ΤΟ BLOG
24/06/2015 09:03 EEST | Updated 24/06/2016 08:12 EEST

Ποιος ήταν πραγματικά ο εθνικός μας ποιητής Ανδρέας Κάλβος;

Πριν λίγο καιρό, με την συνεργασία του Λεύκιου Ζαφειρίου, ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, μας έδωσε ένα σημαντικότατο πόνημα: συγκέντρωσε σε ένα «σώμα», μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση, όλη την αλληλογραφία (388 επιστολές) του μεγάλου Ζακύνθιου ποιητή της Ελευθερίας και της Αρετής, του ποιητή των «Ωδών». Οι επιστολές αυτές αποκαλύπτουν μια πολυσχιδή προσωπικότητα που «δραπετεύει» από τα ασφυκτικά πλαίσια του «εθνικού ποιητή».

Lotus Carroll/Flickr

Αυτήν την αινιγματική και μυστηριώδη φυσιογνωμία, για την οποία γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα (σε αντίθεση με τον πολυμελετημένο και πολυσχολιασμένο Διονύσιο Σολωμό), έρχεται να φωτίσει, υπό ένα νέο πρίσμα, ο μελετητής Δημήτρης Αρβανιτάκης, υπεύθυνος των εκδόσεων του Μουσείου Μπενάκη.

arvanitakis

Πόσοι αλήθεια γνωρίζουν πως ο Κάλβος, υπήρξε και «Ιταλός» ποιητής (με πολλαπλάσιο σε έκταση έργο);

Πόσοι γνωρίζουν πως έζησε 43 χρόνια ποιητικής σιωπής;

Πριν λίγο καιρό, με την συνεργασία του Λεύκιου Ζαφειρίου, ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, μας έδωσε ένα σημαντικότατο πόνημα: συγκέντρωσε σε ένα «σώμα», μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση, όλη την αλληλογραφία (388 επιστολές) του μεγάλου Ζακύνθιου ποιητή της Ελευθερίας και της Αρετής, του ποιητή των «Ωδών». Οι επιστολές αυτές αποκαλύπτουν μια πολυσχιδή προσωπικότητα που «δραπετεύει» από τα ασφυκτικά πλαίσια του «εθνικού ποιητή». Όπως μας λέει, επιδίωξή του είναι «να μετακινηθούν οι βασικοί ερευνητικοί άξονες με βάση τους οποίους το έργο και ο βίος του Κάλβου έχουν ως τώρα μελετηθεί: να συνδυαστεί δηλαδή η φιλολογία με την ιστορία και να ανοιχτεί η οπτική μας από το πλαίσιο του «ελληνικού κόσμου» σε κείνο της μεγάλης «ευρωπαϊκής εμπειρίας», εντός της οποίας κινήθηκε ο ίδιος».

Η ενασχόληση του Αρβανιτάκη με τον μεγάλο συμπατριώτη του μετρά ηδη κάμποσα χρόνια (και πονήματα), και όπως μας ενημερώνει, μέχρι τις αρχές του 2017, το Μουσείο Μπενάκη θα έχει εκδώσει τα άπαντά του ποιητή.

kalvos

Άνθρωπος ευφυής και γοητευτικός, με μεγάλο εύρος γνώσεων και ισχυρή πολιτική συνείδηση, ο Δημήτρης Αρβανιτάκης είναι ένας καθαρόαιμος διανοούμενος των καιρών μας. Μια συζήτησή μαζί του σε οδηγεί σε ενδιαφέροντα μονοπάτια...

-Η ειρωνεία είναι πως ο Ανδρέας Κάλβος θεωρείται  "ασυνεπής και απρόθυμος αλληλογράφος". Πώς, αλήθεια, αντιλαμβάνεστε την προσωπικότητά του μέσα από τα γράμματά του;

«Η αλήθεια είναι ότι ήταν πράγματι μάλλον «απρόθυμος» στην αλληλογραφία. Από το σύνολο των 388 γνωστών επιστολών μόνον οι 54 προέρχονται από εκείνον. Προφανώς, κάποιες έχουν χαθεί, δεν υπάρχει αμφιβολία. Όπως και να 'χει, όμως, πολλές μαρτυρίες συντείνουν στο να του αποδοθεί ο χαρακτηρισμός που αναφέρατε.

