ΤΟ BLOG
07/12/2016 07:58 EET | Updated 08/12/2017 07:12 EET

Ευρώπη, ώρα πραγματικά μηδέν

Και ενώ η Ελλάδα πάσχει από μια αδύναμη πολιτική ηγεσία που πιέζεται καθημερινά από διάφορες ελέγξιμες και ανεξέλεγκτες κατευθύνσεις, κανείς δε φαίνεται να είναι πρόθυμος να μπει μπροστά. Η Ελλάδα θέλει να κερδίσει χρόνο γιατί το τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι γεμάτο, ενώ η τουρκική πλευρά θέλει να τα βάλει όλα στο τραπέζι. Γνωρίζει ότι η στιγμή είναι κακή. Γνωρίζει ότι η Ελλάδα είναι μόνη της και παίζει το δικό της παιχνίδι. Έχει δύο σκέψεις κατά νου: η πρώτη ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει να θέσει την Ελλάδα προ των ευθυνών της, δίδοντας να παραδεχθεί πως αυτή φταίει για όλα και η δεύτερη με κινήσεις που δείχνουν το πραγματικό πρόσωπο της Τουρκίας να εξαναγκάσει την ελληνική πλευρά να υποχωρήσει υπέρ της.

Gabriela Insuratelu

Η Ευρώπη όσο και αν θέλαμε να το αποφύγουμε θυμίζει πλέον ένα ρολόι που δεν δείχνει πια τη σωστή ώρα, που θέλει το απαραίτητο κούρδισμα, αλλά και που κανείς δεν θέλει να το επισκευάσει. Η ώρα πια είναι περασμένη και οι τύχες των πολιτών στο έλεος της ιστορίας τους. Οι λαοί ,πλέον, αντιμέτωποι με την ευθύνη τους, προσωπική και συλλογική.

Καιρό τώρα διαφαινόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην Ευρώπη. Και την Κυριακή αυτό έγινε πιο ξεκάθαρο και ορατό από ποτέ. Μεγάλες κρίσεις, διαχρονικά, έχουν οδηγήσει σε τραγωδίες τόσο μεγάλες, που κάνουν την οικονομική κρίση να ωχριά μπροστά τους . Τι μπορεί όμως να έχει οδηγήσει την Ευρώπη, να μετατραπεί από μια σταθερή και συγκροτημένη δύναμη, στην Ευρώπη των ανθρωποθυσιών και των αδιεξόδων;

Το ερώτημα αυτό -έστω- σεναριακά πάντοτε υφίστατο. Μελέτες, συνέδρια και ατέρμονες ομιλίες οδηγούσαν πάντοτε στο ίδιο συμπέρασμα: καλύτερα να μη μας τύχει, γιατί δεν ξέρουμε πώς να το διαχειριστούμε. Άλλωστε ποτέ μας δεν πιστέψαμε πως πρέπει να δημιουργήσουμε μηχανισμούς σταθερότητας και επαναφοράς της κατάστασης σε ανεκτά επίπεδα. Ποτέ μας δεν προβλέψαμε ότι η Ευρώπη μπορεί κάποια στιγμή να καταστεί έρμαιο των ίδιων της των επιλογών. Κανείς δεν είχε, ποτέ, σκεφτεί ότι οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι πολίτες θα κατατρώγαν τη σάρκα του οικοδομήματος που τους «έθρεψε».

