον γενικό πληθυσμό όσο και σε ευάλωτους. Δεν θα αναφερθώ εκτενώς εδώ, αλλά το γενικό συμπέρασμα είναι ότι:

1) η ασφάλεια της 3ης δόσης είναι δεδομένη σε σχέση με πιθανές παρενέργειες, δεδομένου και της συνολικής αντίδρασης του ανοσοποιητικού μετά την 3η δόση, και

2) τα αντισώματα των εμβολιασμένων με 3η δόση αυξάνονται σημαντικά, φτάνοντας σχεδόν στα υψηλά επίπεδα όπως συνέβη και μετά τη 2η δόση. Αυτό που δεν γνωρίζουμε ακόμη από αυτές τις μελέτες γιατί είναι νωρίς, είναι πόση είναι η προστασία αυτής της 3ης δόσης έναντι της μόλυνσης και της νοσηλείας. Αυτό είναι κάτι που θα το δούμε μάλλον στην πράξη, μετά τους εμβολιασμούς.

Συνεπώς, η εξέταση της βιβλιογραφίας και των διαθέσιμων δεδομένων δείχνει ότι στην παρούσα φάση θα ήταν ορθό να προχωρήσει η Πολιτεία στην χορήγηση 3ης δόσης με εμβόλια τεχνολογίας mRNA (Pfizer/BioNTech και Moderna), ειδικά σε πολίτες με εκτεθειμένο ανοσοποιητικό σύστημα ή/και γενικότερα ευπαθείς πολίτες.

Κατά την προσωπική μου άποψη, αυτό πρέπει να γίνει υπό δύο προϋποθέσεις:

1) Να εγκριθεί η 3η δόση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων.

Αν και υπάρχουν χώρες-μέλη της ΕΕ που έχουν προχωρήσει ήδη σε εθνική έγκριση και χορήγηση της 3ης δόσης σε συγκεκριμένες ομάδες (βλέπε παρακάτω), η έγκριση του ΕΜΑ έχει μεγάλη σημασία:

α) στην επιβεβαίωση της ασφάλειας του εμβολιασμού

β) στην ισχυροποίηση της εμπιστοσύνης των πολιτών για την χορήγηση της 3ης δόση

γ) σε περίπτωση που παρουσιαστούν σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες που δεν έχουμε δει στις μελέτες μέχρι τώρα, θα μπορεί να βασιστεί η Πολιτεία στην ανάλυση και στην ενημέρωση του ΕΜΑ όπως έγινε και με τον αρχικό εμβολιασμό

δ) όπως έχουν αναφέρει και αξιωματούχοι της ΕΕ, μια εθνική έγκριση της 3ης δόσης από κάποια χώρα, χωρίς την έγκριση του ΕΜΑ εμπεριέχει μεγαλύτερο νομικό ρίσκο.

Ο ΕΜΑ βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε συνεργασία με το ECDC και διάφορα Νational Ιmmunisation Τechnical Αdvisory Groups (NITAGs) για την 3η δόση και αναμένεται σύντομα μια εξέλιξη στο θέμα.

Νοείται επίσης ότι η Πολιτεία δύναται να διαφοροποιηθεί σε κάποια τεχνικά σημεία με την έγκριση του ΕΜΑ όταν αυτή έρθει (πχ στον ακριβή καθορισμό των πληθυσμιακών ομάδων που θα δοθεί η 3η δόση, ή σε ηλικιακά όρια κτλ.), ανάλογα με τις ανάγκες της χώρας.

Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι η έγκριση του ΕΜΑ δεν θα έχει στενά όρια και θα αφήνει ευελιξία εφαρμογής στις χώρες ανάλογα με τις ανάγκες τους και τον σχεδιασμό τους.

Να υπάρχει η ανάλογη διαθεσιμότητα των απαιτούμενων δόσεων των εμβολίων mRNA, χωρίς να επηρεαστεί ο ρυθμός και η διαθεσιμότητα των εμβολίων στον γενικό πληθυσμό σε 1ες ή 2ες δόσεις, όπως τρέχει αυτή τη στιγμή.

Είναι πολύ σημαντικό για την Δημόσια Υγεία αλλά και για την πορεία της πανδημίας σε κάθε χώρα να συνεχίσει και εάν δύναται να αυξηθεί ο εμβολιαστικός ρυθμός στον γενικό πληθυσμό και ειδικά στις νεότερες ηλικίες.

Επειδή όμως οι διαθέσιμες δόσεις εμβολίων δεν είναι ανεξάντλητες, αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρχει σωστός στρατηγικός χρονικός σχεδιασμός από την Πολιτεία, όπου θα προβλέπει τη διάθεση & διαθεσιμότητα δόσεων σε βάθος χρόνου και στα δύο προγράμματα (1η -2η δόση και 3η δόση) πάντα σε σχέση με τα αποθέματα των εμβολίων.