Ένα από τα κέρδη της συνολικής έκδοσης της αλληλογραφίας του είναι μία ρωγμή στην εικόνα που μας έχει από παλιά παραδοθεί. Δεν θα έλεγα ανατροπή, αλλά ρωγμή οπωσδήποτε. Η εικόνα του «μονόχνοτου», του ιδιότροπου, του σχεδόν αντικοινωνικού δεν επιβεβαιώνεται. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν ένας άνθρωπος αυστηρός, ένας άνθρωπος απαιτήσεων, ένας άνθρωπος κριτικός. Όμως, υπήρξε μαζί ένας κοινωνικός, δραστήριος, αεικίνητος, ανήσυχος, φιλόδοξος άνθρωπος. Τον βλέπουμε, και στην Ιταλία και στην Αγγλία (απ' όπου έχουμε πολλές μαρτυρίες), να εντάσσεται σε ευρείς φιλικούς κύκλους, τον βλέπουμε να κάνει φιλίες ειλικρινείς, τον βλέπουμε να αλληλογραφεί με χιούμορ, τον βλέπουμε να είναι ζεστός και ανθρώπινος με τους μαθητές του, κυρίως στην Αγγλία. Οπωσδήποτε αυστηρός, κάποτε μυστήριος, βεβαίως «κλειστός».

Ας κάνουμε, όμως, ένα επιπλέον, έστω μόνο υπαινικτικό, σχόλιο στην παραδομένη εικόνα του «ιδιότροπου». Πέρα από τα όποια ζητήματα του χαρακτήρα του, πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να λάβουμε υπ' όψιν μας το είδος του ποιητή που ο Κάλβος ενστερνίστηκε, αλλά και το προφίλ του διανοούμενου, ενός τύπου λογιοσύνης που τότε διαμορφωνόταν και στον οποίον εντάχθηκε και ο Κάλβος. Αυτά μπορούν σε μεγάλο βαθμό να εξηγήσουν κάποιες πτυχές του «δύσκολου» χαρακτήρα του. Αν αυτό το κατανοήσουμε σωστά και αν το θέσουμε στο πλαίσιο που του αρμόζει, θα μπορέσουμε να πάμε αλλού τη συζήτηση και να κατανοήσουμε αλλιώς τα πράγματα».

-Ο Κάλβος πέθανε φτωχός, "πτωχότατος, εις ξένην γη, άκλαυτος". Με μαντεψιές τον έχουν ζωγραφίσει οι νεότεροι ζωγράφοι. Γιατί, σε αντίθεση με άλλους ποιητές, την ζωή του καλύπτει αυτό το πέπλο μυστηρίου; Θεωρείτε πως αδικήθηκε εν ζωή;

«Το ότι δεν μας σώθηκε μια εικόνα του, οφείλεται, το δίχως άλλο, σε μία σειρά συμπτώσεων - ορισμένες τις γνωρίζουμε, άλλες τις εικάζουμε. Διαθέτουμε, ωστόσο, ένα οιονεί πορτραίτο του, με βάση το διαβατήριό του, τα δεδομένα του οποίου επεξεργάστηκε σε μία υποδειγματική μελέτη ο Σπύρος Ασδραχάς. Από την άλλη, οι φανταστικές απεικονίσεις του, όσες έχουν δει κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας, μερικές από τις οποίες είναι πολύ γοητευτικές και άλλες παιγνιώδεις ή αμήχανες, είναι περισσότερο καθρέφτες εκείνων που τις δημιούργησαν.