Πλέον όμως το ερώτημα αυτό δεν είναι κινδυνολογικό. Είναι απόλυτα υπαρκτό. Η Ευρώπη μπήκε σε μία περιπέτεια χωρίς να είναι γνωστό το τέλος της. Και αυτό φάνηκε από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Ιταλία, το οποίο αφορούσε τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Ένα δημοψήφισμα μάλλον ψευδεπίγραφο και ανούσιο. Αλλά πάντοτε (τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να εθεωρείτο ασχέτως εάν σε κάποιες χώρες το «ναι» γίνεται «όχι» και αντιστρόφως) σεβαστό. Ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Μ. Ρέντσι είχε δεσμευθεί πολύ επιπόλαια, ότι σε περίπτωση ήττας στο δημοψήφισμα , θα παραιτείτο από την πρωθυπουργία, όπως και έπραξε. Πρώτος σοβαρός κύκλος πολιτικής αβεβαιότητας για την Ιταλία που δε φάνηκε ανεπηρέαστη από τη δίνη της παγκόσμιας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Οι συνέπειες του «όχι» λειτουργούν σαν ντόμινο για την Ιταλία και την Ευρώπη. Πολιτικές εξελίξεις με εκλογές, άνοδος του κινήματος του Πέπε Γκρίλο. Ο κωμικός που θέλει να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, είναι απόλυτα πρόθυμος να κοροϊδέψει την Ευρώπη και να προκηρύξει δημοψήφισμα για την παραμονή ή μη της Ιταλίας στην ευρωζώνη, με το σενάριο αποχώρησης της χώρας να φαντάζει περισσότερο από πιθανό. Η αποχώρηση της Ιταλίας, ωστόσο, θα σημάνει και το τέλος της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και του ευρώ.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, πως η έξοδος μιας χώρας από το ευρώ δε θα συνιστούσε ιδιαίτερα μεγάλο και δισεπίλυτο πρόβλημα για την υπόσταση της ευρωζώνης, πράγμα όμως που δεν ισχύει, αναλογιζόμενοι το σενάριο όπου η Ιταλία, η οποία αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ζώνης, αποφασίσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να αποχωρήσει ή αποβληθεί. Σε αυτήν την περίπτωση το ντόμινο των εξελίξεων θα κατέστρεφε τα κυβάκια με ραγδαίους ρυθμούς, αφήνοντας τις άλλες χώρες ανήμπορες. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν φυσικά ολέθρια για τους σκοπούς που υπηρετεί η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πάντα όμως από το κακό, υπάρχει και το χειρότερο... Αυτό δεν είναι άλλο από μια ενδεχόμενη νίκη της Μαρί Λεπέν στις εκλογές της Γαλλίας, γεγονός που μέχρι πριν λίγους μήνες φάνταζε ως υποθετικό παράδειγμα. Τώρα πια διαφαίνεται ευκρινώς. Δεν είναι αδιανόητο μετά την εκλογή Τραμπ στις Η.Π.Α. Μια νίκη της Λεπέν, που αυτόματα θα σημάνει και αποχώρηση της Γαλλίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άλλωστε η Μαρί Λεπέν σε κάθε ευκαιρία, διαμηνύει πως πρώτη της προτεραιότητα αποτελεί η διεξαγωγή δημοψηφίσματος πάνω στην παραμονή ή αποχώρηση της Γαλλίας από την Ένωση.

Και ενώ μιλάμε για το μη επιθυμητό FRexit, λίγους μήνες μετά το BRexit, δεν τίθεται θέμα σύγκρισης. Η Ευρώπη, μουδιασμένη, από τις λιγοστές αλλά υπαρκτές επιπτώσεις της εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δύσκολα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια έξοδο της Γαλλίας από αυτή. Αναμένοντας και το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ολλανδία τον Μάρτιο του 2017, ας αναλογιστούμε και τον συνεχή κίνδυνο της Ελλάδας. Η Ελλάδα, ως πρώτη χώρα για την οποία συζητήθηκε ανοιχτά το σενάριο της εξόδου από το ευρώ και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, ενώ φάνηκε να απομακρύνεται από αυτό, ξαφνικά επανήλθε δριμύτερο ως άμεσος κίνδυνος. Και σε αυτό συνέβαλε η συνεχής πολιτική αβεβαιότητα και οι λανθασμένες πολιτικές κινήσεις.

Η Ευρώπη κινδυνεύει. Όχι μόνο από τα ίδια της τα μέλη. Πλέον έχει να αντιμετωπίσει και τον εξωτερικό εχθρό. Η Τουρκία από τη μία κινείται σε αχαρτογράφητα ύδατα. Η επίδειξη δύναμης μετά την αποτυχημένη πραξικοπηματική κίνηση του Ιουλίου του 2016, σείει τα σαθρά θεμέλια της Ένωσης. Οι Τούρκοι πάντοτε ήταν προβλέψιμοι. Τώρα όμως αντιλαμβανόμενοι ότι η Ευρώπη προσπαθεί να βρει τον βηματισμό της, προβαίνουν σε κινήσεις, που μόνο με αυτές δεν δύναται αυτή τη στιγμή να ασχοληθεί. Το Κυπριακό - ένα ζήτημα που επί πολλά χρόνια ήταν στάσιμο- ξαφνικά ενεργοποιήθηκε. Τα Ελληνοτουρκικά ζητήματα με τις εναέριες και θαλάσσιες παραβιάσεις εντάθηκαν, ενώ οι ροές των μεταναστών αυξάνονται καθημερινά. Όλα βάσει προγραμματισμένου σχεδίου.

