ΤΟ BLOG
14/04/2016 08:10 EEST | Updated 15/04/2017 08:12 EEST

Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;

Δυσκολίες πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Επιχειρήσεις έκλειναν και πριν από την κρίση. Άνθρωποι απολύονταν και πριν την κρίση. Και σίγουρα υπάρχουν επιχειρήσεις και άνθρωποι που μεγαλουργούν και μέσα στην κρίση. Αλλά ειλικρινά «ο παραλογισμός δεν παλεύεται». Σήμερα όποιος είχε πάρει δάνειο πριν από την κρίση έκανε λάθος, όποιος είχε προσωπικούς στόχους ήταν υπερφιλόδοξος. Σήμερα, το ψέμα έχει γίνει δεύτερη φύση και η ατιμία πρώτη λογική. Σήμερα η κοινωνία έχει ζουγκλοποιηθεί και οι εκπρόσωποι της πολιτικής ασκούν επικοινωνία και όχι πολιτική. Σήμερα η πολιτική αδυνατεί να παράγει ιδέες κι αποτελέσματα.

ARIS MESSINIS via Getty Images

Κάποιοι είχαν βιαστεί να κακολογήσουν τον Νίτσε όταν έγραφε ότι η παράνοια σε άτομα είναι σχετικά σπάνια, αλλά στην πολιτική είναι μάλλον ο κανόνας. Η Ελλάδα είναι η χώρα που βάλθηκε να δικαιώσει τον Νίτσε. Από τη μια οι θεωρητικοί. Αντί να δουλεύουν, αρέσκονται σε παιχνίδια πολιτικής επικοινωνίας και θεωρίας. Μοιάζει σαν όλοι οι θεωρητικοί να μαζεύτηκαν σε μια χώρα. Από την άλλη, οι πολιτικοί. Μετά από ένα καταστροφικό 2015, συνεχίζουν να παίζουν τάβλι στις πλάτες των πολιτών. Και καλά να φέρουν εξάρες. Εάν φέρουν άσσο-δύο τι γίνεται; Και ανάμεσα όλοι εμείς, οι άνθρωποι της πράξης. Σε εμάς αφιερώνω τις παρακάτω πραγματικές ιστορίες, γιατί, όπως έγραψε και ο Μ. Αναγνωστάκης, κάποιος με πόνο πρέπει να μιλήσει για όλα αυτά.

Πραγματική συζήτηση 1: Έλληνας επιχειρηματίας υποβάλει πρόταση σε τράπεζα προκειμένου να λύσει το πρόβλημα του δανείου του. Η πρόταση απαλλάσσει τους υπέργηρους γονείς του από την εγγύηση, ζητά τη σωτηρία του πατρικού του σπιτιού, ενώνει δύο δάνεια σε ένα και δίνει την εγγύηση του μεγάλου δανείου στο μικρό, πάντα με εγγύηση ακινήτου. Μια πρόταση δηλαδή που «ελληνικά» είναι γνωστή τον τελευταίο καιρό ως win-win (κερδίζουν και οι δύο πλευρές). «Η πρόταση σας δεν γίνεται δεκτή» απαντά ο υπάλληλος της τράπεζας. «Γιατί;» αποκρίνεται ο πελάτης. «Δεν γίνεται! Θα πάω φυλακή» ξαναλέει ο υπάλληλος. «Μα...» απαντά, ο επιχειρηματίας «έκανα μια πρόταση που καλύπτει όλα τα μέρη, εμένα με έχετε χειροπόδαρα δεμένο, το ακίνητο καλύπτει το ποσό και αποδεικνύει στον πλέον κακόπιστο ότι σκοπός και στόχος είναι να αποπληρωθεί το δάνειο. Έχω μείνει ζωντανός στην κρίση και θέλω να συνεχίσω να εργάζομαι. Έχετε εμένα, έχετε και το ακίνητο. Το μικρό δάνειο είναι το 1/5 του μεγάλου. Γιατί να μη γίνει δεκτή η πρόταση μου; Δεν έχει καμία λογική, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι εσείς χειρίζεστε κρατικά χρήματα παρόλο που είστε ιδιωτική τράπεζα. Καμία λογική. Δεν μπορεί στο όνομα μιας υποτιθέμενης ευθύνης να κάνετε κακό και σε εμένα, αλλά εν τέλει και στην Τράπεζα».