Το «μυστήριο» που καλύπτει τη ζωή του, αν εξαιρέσουμε τις περιπέτειες, τις πολλές μετακινήσεις του και το παιχνίδι των συμπτώσεων, οφείλεται και σε κάτι άλλο. Και εννοώ την εγκατάλειψη του ρόλου του ποιητή και τη μη υιοθέτηση στη συνέχεια ενός άλλου εξίσου κοινωνικά διακριτού ρόλου. Ο Κάλβος είχε πάψει να είναι ποιητής προτού πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα. Το 1826, έτος επιστροφής του στην Ελλάδα, υπήρξε και το έτος κυκλοφορίας στο Παρίσι της δεύτερης ποιητικής του συλλογής. Υπήρξε όμως και το έτος έναρξης της αδιάλειπτης πλέον ποιητικής του σιωπής. Έκτοτε, δεν έγραψε τίποτα άλλο, πέρα από ένα αποδιδόμενο σε αυτόν (δίχως ισχυρές ενδείξεις) «ελαφρύ» ποίημα. Έζησε πια τη ζωή του ως ένας λόγιος, όχι μεγάλης επιφάνειας, μακριά από τα μεγάλα πνευματικά κέντρα, μακριά από τους μεγάλους πνευματικούς ή άλλους αγώνες. Ο Κάλβος, προτού πεθάνει «εις ξένην γην», ως ποιητής είχε πεθάνει προ πολλού για τους συγχρόνους του».

-Τι ξέρουμε για το ιταλόγλωσσο έργο του; Οι περισσότεροι το αγνοούν.

«Να, ένα κρίσιμο ερώτημα. Ένα ερώτημα στο οποίο ελπίζω ότι η σχεδιαζόμενη συνολική έκδοση του συνόλου του έργου του θα δώσει απάντηση. Ήδη από τη νεανική του ηλικία αλλά και κατόπιν, έγραψε πολλά έργα στα ιταλικά. Έγραψε τραγωδίες (Ιππίας, Θηραμένης, Δαναΐδες), μέσα στο κλίμα του κλασικισμού και ακολουθώντας τα μεγάλα ιταλικά πρότυπα της εποχής του˙ έγραψε ποίηση (ένα χαμένο ποίημα για τον Ναπολέοντα, την Ωδή στους Ιονίους και έναν επίσης ανεύρετο ακόμα Ύμνο)˙ μετέφρασε (πάντα στα ιταλικά) από τη σικελική διάλεκτο την ποίηση ενός σημαντικού ποιητή, του Giovanni Meli˙, έγραψε σύντομα κριτικά δοκίμια (για την έννοια της αυτοκτονίας, για τις «αρχές των καλών τεχνών», για τον ρόλο του «genio» στην τέχνη, για την ιταλική ποίηση, για μεταφράσεις έργων στην ελληνική κ.λπ.), που δημοσίευσε σε ευρωπαϊκές και κερκυραϊκές εφημερίδες˙ εξέδωσε ένα διδακτικό ανθολόγιο ιταλικής ποίησης και γραμματικής (με τίτλο Italian Lessons), στο οποίο ενέταξε μία δική του τραγωδία. Όπως έχει παρατηρηθεί σωστά από τον Νάσο Βαγενά, το ιταλόγλωσσο έργο του είναι όχι μόνο πολλαπλάσιο σε έκταση, αλλά και μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια.

Το ιταλόγλωσσο έργο του, ολοκληρωμένο ή όχι, δεν είναι άγνωστο στους ειδικούς. Ωστόσο, δεν αποτέλεσε παρά ελάχιστες φορές, τις τελευταίες δεκαετίες, ουσιαστικό αντικείμενο έρευνας. Σπάνια αντιμετωπίστηκε συνδυαστικά με το ελληνόγλωσσο, σπάνια επιχειρήθηκε να μελετηθεί αυτό το τελευταίο μαζί με το ιταλόγλωσσο, το προγενέστερο δηλαδή, το οποίο θα μας διαφώτιζε με σαφήνεια για τις πνευματικές του προϋποθέσεις. Εν ολίγοις, η εμμονή στο ελληνόγλωσσο έργο του οδήγησε αναπόφευκτα σε έναν αδικαιολόγητο τεμαχισμό και κατ' επέκταση στην παρερμηνεία, στην παρανόηση. Ας σκεφτούμε: μέχρι το 1826, έτος της τελευταίας ποιητικής του συλλογής, ο Κάλβος δεν έζησε ποτέ μέσα σε ελληνικό περιβάλλον: ως τότε συνομίλησε, άμεσα ή έμμεσα, με πρόσωπα και ρεύματα εκτός του ελληνικού χώρου, διαμορφώθηκε κυρίως μέσα στο πνευματικό και πολιτικό περιβάλλον της Ιταλίας και της Αγγλίας, και δευτερευόντως της Ελβετίας και της Γαλλίας. Πώς αυτά μπορεί να μην μας απασχολούν;»

