ΤΟ BLOG
02/03/2015 15:08 EET | Updated 02/05/2015 08:12 EEST

Εθνικό Restart για την υγεία και το φάρμακο

Σήμερα, οι δαπάνες για τη δημόσια υγεία κυμαίνονται στο 4,2% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι κοντά στο 7%. Παράλληλα, η μείωση του δημόσιου φαρμακευτικού προϋπολογισμού την πενταετία 2009-2014 έφτασε στο 64%, δηλαδή κάτω από τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ!

FRED TANNEAU via Getty Images

Η ανάκτηση του έμπρακτου σεβασμού του κράτους στη δημόσια υγεία είναι η καλύτερη αφετηρία για την επούλωση των τραυμάτων που έχει αφήσει στο κοινωνικό σώμα η εφαρμογή μιας σκληρής σταθεροποιητικής πολιτικής. Παρά το γεγονός ότι το δικαίωμα στην υγεία κατοχυρώνεται από το άρθρο 35 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στην πράξη το δικαίωμα αυτό καταστρατηγήθηκε στην Ελλάδα μέσα από αποφάσεις περικοπών πολλών αναγκαίων δαπανών τις οποίες επέβαλλαν οι θεσμοί που εκπροσωπούν οι δανειστές - ανάμεσα στους οποίους και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Σήμερα, οι δαπάνες για τη δημόσια υγεία κυμαίνονται στο 4,2% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι κοντά στο 7%. Παράλληλα, η μείωση του δημόσιου φαρμακευτικού προϋπολογισμού την πενταετία 2009-2014 έφτασε στο 64%, δηλαδή κάτω από τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ! Το λάθος είναι η «καθήλωση» της φαρμακευτικής δαπάνης στο 1% του ΑΕΠ σε μια περίοδο τραγικής συρρίκνωσης του εθνικού προϊόντος λόγω της ύφεσης. Αυτή η απόφαση είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών που οδηγούν στην κατάρρευση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και σε αποεπενδύσεις. Είναι δεδομένο λοιπόν ότι αυτή η πορεία απαξίωσης της δημόσιας υγείας είναι η πρώτη που πρέπει να αναστραφεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο στήριξης της κοινωνίας και των ευπαθών ομάδων.

Οι φαρμακευτικές εταιρείες και οι λειτουργοί της υγείας είναι αποφασισμένοι να υποστηρίξουν την εφαρμογή σημαντικών μεταρρυθμίσεων, όπως η ορθότερη συνταγογράφηση που εξασφαλίζεται με τα θεραπευτικά πρωτόκολλα και τα registries/ μητρώα ασθενών. Θα πρέπει όμως παράλληλα να επιτευχθεί συμφωνία ανάμεσα στο κράτος και στους ιδιώτες επάνω στα αυτονόητα: Και τα αυτονόητα είναι ότι ένας βιώσιμος φαρμακευτικός προϋπολογισμός για τον ΕΟΠΠΥ, αλλά και τα νοσοκομεία δεν μπορεί να είναι χαμηλότερος από 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ και περίπου 800 εκατομμύρια ευρώ αντίστοιχα. Μόνο έτσι μπορούν να εξασφαλιστεί η ελάχιστη πρόσβαση των ασθενών, ανασφάλιστων και ασφαλισμέωνω, στα νέα και καινοτόμα φάρμακα, τα οποία συνδέονται με την αντιμετώπιση χρόνιων παθήσεων.

Η πρόσβαση στα καινοτόμα φάρμακα αποτελεί μια πάρα πολύ σημαντική, κομβική παράμετρο για τη δημόσια υγεία. Στην Ευρώπη το 70-80% των κρατικών προϋπολογισμών που αφορούν τη φαρμακευτική δαπάνη κατευθύνονται στην αντιμετώπιση των χρόνιων παθήσεων ακριβώς γιατί περισσότερο από το 80% των πολιτών άνω των 65 ετών προσβάλλεται από κάποια από αυτές τις ασθένειες. Όλες οι προσπάθειες των μεγαλύτερων φαρμακευτικών εταιρειών και των πιο σημαντικών ερευνητικών κέντρων διεθνώς στοχεύουν στην αντιμετώπιση των παθήσεων αυτών μέσα από την ανάπτυξη καινοτόμων φαρμάκων και εξατομικευμένων θεραπειών.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πως η υστέρηση ενός ελάχιστου ελληνικού προϋπολογισμού απομονώνει τη χώρα και δημιουργεί συνθήκες υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου - που τελικώς έχουν αντίκτυπο στη λειτουργία της οικονομίας μεγαλύτερο από τα κεφάλαια που υποτίθεται εξοικονομούνται. Μια κοινωνία με αυξημένο ποσοστό αρρώστων λόγω ελλιπούς πρόσβασης στις καινοτόμες θεραπείες παγιδεύει την οικονομία σε συνθήκες ύφεσης μειώνοντας έτσι ακόμα περισσότερο την ικανότητά της να εξασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο δημόσιας υγείας.

Οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα εξασφαλίζοντας την σύνδεση της ελληνικής αγοράς με τα πιο προηγμένα φάρμακα και τις θεραπείες που αναπτύσσονται στο εξωτερικό έχουν υποστηρίξει την ελληνικήκοινωνία και τους ασθενείς της χώρας με τρόπο καταλυτικό.

Είναι λάθος όμως να πιστεύουμε ότι η ομαλή λειτουργία της φαρμακευτικής αγοράς κάτω από ακραίες χρηματοοικονομικές συνθήκες σημαίνει de facto ότι οι συνθήκες αυτές δεν είναι ακραίες και δεν δημιουργούν, εάν πάρουν μονιμότερα χαρακτηριστικά, τετελεσμένα μειωμένης βιωσιμότητας για την επιχειρηματικότητα στη χώρα μας. Η σχετική αντοχή ενός κλάδου υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες δεν πρέπει να παρερμηνεύεται ως τεκμήριο ότι οι συνθήκες αυτές είναι «υπεραρκετές» για τη μακροημέρευση και την άρτια λειτουργία του.

To εθνικό restart, η επανεκκίνηση της κοινωνίας προς ένα καλύτερο μέλλον προϋποθέτει έναν «ευφυή και στοχευμένο εξορθολογισμό» των συνολικών κρατικών δαπανών, έτσι ώστε να αποδίδουν το μέγιστο αποτέλεσμα για τον πολίτη μέσα στο πλαίσιο των αντίστοιχων προτύπων που εφαρμόζονται με επιτυχία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για όλους αυτούς τους λόγους πιστεύουμε ότι ο φαρμακευτικός κλάδος, ο κλάδος ο οποίος στήριξε τη δημόσια υγεία στα χρόνια της κρίσης, πρέπει να τύχει καλύτερης αντιμετώπισης, όχι μόνο γιατί επιτελεί ευαίσθητο κοινωνικό έργο, αλλά και γιατί αποτελεί ένα από τα πιο δυναμικά πεδία επενδύσεων, ποιοτικής απασχόλησης και καινοτομίας στη χώρα μας.