Πραγματική συζήτηση 2: Έλληνας μικρομεσαίος επιχειρηματίας στο χώρο των υπηρεσιών μιλάει με σωματείο. Ο επιχειρηματίας έχει κάνει πραγματικά εξαιρετική δουλειά και συζητείται η ανανέωση των υπηρεσιών. «Δυστυχώς το σωματείο μας δεν μπορεί να διαχειριστεί το οικονομικό ζήτημα. Αλλά έχουμε μια πρόταση για εσένα. Σου δίνουμε το δικαίωμα να λες ότι μας εκπροσωπείς κι εσύ όταν κλείνεις μια δουλειά με τρίτους θα κάνεις μια δωρεά σε εμάς». «Μα αυτό πλησιάζει την ανταλλακτική οικονομία. Φαντάζεστε ότι μπορεί να δουλέψει στις υπηρεσίες; Θα πηγαίνατε στο δικηγόρο σας να λέγατε το ίδιο πράγμα;». «Εμείς αυτό μπορούμε να κάνουμε» αποκρίνεται ο Πρόεδρος του σωματείου. «Είναι μεγάλη διαφήμιση για εσένα να δουλεύεις για εμάς».

Πραγματική συζήτηση 3: Μεγάλη πολυεθνική εταιρεία προσκαλεί μικρομεσαία ελληνική να της πει ότι της αναθέτει το έργο για το οποίο της είχε ζητήσει προσφορά. Ο ιδιοκτήτης της μικρομεσαίας εταιρείας έχει ειδοποιηθεί ότι η αμοιβή δεν μπορεί να είναι € 3.000 το μήνα που πρότεινε και σκέφτεται εναλλακτικές. Παίρνει το θάρρος να μιλήσει με την Διευθύντρια Marketing. «Στο έργο θα έχω δύο υπαλλήλους μου που θα δουλεύουν περίπου 20 ώρες την εβδομάδα. Δεν μπορώ να πέσω πολύ». «Σκέψου μια άλλη πρόταση» του λέει η Διευθύντρια Marketing. «Αυτή δεν παίζει».

Ο ιδιοκτήτης της μικρομεσαίας ελληνικής επιχείρησης βάζει κάτω τα νούμερα, φυσάει, ξεφυσάει και στο ραντεβού πάει -πιστεύει- έτοιμος. Κάθεται στην αίθουσα συσκέψεων απέναντι στον Γενικό Διευθυντή, επικεφαλής της πολυεθνικής εταιρείας στην Ελλάδα και του λέει: «ενημερώθηκα από τη Διευθύντρια Marketing ότι κρίνετε την προσφορά των € 3.000 μηνιαίως υψηλή». «Ναι», ανταπαντά, ο Γενικός Διευθυντής, «εμείς έχουμε κάτι άλλο στο μυαλό μας, αλλά θα θέλαμε να ακούσουμε τη δική σας άποψη. Προτού μας την πείτε θέλω να ξέρετε ότι εάν σας ανοίξουμε την πόρτα μας γίνεστε μέλος μιας οικογένειας, η οποία σίγουρα θα ανοίξει τις δουλειές σας, θα βγάλετε χρήματα από εμάς». «Μου λέτε να μιμηθώ τον Κώστα Βουτσά στη γνωστή ελληνική ταινία που έλεγε να τρουπώσω», απαντά με μια δόση χιούμορ ο ιδιοκτήτης της μικρομεσαίας ελληνικής επιχείρησης. «Αυτό ακριβώς» απαντά ο Γενικός Διευθυντής. «Τέλεια», λέει ο ιδιοκτήτης της ελληνικής επιχείρησης «σκέφτηκα μια λύση που λογικά και θα ικανοποιεί κι εσάς. Θα θέλαμε μια ελάχιστη μηνιαία αμοιβή και μετά ποσοστά επί των στόχων των πωλήσεων που θα μας βάλετε. Μια αμοιβή € 1.500 μαζί με το ποσοστό επιτυχίας μας, στην οποία επιτυχία πιστεύω ακράδαντα, νομίζω ότι καλύπτει και τις δύο πλευρές» ολοκλήρωσε. «Ενδιαφέρον» απάντησε ο εκπρόσωπος της πολυεθνικής εταιρείας «αλλά εμείς σκεφτόμασταν € 500. Τώρα με την κρίση τόσο πιστεύω ότι πρέπει να είναι η αμοιβή σας. Και δεν τίθεται άλλο θέμα». Ο ιδιοκτήτης της μικρομεσαίας εταιρείας ανταποκρίθηκε: «Κακώς με φέρατε εδώ. Δεν είναι ντροπή η δουλειά κι όλοι χρειαζόμαστε έστω και το ένα σεντ. Αλλά με προσβάλλετε. Και τη δουλειά μου, κι εμένα αλλά και τις θυσίες των γονέων μου για να με σπουδάσουν».