Και εφόσον μια τέτοια εμβολιαστική κίνηση (για την 3η δόση) δεν περιλαμβάνει επιπλέον αγορά εμβολίων/δόσεων, τότε δεν συμβάλει και η χώρα μας στην αύξηση της ανισότητας/ανισοροπίας που υπάρχει αυτή τη στιγμή παγκοσμίως σε σχέση με τη διαθεσιμότητα δόσεων, όπως συνεχώς υπενθυμίζει ο ΠΟΥ.

Κλείνοντας, είναι σημαντικό να δούμε τι κάνουν και οι άλλοι. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλές χώρες (και Ευρωπαϊκές) που έχουν ξεκινήσει ή ξεκινάνε αυτό το διάστημα τον εμβολιασμό 3ης δόσης, με μεγάλες διαφορές μεταξύ τους σε σχέση με την τακτική τους. Παρακάτω δίνω μια σύντομη λίστα.

Χώρες που ξεκίνησαν 3η δόση ή αποφάσισαν να ξεκινήσουν το φθινόπωρο:

  • ΗΠΑ: Χορήγηση 3ης δόσης με Pfizer (>12 ετών) & Moderna (>18 ετών) σε ανοσοκατασταλμένους, τουλάχιστον μετά από 28 ημέρες από την 2η δόση. Οι πολίτες που έχουν κάνει εμβολιασμό με το μονοδοσικό J&J, δεν μπορούν προς το παρόν να κάνουν 2η δόση με mRNA, μέχρι να εξεταστεί το ζήτημα από τους FDA/CDC.

  • Ηνωμένο Βασίλειο: Εισήγηση για χορήγηση 3ης δόσης, αναμονή έγκρισης από JCVI για χορήγηση τον Σεπτέμβριο, δεν έχουν αναφερθεί ακόμη με ποια εμβόλια ή σε χρόνο από την 2η δόση. Η χορήγηση θα γίνει σε 2 κύματα: α) ανοσοκατασταλμένοι, οίκοι ευγηρίας, υγειονομικοί, και όλοι >70 ετών, β) οικογένειες ανοσοκατασταλμένων, όλοι >50 ετών, και ευπαθείς 18-50 ετών.

  • Ισραήλ: Έχει ήδη δοθεί 3η δόση με Pfizer σε πάνω από 2εκ ανθρώπους, στην αρχή μόνο σε >60 ετών, αλλά πλέον σε όλους τους πολίτες >12 ετών, ανεξαρτήτως προφίλ υγείας, τουλάχιστον 5 μήνες μετά την 2η δόση.

  • Γαλλία: Έγκριση για χορήγηση 3ης δόσης στα μέσα-Σεπτεμβρίου, με Pfizer/ Moderna, σε πολίτες >65 ετών με αυξημένο ρίσκο σοβαρής νόσου ή με εκτεθειμένο ανοσοποιητικό ή με υποκείμενα νοσήματα, με τουλάχιστον 6 μήνες μεταξύ 2ης-3ης δόσης.

  • Αυστρία: Έγκριση για χορήγηση 3ης δόσης μέσα-Οκτωβρίου, με Pfizer/Moderna, σε δύο κύματα: α) με ελάχιστο όριο 6-9 μήνες μετά την 1η δόση σε οίκους ευγηρίας, σε ευπαθείς, σε >65 ετών και σε όλους τους εμβολιαζόμενους με J&J και AZ, β) ελάχιστο όριο 9-12 μήνες μετά την 1η δόση σε όλο τον υπόλοιπο πληθυσμό >18 ετών.

  • Βέλγιο: Έγκριση για χορήγηση 3ης δόσης το φθινόπωρο, με Pfizer/Moderna, σε ανθρώπους με εκτεθειμένο ανοσοποιητικό (HIV, χαμηλά αντισώματα, καρκινοπαθείς, μεταμοσχευμένους).

  • Γερμανία: Έγκριση για 3η δόση με Pfizer ή Moderna, σε οίκους ευγηρίας, σε ηλικιωμένους, σε ευπαθείς ομάδες και ανοσοκατασταλμένους, καθώς και σε όλους όσους εμβολιάστηκαν με J&J και AZ.

  • Ουγγαρία: Διάθεση 3ης δόσης από αρχές Αυγούστου. Ανοιχτό για όλους τους πολίτες με ελάχιστο όριο 4 μήνες μετά την 1η δόση. Η επιλογή του εμβολίου αφήνεται στους γιατρούς και στους πολίτες. Οι εθνικές οδηγίες κάνουν λόγο για σύσταση συνειδητού “Mix Match” (διαφορετικό εμβόλιο σε σχέση με τις πρώτες δόσεις).

  • Ιρλανδία: Έγκριση για χορήγηση 3ης δόσης για φθινόπωρο, με Pfizer/Moderna, σε >80 ετών, σε οίκους ευγηρίας >65 ετών, σε υγειονομικούς, σε ανθρώπους με υποκείμενα, ενώ στο επόμενο κύμα τους υπόλοιπους εντός 60-80 ετών.