-Τελικά γνώριζε καλά ελληνικά; Και πόσο αυτό επηρέασε την ποίησή του;

«Το υπαινίχθηκα και πιο πριν. Ο Κάλβος (ο ποιητής, γιατί φαντάζομαι αυτόν τον Κάλβο εννοείτε) εγκατέλειψε τη γενέθλια Ζάκυνθο δέκα χρονών παιδί (1802), διαμορφώθηκε και ολοκληρώθηκε ως ποιητής μέσα σε μη ελληνόφωνα περιβάλλοντα, με την εξαίρεση ίσως του Λιβόρνου της εφηβείας του. Μπορεί η «γλωσσική του μνήμη» να ήταν ισχυρή, αλλά η γλωσσική του εμπειρία, το «γλωσσικό του παρόν» ήταν εξωτερικό σε σχέση με την ομιλούμενη ελληνική. Ας μην λησμονούμε επίσης ότι συστηματική παιδεία δεν έλαβε και ότι την επαφή του με την αρχαία ελληνική την οφείλει κατά βάση στη μεγάλη ιταλική του παιδεία και στη χρήση έμμεσων πηγών, ελληνικών και άλλων. Ο ίδιος βέβαια συνειδητοποιούσε το κρισιμότατο εκείνη την εποχή (εννοώ τους προεπαναστατικούς χρόνους) γλωσσικό ζήτημα, που ήταν στη βάση του εθνικό και όχι απλώς φιλολογικό. Γνώριζε σίγουρα το έργο του Κοραή, του Κοδρικά, αλλά και άλλων, ενώ επιχείρησε στο Λονδίνο το 1818-1819 να διατυπώσει και μία άποψη για το ορθό εθνικό γλωσσικό όργανο. Αν και η θέση που εκεί διατύπωσε ενθουσίασε τον Κοδρικά, η άποψή του, εντέλει, ήταν πιο κοντά στις θέσεις του Κοραή, για τον «καθαρισμό», για τη διόρθωση της ελληνικής γλώσσας. Και αυτό επιχείρησε να δείξει και στην ποίησή του. Με τις αδυναμίες και τα προβλήματα που του δημιουργούσε όχι μόνο η υπαρκτή, η πολύπλοκη και ασταθής γλωσσική πραγματικότητα της εποχής του, αλλά και η δική του προβληματική γνώση της ελληνικής. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Η γλώσσα του κατακρίθηκε από τους πάντες. Και από τους Φαναριώτες και από τους Επτανήσιους. Ένας Επτανήσιος, του σολωμικού περιβάλλοντος, την αποκάλεσε «γκρέκο συφοριασμένο». Ήταν αναπόφευκτο. Είχε δίκιο ο Δημαράς όταν είπε ότι μόνο όταν έπαψαν οι σκληροί γλωσσικοί αγώνες μπόρεσε το αυτί των Ελλήνων να ακούσει την ποιητικότητα της «γλωσσικής του ανορθογραφίας», μη δίνοντας προτεραιότητα στα γραμματικά προβλήματα ή στα δάνεια από την ιταλική. Αν και κάποτε, και σήμερα ακόμα, το φάντασμα των «γλωσσικών του ατασθαλιών» ξαναεμφανίζεται».