Πραγματική συζήτηση 4: Εκπρόσωπος εταιρείας λέει σε νέο πελάτη. «Η αμοιβή θα είναι 1.500€ το μήνα και μετά από έξι μήνες θα κάνουμε ανανέωση συμβολαίου. Να μην είναι συμφωνία δώδεκα μηνών, όπως συνήθως. Έτσι κι εσείς δεν θα μπείτε σε ετήσια υψηλά έξοδα και μπορούμε να δούμε στην πράξη εάν ταιριάζουμε. Οι υπηρεσίες είναι και θέμα χημείας. Φυσικά πάνω απ' όλα είναι θέμα αποτελεσμάτων». Μετά από 4 μήνες σκληρής δουλειάς ο νέος πελάτης στέλνει επιστολή: «Δεν μας δώσατε αυτά που θέλουμε. Διακόπτουμε τη σύμβαση». Και μετά αναφέρει, αφού ενοχοποιεί τον εκπρόσωπο της εταιρείας στο αφεντικό του και τον θέτει στα όρια της απόλυσης: «Φαντάζομαι ότι αντιλαμβάνεσαι ότι δεν έχω κανένα προσωπικό, επαγγελματικό ή εταιρικό συμφέρον να μην είμαι ευχαριστημένος από μία συνεργασία που με βοηθάει να εφαρμόσω τους στόχους για τους οποίους βρίσκομαι σε αυτή τη θέση». Ο εκπρόσωπος εξεμάνη: «Μα καλά. Πέραν του ότι σας έχουμε δώσει πολλά περισσότερα απ' όσα λέει η σύμβαση, πέραν του ότι είμαστε από τους καλύτερους στην Ελλάδα σε αυτό που κάνουμε, πέρα του ότι έχουμε κανονίσει για εσάς συναντήσεις και δουλειές στο εξωτερικό, είναι δυνατόν να έχουμε κάνει αυτή ακριβώς τη συμφωνία κι εσείς ένα μήνα πριν τη λήξη της σύμβασης να την σταματάτε με αυτό τον τρόπο; Θα μπορούσα να σου πω τι φαντάζομαι, αλλά ειλικρινά δεν αξίζει ο κόπος».

Πραγματική συζήτηση 5: Δύο αδελφικοί φίλοι μιλάνε μεταξύ τους. Ο ένας ταλαιπωρείται μήνες από την κρίση. Έχει καταφέρει να μείνει ζωντανός τραπεζικά κι επιχειρηματικά. Στα χαρτιά πλούσιος, με ακίνητα και τιμολόγια· στην πράξη φτωχός με υποχρεώσεις στις τράπεζες, στην εφορία και σε επιταγές. Με νύχια και με δόντια παλεύει να μείνει ζωντανός μετά εφτά χρόνια κρίσης κι αμέτρητες θυσίες. Καταφέρνει να πείσει έναν που έχει επιταγή του να του δώσει € 500 έναντι για να μην μπει Τειρεσία. Κι αρχίζει να ψάχνει με αγωνία τα € 500. Καλεί τον φίλο του. Του λέει: «Σε παρακαλώ δώσε μου € 500 να τη γλιτώσω. Θα στα δώσω. Μην ανησυχείς». Ο φίλος του λέει με διδακτικό τρόπο: «Πρέπει να αλλάξεις τη ζωή σου. Δεν είναι δυνατόν να ζητάς δανεικά. Κι εγώ δεν έχω». Μετά χίλια τηλεφωνήματα και βάσανα βρίσκει € 500, τα δίνει, παίρνει πίσω την επιταγή κι εκδίδει μια νέα. Τον καλεί ο άλλος του φίλος (εκείνος που του αρνήθηκε € 500) μετά από μια ημέρα: «Έλα, είμαι πάνω στο διάδρομο και τρέχω. Ξέρεις είναι δίπλα μου ο Νίκος, ο προσωπικός μου γυμναστής. Τα κατάφερες;»

Δυσκολίες πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Επιχειρήσεις έκλειναν και πριν από την κρίση. Άνθρωποι απολύονταν και πριν την κρίση. Και σίγουρα υπάρχουν επιχειρήσεις και άνθρωποι που μεγαλουργούν και μέσα στην κρίση. Αλλά ειλικρινά «ο παραλογισμός δεν παλεύεται». Σήμερα όποιος είχε πάρει δάνειο πριν από την κρίση έκανε λάθος, όποιος είχε προσωπικούς στόχους ήταν υπερφιλόδοξος. Σήμερα, το ψέμα έχει γίνει δεύτερη φύση και η ατιμία πρώτη λογική. Σήμερα η κοινωνία έχει ζουγκλοποιηθεί και οι εκπρόσωποι της πολιτικής ασκούν επικοινωνία και όχι πολιτική. Σήμερα η πολιτική αδυνατεί να παράγει ιδέες κι αποτελέσματα. Θα κατατεθούν δύο νομοσχέδια, λέει η Κυβέρνηση. Και ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνηση μιλάνε πάλι για πολιτική διαπραγμάτευση. Κι η πολιτική ηγεσία του τόπου πάλι σηκώνει το λάβαρο της επανάστασης στους κακούς ξένους. Κανείς τους όμως δεν μιλάει με πόνο για όσα αφηγήθηκα παραπάνω, δηλαδή για τις ζωές μας.