Και ενώ η Ελλάδα πάσχει από μια αδύναμη πολιτική ηγεσία που πιέζεται καθημερινά από διάφορες ελέγξιμες και ανεξέλεγκτες κατευθύνσεις, κανείς δε φαίνεται να είναι πρόθυμος να μπει μπροστά. Η Ελλάδα θέλει να κερδίσει χρόνο γιατί το τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι γεμάτο, ενώ η τουρκική πλευρά θέλει να τα βάλει όλα στο τραπέζι. Γνωρίζει ότι η στιγμή είναι κακή. Γνωρίζει ότι η Ελλάδα είναι μόνη της και παίζει το δικό της παιχνίδι. Έχει δύο σκέψεις κατά νου: η πρώτη ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει να θέσει την Ελλάδα προ των ευθυνών της, δίδοντας να παραδεχθεί πως αυτή φταίει για όλα και η δεύτερη με κινήσεις που δείχνουν το πραγματικό πρόσωπο της Τουρκίας να εξαναγκάσει την ελληνική πλευρά να υποχωρήσει υπέρ της.

Ουσιαστικά, θέλει να δημιουργήσει τέτοια τροπή στο παιχνίδι ωστε να ζητήσει εν τέλει να κάτσουν όλοι στο τραπέζι μαζί. Γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η ενταξιακή της πορεία χωλαίνει σε μεγάλο βαθμό, θέλει να ξεγυμνώσει τις προχείρως καλυμμένες ισορροπίες που επικρατούν στην Ευρώπη και να δείξει πως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει να ασχοληθεί με την υπόσταση της παρά με την Ελλάδα που ούτως ή άλλως της έχει δημιουργήσει ήδη πολλά προβλήματα.

Για πρώτη φορά τα ευρωπαϊκά κράτη ασκούν εθνικές πολιτικές. Η κατάρρευση όμως του ευρωπαϊκού οικοδομήματος δε σημαίνει και επιστροφή στην απόλυτη κυριαρχία του εθνικού κράτους. Κανείς δεν πιστεύει πως ενδεχόμενη κατάρρευση θα οδηγήσει σε ένα καθεστώς κάπως όπως πριν τη δημιουργία της Ένωσης. Οι δαίμονες και οι φόβοι όμως του εθνικού απομονωτισμού και η αποκοινωνικοποίηση των κρατών μπορούν να οδηγήσουν ξανά σε καθεστώς εθνικών ανταγωνισμών με ολέθρια αποτελέσματα (διχασμοί, οικονομικοί ανταγωνισμοί, αποβιομηχανοποίηση, καταπάτηση δικαιωμάτων κλπ).

Κάτι πρέπει να αλλάξει στην Ευρώπη. Ήδη οι διαλυτικές της τάσεις γίνονται μέρα με τη μέρα πιο έντονες. Όταν στην Ευρώπη που εδραιώθηκε η κοινή συμμαχία και σύμπνοια των κρατών, ο καθείς ακολουθεί το δρόμο του και χώρες γίνονται πειραματόζωα στις αδηφάγες υπερβουλιμικές ορέξεις άλλων κρατών, τότε ξεκάθαρα σημαίνει πως κάπου κάτι κινείται προς την λάθος κατεύθυνση.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη λοιπόν με την ιστορία της. Εάν με δημιουργικό και ρεαλιστικό τρόπο δε γίνει άμεσα αντιληπτό ότι υπάρχει ζήτημα βιωσιμότητας, ο κίνδυνος να κλαίνε οι πολίτες επί των ερειπίων είναι απόλυτα ορατός. Και ποτέ δεν έχει αναγεννηθεί κάτι από τα ερείπια. Τουλάχιστον η ιστορία αυτό έχει δείξει.