ΤΟ BLOG
14/04/2016 09:59 EEST | Updated 15/04/2017 08:12 EEST

Η πυρηνική ενέργεια στην Ευρώπη: Tάσεις και προοπτικές

Τα πυρηνικά ατυχήματα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αποδοχή ή μη των πυρηνικών σταθμών. Τις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας τους, καταβάλλονταν προσπάθειες ώστε τα ατυχήματα να μην λαμβάνουν δημοσιότητα, αυτό όμως έκτοτε δεν ήταν δυνατόν. Τα γνωστότερα ατυχήματα συνέβησαν στis ΗΠΑ-Three Mile Island (1979), στην Ουκρανία-Chernobyl (1986) και στην Ιαπωνία-Fukushima (2011). Τα επιχειρήματα υπέρ της ειρηνικής χρήσης της πυρηνικής ενέργειας, τελευταία επικεντρώνονται στην μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

EzumeImages via Getty Images

Η πυρηνική ενέργεια, αν και αμφιλεγόμενη, αποτελεί μια από τις βασικές μορφές παραγωγής ενέργειας. Σήμερα, το 31% της ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης παράγεται από πυρηνικούς σταθμούς, εγκατεστημένους σε 18 χώρες. Η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας στην Ε.Ε., αφού έφτασε στο απόγειό της το 2004 (σημειώνοντας αύξηση κατά 23% από το 1990), στην συνέχεια μειώθηκε κατά 13%, ακολουθώντας την πορεία της αντίστοιχης συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης.

Σε επίπεδο χωρών παρατηρούνται σημαντικές διαφορές. Από τις τρεις μεγαλύτερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες:

  • η Γαλλία έχει το μεγαλύτερο ποσοστό της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό ισοζύγιο (75%), το οποίο προβλέπεται να μειωθεί σημαντικά μέχρι το 2025 (50%).
  • η Γερμανία την τελευταία πενταετία έκλεισε τους μισούς πυρηνικούς της σταθμούς και σχεδιάζει το κλείσιμο των υπολοίπων μέχρι το 2022.
  • η Μεγάλη Βρετανία ήταν η πρώτη χώρα όπου λειτούργησαν πυρηνικοί σταθμοί, το 1956. Τα τελευταία 20 χρόνια, δεν έχουν κατασκευαστεί νέοι Σταθμοί, ενώ έχουν κλείσει ορισμένοι παλαιοί. Πρόσφατα αποφασίστηκε η κατασκευή δύο νέων πυρηνικών μονάδων, που θα διαθέτουν αντιδραστήρες νέας γενιάς.

Οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, που σχετικά πρόσφατα προσχώρησαν στην Ε.Ε., δεν δείχνουν να συμμερίζονται τις επιφυλάξεις για την χρήση της πυρηνικής ενέργειας που εκφράζονται στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Θυμίζουμε ότι, κατά την σοβιετική εποχή, κατασκευάστηκαν πυρηνικοί σταθμοί σε χώρες όπως η Βουλγαρία, η Τσεχία και η Σλοβακία, παρέχοντας «φτηνή» ενέργεια για την εκβιομηχάνισή τους.

Η Ε.Ε., στα πλαίσια της ενίσχυσης της ασφάλειας των πυρηνικών σταθμών, επέβαλε το κλείσιμο όσων σταθμών παρουσίαζαν μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας (οι πρώτης γενιάς σοβιετικοί πυρηνικοί σταθμοί), προσφέροντας και σχετική χρηματοδότηση. Έτσι έκλεισαν οι δύο από τις τέσσερις μονάδες του Κοζλοντούι (σήμερα λειτουργούν οι υπόλοιπες δύο, που θεωρούνται πιο ασφαλείς), αφού αυτό τέθηκε ως βασική προϋπόθεση της ένταξης της Βουλγαρίας στην Ε.Ε., ενώ αντίστοιχα μέτρα ίσχυσαν στην Λιθουανία και την Σλοβακία. Παράλληλα, εκδόθηκαν Οδηγίες σχετικά με την ασφάλεια των πυρηνικών σταθμών (2009) και την διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων (2011).

Η χωροθέτηση πολλών πυρηνικών σταθμών κοντά στα σύνορα, αποτελεί επίσης αιτία εντάσεων στην Ε.Ε.. Η Αυστρία, που επέλεξε να μην εγκαταστήσει τέτοιους Σταθμούς στο έδαφός της, διαμαρτύρεται για τους Σταθμούς άλλων γειτονικών της χωρών, προσέφυγε μάλιστα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εναντίον της κατασκευής των πυρηνικών σταθμών στην Μεγάλη Βρετανία. Αντιδράσεις προκαλούν και οι Σταθμοί του Βελγίου, της ανατολικής Γαλλίας, κλπ.

Σε γεωπολιτικό και οικονομικό επίπεδο, η τροφοδοσία πολλών πυρηνικών σταθμών ρωσικής κατασκευής με καύσιμα συγκεκριμένου τύπου, η συντήρηση και αναβάθμισή τους, αλλά και η κατασκευή νέων μονάδων, συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον των ΗΠΑ, με σκοπό να μειώσουν την ενδεχόμενη εξάρτηση των χωρών αυτών από την Ρωσία. Την δεκαετία του 1990, μια αμερικανική Εταιρία άρχισε την παραγωγή πυρηνικών καυσίμων κατάλληλων για τους ρωσικού τύπου Σταθμούς, ενώ την τελευταία δεκαετία δραστηριοποιείται στην συντήρηση των παλαιών και την κατασκευή νέων μονάδων, σε χώρες όπως η Ουκρανία, η Τσεχία, κλπ. Αντίστοιχα, η Ρωσία έχει υπογράψει συμβάσεις κατασκευής Σταθμών με χώρες όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος, το Ιράν, κλπ.

