Η ανακοίνωση της Ουάσιγκτον για την έναρξη εμπορικών ερευνών βάσει του Άρθρου 301 της αμερικανικής εμπορικής νομοθεσίας (Section 301), που μπορεί να οδηγήσουν σε νέους δασμούς, προκάλεσε προειδοποιήσεις από τις Βρυξέλλες ότι οποιαδήποτε απόκλιση από τη διατλαντική συμφωνία για τους δασμούς δεν θα γίνει αποδεκτή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχείρησε να εμφανιστεί καθησυχαστική, τονίζοντας ότι δεν έχει λάβει καμία ένδειξη πως οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να αποκλίνουν από τις δεσμεύσεις τους, ωστόσο προειδοποίησε ότι θα απαντήσει «αποφασιστικά και αναλογικά» σε περίπτωση παραβίασης της συμφωνίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μπερντ Λάνγκε (Bernd Lange), Γερμανός ευρωβουλευτής της ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D), δήλωσε ότι οποιαδήποτε απόκλιση από τη συμφωνία δεν θα γίνει αποδεκτή.
Section 301
Οι έρευνες διεξάγονται βάσει του Άρθρου 301 του Εμπορικού Νόμου των ΗΠΑ του 1974 (Section 301), ενός βασικού εργαλείου της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής που επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να επιβάλλει δασμούς σε εισαγόμενα προϊόντα χωρών που θεωρεί ότι εφαρμόζουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Στην προκειμένη περίπτωση, οι έρευνες επικεντρώνονται σε πολιτικές που συνδέονται με διαρθρωτική υπερπαραγωγική ικανότητα στη μεταποίηση. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι ορισμένοι εμπορικοί εταίροι διαθέτουν παραγωγικές δυνατότητες «αποσυνδεδεμένες από τη ζήτηση της αγοράς», γεγονός που οδηγεί σε μεγάλα και επίμονα εμπορικά πλεονάσματα.
Η θέση της Κομισιόν: Δεν ανησυχούμε αλλά…
Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπρόσωπος Ολαφ Γκιλ κατά την μεσημεριανή ενημέρωση των δημοσιογράφων δήλωσε ότι η ΕΕ ενημερώθηκε επισήμως από τον Αμερικανό Εκπρόσωπο Εμπορίου για την απόφαση να ξεκινήσουν έρευνες βάσει του Άρθρου 301 της αμερικανικής εμπορικής νομοθεσίας (Section 301) σχετικά με τη λεγόμενη «διαρθρωτική υπερπαραγωγική ικανότητα» σε τομείς της μεταποίησης, συμπεριλαμβανομένων πολιτικών και πρακτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών.
Η Κομισιόν υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συμμερίζεται τις ανησυχίες για την υπερπαραγωγική ικανότητα στη διεθνή οικονομία, ωστόσο σημείωσε ότι οι βασικές πηγές του προβλήματος είναι ήδη γνωστές και δεν εντοπίζονται στην Ευρώπη.
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια οικονομία που λειτουργεί με βάση την αγορά, με ανοικτές αγορές και διαφανείς πολιτικές. Δεν θεωρούμε ότι συμβάλλουμε στη δημιουργία διαρθρωτικής υπερπαραγωγικής ικανότητας, αλλά ότι αποτελούμε εταίρο στην αντιμετώπιση των παγκόσμιων στρεβλώσεων», ανέφερε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής.
Παράλληλα τόνισε ότι συνεχίζει να λειτουργεί με βάση τις δεσμεύσεις που περιλαμβάνονται στην κοινή δήλωση ΕΕ-ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνημένων ορίων στους δασμούς.
«Η Επιτροπή ενεργεί με βάση τις δεσμεύσεις της κοινής δήλωσης ΕΕ-ΗΠΑ και αναμένουμε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να πράξουν το ίδιο», ανέφερε ο εκπρόσωπος, προσθέτοντας ότι μέχρι στιγμής «δεν έχουμε λάβει καμία ένδειξη ότι η αμερικανική κυβέρνηση σκοπεύει να αποκλίνει από αυτές τις δεσμεύσεις».
Ωστόσο, η Επιτροπή ξεκαθάρισε ότι θα ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις από την Ουάσιγκτον για το πώς η έρευνα βάσει του Section 301 συνδέεται με το υφιστάμενο πλαίσιο της διατλαντικής συμφωνίας.
«Η Επιτροπή θα εξετάσει προσεκτικά τις λεπτομέρειες της έρευνας, θα συνεργαστεί εποικοδομητικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες και θα διασφαλίσει ότι τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προστατεύονται πλήρως», ανέφερε.
Ο Γκιλ κατέληξε με σαφή προειδοποίηση:
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα απαντήσει αποφασιστικά και αναλογικά σε οποιαδήποτε παραβίαση των δεσμεύσεων της κοινής δήλωσης».
«Μην με αφήνετε έτσι…»
Παρά τους σχετικά καθησυχαστικούς τόνους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η διαδικασία επικύρωσης της διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ παραμένει ουσιαστικά παγωμένη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά από αλλεπάλληλες αναβολές και πολιτικές εντάσεις τους τελευταίους μήνες.
Σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, ευρωβουλευτές ζητούν σαφείς διαβεβαιώσεις ότι η έρευνα βάσει του Section 301 δεν θα οδηγήσει σε νέα μέτρα ή δασμούς που θα υπερβαίνουν το πλαίσιο της συμφωνίας. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μπερντ Λάνγκε (Bernd Lange) προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε απόκλιση από τη συμφωνία δεν θα γίνει αποδεκτή.