-Υπήρξε ένας εθνικός ποιητής κι ένας "εξόριστος πατριώτης", όπως τον χαρακτήρισε ο υπουργός πολιτισμού Νίκος Ξυδάκης στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου. Πώς στοιχειοθετείται ο χαρακτηρισμός αυτός;

«Πρώτον, ο «εξόριστος πατριώτης» δεν είναι ο ίδιος με τον κατοπινό «εθνικό ποιητή». Ο Κάλβος που ακολούθησε τον πράγματι αυτοεξόριστο Ούγκο Φόσκολο στην Ελβετία (1816) και στο Λονδίνο (1817) και συμμερίστηκε τη μοίρα εκατοντάδων Ιταλών εξόριστων ήταν μάλλον ένας Ιταλός Κάλβος, που θα μπορούσε να ενταχθεί στον αστερισμό των Ιταλών πατριωτών. Αυτός δεν ταυτίζεται με τον κατοπινό «Έλληνα ποιητή». Εδώ περνάμε στα άλλα πεδία έρευνας, εκείνα που υπαινίχθηκα στην αρχή: στις διαδικασίες δηλαδή δημιουργίας νέων πραγματικοτήτων και νέων συνειδήσεων. Πράγματα που συνδέονται στο βάθος τους με τον νέο ιστορικό και εννοιολογικό ορίζοντα του έθνους. Όμως, ας μην επεκταθούμε.

Ας πω, πάντως, εδώ ότι ο όρος «εθνικός ποιητής» λειτουργεί αλλιώς για τον Σολωμό και αλλιώς για τον Κάλβο. Η ελληνική λογιοσύνη απέδωσε και στους δύο, αλλά και σε πολλούς ακόμα, τον χαρακτηρισμό αυτόν. Γνώμη μου είναι ότι, αν συνυπολογίσουμε, όπως πρότεινα πριν, το ιταλόγλωσσο έργο του, ο Κάλβος μάλλον ανήκει στους ποιητές-διανοούμενους που έκαναν κέντρο των στοχασμών τους πρωτίστως το αίτημα της ελευθερίας, νοούμενης ως πολιτικού οράματος, και όχι μόνο το αίτημα της εθνικής. Υπ' αυτή την έννοια θα τον ενέτασσα περισσότερο στην εποχή του Διαφωτισμού, μάλιστα στο ρεύμα του «ρεπουμπλικάνικου πατριωτισμού», στην εποχή της πολιτικής διεκδίκησης της Ελευθερίας. Με αυτές τις πνευματικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις, ο Κάλβος συναντήθηκε με το ειδικό αίτημα της εθνικής, πρώτα της ιταλικής και κατόπιν της ελληνικής, ελευθερίας. Νομίζω, κατά συνέπεια, ότι ο χαρακτηρισμός του «εθνικού ποιητή» είναι για τον Κάλβο περιοριστικός και όχι εντελώς αντιπροσωπευτικός».

-Αλήθεια, γιατί φτάσαμε σήμερα στην Ελλάδα να είμαστε καχύποπτοι, έως και αρνητικοί, με την χρήση του όρου "πατριώτης";

«Το τελευταίο σας ερώτημα μάς πηγαίνει αλλού, σε πολλά και διαφορετικά πεδία. Θα αναφέρω τρία από αυτά. Το ένα έχει να κάνει με την εγκληματική χρήση και κατάχρηση της έννοιας του πατριωτισμού από τις πιο αντιδραστικές ελληνικές πολιτικές και πνευματικές δυνάμεις, κυρίως στα χρόνια που ακολούθησαν την περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης, με κορύφωση τη Δικτατορία. Η μονοπώληση του όρου, η ταύτιση των ταγματασφαλιτών, του δοσιλογισμού, της ακραίας δεξιάς με την εθνικοφροσύνη και τον πατριωτισμό, η καταδίκη και ο διωγμός της Εθνικής Αντίστασης συμπαρέσυραν το ίδιο το περιεχόμενο της έννοιας. Αυτές οι εξελίξεις για ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας λειτούργησαν αντανακλαστικά. Στα προηγούμενα, για να περάσω στο δεύτερο πεδίο, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και ένα κρίσιμο ζήτημα που αφορά τον χώρο της αριστεράς: τη δύσκολη σχέση εθνικού και διεθνικού. Αυτή η δύσκολη σχέση, για πολλές δεκαετίες τραυματιζόταν ακόμα περισσότερο λόγω των συνθηκών που πιο πάνω αναφέραμε. Παραλείποντας άλλα, ας σημειώσω ένα τρίτο πεδίο. Εννοώ την κουλτούρα της παγκοσμιοποίησης, όπως αυτή εμπεδώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, η οποία συνέτεινε στην περαιτέρω υποτίμηση της έννοιας του πατριωτισμού. Η σημερινή κρίση, βαθιά κρίση ενός δυναμικά παγκοσμιούμενου κόσμου, επαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια του πατριωτισμού, πάντα με τις αντιφάσεις της: από τη μια μεριά την υγιή αντίσταση των λαών -όση είναι αυτή- στις λογικές που υπαγορεύει η απόλυτη οικονομική εξουσία και από την άλλη τα πιο απάνθρωπα ένστικτα του φασισμού και της άκρας δεξιάς, που μιλούν ξανά στο όνομα ενός ψευδούς «πατριωτισμού», που χτίζεται πάνω στα ένστικτα και στο μίσος».