Τα πυρηνικά ατυχήματα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αποδοχή ή μη των πυρηνικών σταθμών. Τις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας τους, καταβάλλονταν προσπάθειες ώστε τα ατυχήματα να μην λαμβάνουν δημοσιότητα, αυτό όμως έκτοτε δεν ήταν δυνατόν. Τα γνωστότερα ατυχήματα συνέβησαν στis ΗΠΑ-Three Mile Island (1979), στην Ουκρανία-Chernobyl (1986) και στην Ιαπωνία-Fukushima (2011).

Τα επιχειρήματα υπέρ της ειρηνικής χρήσης της πυρηνικής ενέργειας, τελευταία επικεντρώνονται στην μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η Συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Παρίσι τον περασμένο Δεκέμβριο για την κλιματική αλλαγή, αποσκοπεί στην μείωση των εκπομπών, χωρίς να κάνει διάκριση εάν αυτό θα επιτευχθεί με την χρήση της πυρηνικής ενέργειας ή των ανανεώσιμων πηγών. Η πρόσφατη δέσμευση των ΗΠΑ και της Κίνας ότι θα υπογράψουν την σχετική Συμφωνία (οι δύο αυτές χώρες παράγουν το 40% των ρύπων και για να τεθεί σε εφαρμογή η Συμφωνία θα πρέπει να συμφωνήσουν τουλάχιστον 55 χώρες με συνολική παραγωγή πάνω από το 55% των ρύπων), κάνουν το δίλημμα «ανανεώσιμες ή πυρηνικά» πιο επίκαιρο, ειδικά για τις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου προβλέπεται μεγάλη αύξηση της ζήτησης της ενέργειας τις επόμενες δεκαετίες.

Στην Ευρώπη, λόγω της προαναφερθείσας μείωσης της ενεργειακής κατανάλωσης, αλλά και της συνεχιζόμενης αύξησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται αναγκαία η ανέγερση νέων πυρηνικών σταθμών. Οι ανάγκες σήμερα αφορούν κυρίως ευέλικτες μονάδες που θα καλύπτουν τις αιχμές της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος (όπως τα υδροηλεκτρικά έργα, κατά προτίμηση με δυνατότητα άντλησης από τον ταμιευτήρα) ή άλλα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές και όχι οι δύσκαμπτες και ακριβές μονάδες βάσης, όπως είναι οι πυρηνικοί σταθμοί.

Λαμβάνοντας υπόψη και το τεράστιο κόστος που συνεπάγεται η απόσυρση ενός πυρηνικού Σταθμού (κονδύλια που οι περισσότερες χώρες δεν έχουν προβλέψει), η ανακαίνιση και παράταση λειτουργίας των υφιστάμενων μονάδων (που πάντως δεν είναι απαλλαγμένες κινδύνων), φαίνεται επικρατέστερο σενάριο από την κατασκευή νέων σταθμών. Παράλληλα, η Ευρώπη ευελπιστεί στην εμπορική αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, όπως της πυρηνικής σύντηξης, που είναι απολύτως ασφαλής.

Πάντως, στο ερώτημα της οικονομικής ανταγωνιστικότητας της παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Εάν στα κόστη κατασκευής και λειτουργίας προστεθούν τα κόστη αποσυναρμολόγησης του Σταθμού, καθώς και τα κόστη ασφάλισης έναντι ενδεχόμενου ατυχήματος, η πυρηνική ενέργεια πιθανότατα καθίσταται μη συμφέρουσα.

Τότε, για ποιο λόγο, ακόμα και στην γειτονιά μας, σχεδιάζονται ή υλοποιούνται νέοι Σταθμοί; Συγκεκριμένα, η Τουρκία έχει υπογράψει Συμβάσεις για την κατασκευή 8 μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας (στο Ακούγιου και την Σινώπη), παρά τα προβλήματα σεισμών και απειλών τρομοκρατίας που αντιμετωπίζει, ενώ η Βουλγαρία μάλλον εξετάζει την κατασκευή ενός νέου Σταθμού στο Κοζλοντούι. Στόχος φαίνεται να είναι οι «φθηνές» εξαγωγές ρεύματος («φθηνές», χάρη στην ευκολότερη αποδοχή και ενδεχομένως τις μικρότερες αποζημιώσεις), παρά τα προφανή μειονεκτήματα.

Σε κάθε περίπτωση, οι πολίτες πρέπει να επαγρυπνούν. Τα Ευρωπαϊκά οικολογικά κόμματα, που η αναγνωρισιμότητά τους είχε συνδυαστεί παλαιότερα με το σύνθημα «Πυρηνική ενέργεια - όχι ευχαριστώ», σήμερα έχουν χάσει μεγάλο μέρος της απήχησής τους, παρά το αυξανόμενο ενδιαφέρον των πολιτών για το περιβάλλον και τον φυσικό τρόπο ζωής. Πιθανές εξηγήσεις είναι οι αποχωρήσεις στελεχών, η πολυδιάσπαση των δυνάμεων και ενδεχομένως ο ξύλινος «πολιτικά ορθός» λόγος και η ατελέσφορη κυβερνητική συμμετοχή. Οι προϋποθέσεις για αναστροφή αυτής της κατάστασης, αποτελούν το στοίχημα της πολιτικής οικολογίας.