Σε σειρά αναρτήσεών του στο Χ, ο Λάνγκε γράφει «μην με αφήνετε έτσι…» αναφερόμενος στην αβεβαιότητα που έχει βρεθεί η ΕΕ αναφορικά με τους δασμούς και τόνισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένει από τις ΗΠΑ να τηρήσουν πλήρως τις δεσμεύσεις της συμφωνίας που επιτεύχθηκε πέρυσι το καλοκαίρι στο Turnberry της Σκωτίας.
Η συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ προβλέπει δασμούς 15% στις περισσότερες ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ παράλληλα καταργεί δασμούς σε σειρά αμερικανικών προϊόντων που εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Ωστόσο η συμφωνία δεν έχει ακόμη επικυρωθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
«Μην με αφήνετε έτσι…Γνωρίζαμε ότι θα ξεκινήσουν αμερικανικές έρευνες βάσει του άρθρου 301. Παρ’ όλα αυτά, η αβεβαιότητα παραμένει. Δεν υπάρχει ακόμη σαφής δέσμευση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ ότι θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της συμφωνίας του Turnberry», έγραψε.
Ο ίδιος συνέχισε λέγοντας: «Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν θα σημαίνει ακόμη υψηλότερους δασμούς για την ΕΕ; Δεν αρκεί να υποθέσουμε απλώς – και από τις δύο πλευρές – ότι θα καταλήξουμε στο πλαίσιο του Turnberry. Χρειαζόμαστε σαφήνεια…»
Σε άλλη ανάρτησή του σημείωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένει συγκεκριμένα βήματα για τη μείωση των δασμών σε προϊόντα που σχετίζονται με τον χάλυβα και το αλουμίνιο:
«Θέλουμε να δούμε βήματα για την άρση των λεγόμενων παραγώγων – όπως μηχανήματα, αγροτικός εξοπλισμός και πολλά σημαντικά βιομηχανικά προϊόντα – από δασμούς 50% στο συμφωνημένο επίπεδο του 15%» είπε και κατέληξε με σαφή προειδοποίηση:
«Η ΕΕ είναι ένας ανοικτός, αξιόπιστος και προσηλωμένος στους κανόνες εταίρος. Θα δούμε πού θα οδηγήσουν αυτές οι έρευνες, αλλά οτιδήποτε αποκλίνει ουσιαστικά από τη συμφωνία του Turnberry δεν θα είναι αποδεκτό».
Το «πάγωμα» της διαδικασίας
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιχειρεί να ξεμπλοκάρει την επικύρωση της διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ, η οποία έχει καθυστερήσει έπειτα από αλλεπάλληλες αναβολές.
Η διαδικασία πάγωσε αρχικά μπλόκαρε τον Φεβρουάριο εξαιτίας της πολιτικής έντασης που προκάλεσαν απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών σε χώρες που θα επιχειρούσαν να στηρίξουν τη Γροιλανδία, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποιούσε ότι θα μπορούσε να επιδιώξει την προσάρτησή της.
Παρότι οι απειλές αυτές αποσύρθηκαν, η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μέτσολα εξέφρασε αρχικά τη βεβαιότητα ότι η συμφωνία θα επικυρωθεί. Ωστόσο η πρόβλεψη αυτή διαψεύστηκε, καθώς αρκετές πολιτικές ομάδες στο Ευρωκοινοβούλιο εξέφρασαν δυσπιστία για τη στάση της Ουάσιγκτον.
Ακολούθησε η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο ακύρωσε σημαντικό μέρος των δασμών που είχαν επιβληθεί στο παρελθόν από την κυβέρνηση Τραμπ, με τον Τραμπ να αντιδρά επιβάλλοντας έναν καθολικό δασμό της τάξεως του 10% και απειλώντας για περαιτέρω αύξηση στο 15%, δημιουργώντας νέα αβεβαιότητα για το νομικό καθεστώς των αμερικανικών μέτρων.
Οι διαβεβαιώσεις προς την ΕΕ
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει λάβει διαβεβαιώσεις από την Ουάσιγκτον ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να διατηρήσουν έναν καθολικό δασμολογικό συντελεστή περίπου 10% για τις εξαγωγές της ΕΕ.
Η διαβεβαίωση αυτή μεταφέρθηκε στις Βρυξέλλες από τον επίτροπο Εμπορίου της ΕΕ Μάρος Σέφκοβιτς, ο οποίος δήλωσε ότι είχε επανειλημμένες επαφές με τον εκπρόσωπο εμπορίου των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ και τον υπουργό Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ (μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.
«Και οι δύο με διαβεβαίωσαν ότι στηρίζουν τη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση», δήλωσε τον περασμένο μήνα ενώπιον των Ευρβουλευτών ο Σέφκοβιτς, προσθέτοντας ότι οι δύο πλευρές αναζητούν λύση και για το ζήτημα των λεγόμενων «παραγώγων» χάλυβα και αλουμινίου.
Νέες διαβεβαιώσεις ακολούθησαν τον Μάρτιο με διαρροές στον Τύπο οι οποίες ωστόσο δεν έχουν καταφέρει για την ώρα να άρουν τη δυσπιστία που έχει προκληθεί στους Ευρωπαίους νομοθέτες.
Οι επόμενες ημερομηνίες για την ψηφοφορία
Σε αυτό το κλίμα της αβεβαιότητας οι πολιτικές ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου διαβουλεύονται και αναμένεται να αποφασίσουν στις 17 Μαρτίου για το εάν θα προχωρήσει η διαδικασία
Εφόσον υπάρξει συμφωνία, η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου (INTA) θα μπορούσε να ψηφίσει στις 19 Μαρτίου, ενώ η τελική ψηφοφορία στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες προγραμματίζεται στις 25–26 Μαρτίου.