-Ποιά είναι η σχέση των σημερινών Ζακυνθίων με τους δύο εθνικούς μας ποιητές και με τον πολιτισμό γενικότερα; Η νέα γενιά επιβεβαιώνει την καλή φήμη των Επτανήσων (μουσικοφιλία, καλλιέργεια κλπ);

« Εδώ και δεκαετίες δεν ζω πραγματικά στη Ζάκυνθο και έτσι η εικόνα μου είναι μία εικόνα από απόσταση. Ξέρω ότι προσπάθειες πολλές γίνονται, ότι νέος κόσμος δουλεύει στη μουσική, στη ζωγραφική, στη λογοτεχνία. Με καλά, πολύ συχνά, αποτελέσματα. Θα έλεγα, ωστόσο, κάτι που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάσει προκλητικό: η καλλιτεχνική δημιουργία θα ζήσει μόνο αν υπερβεί αυτό που αυτάρεσκα ονομάζεται «επτανησιακή παράδοση». Η δημιουργία θα πρέπει να αποδεσμευτεί από τα σκληρά δεσμά μίας τοπικότητας που τη δυναστεύει. Ο χρόνος περνάει, οι καιροί αλλάζουν, οι προκλήσεις θέλουν τις δικές τους απαντήσεις. Να θυμίσω μόνο ότι όσοι Ζακυνθινοί, αφού γι' αυτούς μιλάμε, κατάφεραν να αφήσουν έργο σημαντικό, έσπασαν αυτά τα δεσμά ή, για να το πω καλύτερα, μετάπλασσαν την όποια εμπειρία της «επτανησιακότητας» εντός του δικού τους χωροχρόνου, με τα δικά τους, μη «τοπικά», εργαλεία. Ενδεικτικά: Κ. Πορφύρης, Αλέκος Ξένος, Δημήτρης Λάγιος.

Όσο μπορώ να δω, και αν η γνώμη μου έχει κάποια αξία, θα έλεγα ότι συνολικά ο χώρος του Ιονίου, στη διαδρομή του εικοστού αιώνα, βίωσε το παρελθόν του ως ένα «μυθικό παρελθόν», που πολύ συχνά λειτούργησε συμπλεγματικά. Ως καταφυγή δηλαδή ενός τόπου με ισχυρή «τοπική συνείδηση» απέναντι σε έναν πιο ανοιχτό πλέον κόσμο (τον ελληνικό, συνολικά), ο οποίος έμοιαζε να μην του αναγνωρίζει όσα θα έπρεπε. Είναι σύνθετο το φαινόμενο αυτό, δεν μπορεί να αναλυθεί εδώ. Αυτή η εσωστρέφεια και η «συμπλεγματική υπεράσπιση» ενός χαμένου παραδείσου λειτούργησε πολλαπλά καταστροφικά. Ακόμα περισσότερο, αν μιλήσουμε για τις τελευταίες δεκαετίες, αυτός ο «επτανησιακός πολιτισμός» λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό ως μία χρήσιμη βιτρίνα, ως άλλοθι για μία θορυβώδη και καταστροφική τουριστικοποίηση που αποδιάρθρωνε όλη την κοινωνία και νέκρωνε τον παραγωγικό ιστό. Λειτούργησε δηλαδή σε μεγάλο βαθμό υποκριτικά, το βλέπουμε σήμερα. Η επίκληση του «επτανησιακού πολιτισμού» -συντελεσμένου και παρελθόντος πλέον, μην το ξεχνάμε- γινόταν μέσα σε μία περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μέσα στην ελληνική κοινωνία δηλαδή, που έδινε τα πρωτεία σε άλλες πια δραστηριότητες, σε άλλες αξίες. Ας μην έχουμε αυταπάτες: μέσα στις σύγχρονες συνθήκες (εθνικοποιημένες και παγκοσμιοποιούμενες) η επίκληση της τοπικότητας δεν αρκεί. Χρειάζεται να μιλήσουμε τη δική μας γλώσσα».