  • Λιθουανία: Διάθεση 3ης δόσης από τον Αύγουστο με Pfizer/Moderna, στους ανοσοκατασταλμένους με ελάχιστο 180 ημέρες μετά την 2η δόση, και για όλους τους άλλους πολίτες αργότερα μέσα στον χειμώνα.

  • Λουξεμβούργο: Διάθεση 3ης δόσης από τον Αύγουστο με Pfizer/Moderna μόνο σε ανοσοκατασταλμένους.

  • Μάλτα: Έγκριση για χορήγηση 3ης δόσης μέσα στον Σεπτέμβριο, μόνο σε ανοσοκατασταλμένους και οίκους ευγηρίας.

  • Σλοβενία: Έγκριση τον Αύγουστο για 3η δόση με Pfizer/Moderna σε ευπαθείς ομάδες, ανοσοκατασταλμένους, μεταμοσχευμένους, με υποκείμενα νοσήματα, με ελάχιστο όριο 4 εβδομάδες μετά την 2η δόση.

  • Σουηδία: Έγκριση για χορήγηση 3ης δόσης το φθινόπωρο, με Pfizer/Moderna (αφήνει παράθυρο για το Novavax όταν εγκριθεί) σε όλες τις ευπαθείς ομάδες με αυξημένο κίνδυνο βαριάς νόσου, με στόχο να επεκταθεί σε όλο τον πληθυσμό το 2022.

  • Σερβία: Έγκριση τον Αύγουστο για 3η δόση, με οποιοδήποτε εμβόλιο θέλουν, για όλους με ελάχιστο χρόνο 6 μήνες από την 2η δόση.

  • Κύπρος: Πρόθεση έγκρισης 3ης δόσης για χορήγηση μέσα στο φθινόπωρο, με Pfizer/Moderna, με σταδιακά κύματα, με ελάχιστο όριο 6 μήνες μετά τη 2η δόση, σε >65 ετών, σε οίκους ευγηρίας και ευπαθείς ομάδες ανεξαρτήτως ηλικίας.

Οι Ευρωπαϊκές χώρες (15) που ανέφεραν ότι δεν έχουν αρκετά στοιχεία προς το παρόν για να αποφασίσουν για την 3η δόση, ή θα αποφασίσουν εφόσον έρθει η έγκριση του ΕΜΑ ή θα αποφασίσουν μέσα στο φθινόπωρο εάν η έγκριση του ΕΜΑ καθυστερήσει: Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχία, Δανία, Εσθονία, Φιλανδία, Ελλάδα, Ιταλία, Λευκορωσία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ολλανδία, Ρουμανία, Σλοβακία, Ισπανία.

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Pouwels et al, MedRxiv; https://www.ndm.ox.ac.uk/files/coronavirus/covid-19-infection-survey/finalfinalcombinedve20210816.pdf

  2. Israel Government; https://www.gov.il/BlobFolder/reports/vaccine-efficacy-safety-follow-up-committee/he/files_publications_corona_two-dose-vaccination-data.pdf

  3. Financial Times; https://www.ft.com/content/49641651-e10a-45f6-a7cc-8b8c7b7a9710

  4. Wei et al, Nature; https://www.nature.com/articles/s41564-021-00947-3

  5. Khouri et al, Nature; https://www.nature.com/articles/s41591-021-01377-8

  6. CDC; https://www.cdc.gov/coronavirus/2019-ncov/variants/delta-variant.html

  7. Subbaraman, Nature news https://www.nature.com/articles/d41586-021-02187-1

  8. Tenforde et al, MedRxiv; https://www.medrxiv.org/content/10.1101/2021.07.08.21259776v1

  9. Chodick et al, Clinical Infectious Diseases; https://academic.oup.com/cid/advance-article/doi/10.1093/cid/ciab438/6276888

  10. Khan and Mahmud, Gastroenterology; https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC8146263/

  11. Teijaro and Farber, Nature Reviews Immunology; https://www.nature.com/articles/s41577-021-00526-x

  12. Turner et al, Nature; https://www.nature.com/articles/s41586-021-03738-2

  13. Tarke et al, Cell Reports; https://www.cell.com/action/showPdf?pii=S2666-3791%2821%2900204-4

  14. UK Government; https://www.gov.uk/government/news/vaccines-highly-effective-against-hospitalisation-from-delta-variant

  15. Wadei et al, Am Journ Transplantation; https://onlinelibrary.wiley.com/doi/full/10.1111/ajt.16618

  16. CDC; https://www.cdc.gov/coronavirus/2019-ncov/vaccines/recommendations/immuno.html

Ο Δρ Διέτης είναι ενεργό μέλος επιστημονικών εταιρειών στον τομέα της Φαρμακολογίας και της Ιατρικής Εκπαίδευσης, όπως η Ελληνική Φαρμακολογική Εταιρεία, η Βρετανική Φαρμακολογική Εταιρεία (BPS), η Αμερικανική Εταιρεία Φαρμακολογίας & Θεραπευτικής (ASPET) και της Ένωσης Ιατρικής Εκπαίδευσης στην Ευρώπη (AMEE).

Δείτε περισσότερα:

Δημοφιλή