-Πώς βλέπετε τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις;

«Θα πω αισιόδοξες, υπό μία έννοια λυτρωτικές. Αν η Ελλάδα αντιμετωπίστηκε ως ένα πειραματόζωο, ως ένα εργαστήριο δοκιμής μίας «βελούδινης» κατάλυσης της δημοκρατίας μέσα στις συνθήκες του σημερινού παγκοσμιοποιούμενου καπιταλισμού, η Ελλάδα σήμερα γίνεται επίσης ένα πεδίο δοκιμής μίας αντίστροφης δυνατότητας: της αντίστασης σε αυτό ακριβώς το πείραμα. Με όλες τις αδυναμίες, με όλες τις αντιφάσεις, με όλες τις ανεπάρκειες. Υπερβαίνοντας τα επιφαινόμενα (η σημασία των οποίων, πάντως, δεν πρέπει να υποτιμηθεί), μόνο όσοι θέλουν (ή έχουν συμφέρον) να είναι τυφλοί, μέσα και έξω από τη χώρα μας, δεν βλέπουν ότι διεξάγεται ένας άγριος πόλεμος ενάντια στις θεμελιώδεις αρχές της αστικής δημοκρατίας. Αν σε παλαιότερες φάσεις, ο εχθρός του αστισμού ήταν ο σοσιαλισμός και οι αριστερές ιδεολογίες, το πράγμα σήμερα είναι αλλιώς. Ο σημερινός καπιταλισμός τη δημοκρατία δεν τη χρειάζεται, ακριβέστερα του είναι εμπόδιο. Μπορούμε σε αυτό να αντισταθούμε; Εδώ είναι το κομβικό ζήτημα, γιατί ο σημερινός δυτικός άνθρωπος έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες αρκετές δεκαετίες πάνω σε αυτές τις αρχές: μάθαμε να αδιαφορούμε για τη δημοκρατία, για τη συλλογικότητα και την πολιτική ηθική, σε συνθήκες ψευδούς ευμάρειας. Και τώρα, την ώρα της επίθεσης, το έδαφος έχει ήδη υπονομευτεί. Αυτό είναι το κρίσιμο».

-Θεωρείτε πως οι ταραχώδεις εποχές που ζούμε έχουν βρει "αντάξιους" εκφραστές στον χώρο της τέχνης γενικότερα και της ποίησης ειδικότερα; Ή είστε από αυτούς που πιστεύουν πως σήμερα οι διανοούμενοι σιωπούν;

«Η εποχή μας δεν είναι απλώς «ταραχώδης». Ζούμε σήμερα την αιχμή μίας από χρόνια ετοιμαζόμενης μεταλλαγής. Το υπαινίχθηκα πιο πριν. Η πανταχόθεν καταδίκη των διανοουμένων, δίχως να είναι πάντα άδικη, είναι ωστόσο συσκοτιστική. Γιατί δεν λαβαίνει υπ' όψιν της κάποιες κρίσιμες παραμέτρους. Θυμάμαι στις αρχές της ελληνικής κρίσης να στηθοκοπιούνται οι τηλεδημοσιογράφοι, φωνάζοντας: «πού είναι οι διανοούμενοι;» - και είδαμε τι εννοούσαν. Εννοούσαν απλώς πού είναι οι διανοούμενοι οι οποίοι θα μπορούσαν να επενδύσουν θεωρητικά τον μονόδρομο της κοινωνικής μας καταστροφής, που η εξουσία είχε επιλέξει. Και αυτούς τους βρήκαν: τους είδαμε, μιλήσανε, έπαιξαν τον ρόλο τους. Ας μην λησμονούμε, λοιπόν, ότι πάντα υπήρχαν και υπάρχουν, όπως το είπε πρώτος ο Γκράμσι, οι «οργανικοί διανοούμενοι» του συστήματος της πολλαπλής εξουσίας και οι αντίπαλοί τους. Δεν χωράει αμφιβολία ότι αυτοί οι τελευταίοι, στις πρόσφατες δεκαετίες της «ευμάρειας», και όχι μόνο στην Ελλάδα, είχαν απελπιστικά λιγοστέψει. Αναρωτιέται, όμως, κανείς αν όσοι απέμεναν είχαν πράγματι πρόσβαση στα μέσα εκείνα που επηρέαζαν στ' αλήθεια την κοινωνία. Θα πω ότι δεν είχαν. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι εδώ και χρόνια μιλούσαμε για τον σταδιακό «εκφασισμό» των κοινωνιών μας. Αυτό βέβαια δεν αθωώνει τους μη οργανικούς διανοούμενους από την κατηγορία της αβελτηρίας, από τον εγκλεισμό τους στην αυταρέσκεια της γνώσης, από την τύπου Σαβοναρόλα στάση τους, έξω και κάποτε υπεράνω της κοινωνίας. Αυτό πράγματι συνέβη, και συνέβη αρκετές φορές. Όμως, η γενίκευση είναι άδικη.

Από την άλλη, αυτή η «κατηγορία της σιωπής» δεν λαβαίνει υπ' όψιν της έναν κρίσιμο παράγοντα, που εντόπισε εδώ και αρκετά χρόνια ο Ινιάθιο Ραμονέ. Την έκρηξη δηλαδή της πληροφορίας και τη μαζική ψευδαίσθηση της ατομικής συμμετοχής στη διαμόρφωση της πραγματικότητας. Αυτή η διαπίστωση θέτει σε εντελώς νέες βάσεις τον ρόλο των διανοουμένων, τη σχέση κοινωνίας - διανοουμένων, την ίδια εντέλει τη λειτουργία της γνώσης. Η κοινωνία της εποχής του διαδικτύου δεν είναι η κοινωνία του βιβλίου, της εφημερίδας, του ραδιοφώνου και των περιοδικών. Η αποθέωση της εξειδίκευσης και της ατομικότητας ελαχιστοποιεί τα περιθώρια κοινωνικής αποδοχής της «διανόησης». Εκείνος ο τύπος πνευματικής και κοινωνικής εμπειρίας που ο Σαρτρ είχε ορίσει ως διανοούμενο («εκείνος που φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν») δοκιμάζεται σήμερα ιστορικά. Και οι λόγοι αυτής της δοκιμασίας υπερβαίνουν τη σημερινή μας στιγμή. Συνδέονται άρρηκτα με την ιστορικά ορισμένη φυσιογνωμία του διανοούμενου και με τις αλλαγές των σύγχρονων κοινωνιών. Ας απαντήσω, λοιπόν, με μία ερώτηση στο ερώτημα. Όχι δηλαδή μόνο αν υπάρχουν και αν μιλούν οι μη οργανικοί διανοούμενοι, αλλά και αν οι κοινωνίες μας θέλουν να τους ακούσουν. Δε χωράει αμφιβολία. Πέρα από παλαιότερες βεβαιότητες, νομίζω ότι το σημείο συνάντησης σήμερα έχει χαθεί. Μπορεί να συμφωνήσουμε ότι αξίζει να βρεθεί, αλλά δεν θα το βρούμε εκεί που ήταν «πριν».

Sponsored Post