ΤΟ BLOG
05/01/2016 15:22 EET | Updated 05/01/2017 07:12 EET

2016: Δίσεκτο έτος

Με την πρόθυμη αποδοχή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος των συνταξιοδοτικών ταμείων, που πάντως δεν ισχύει σε καμία ευρωπαϊκή χωρά, οι επικουρικές συντάξεις και όχι μόνον εκτίθενται σε άμεσο κίνδυνο.Αφού η «μαύρη τρυπά» των ταμείων εκτιμάται σήμερα στα 13,8 δις, έπεται ότι εάν τουλάχιστον η σημερινή κυβέρνηση αποκαθιστούσε την αδικία, για την οποία κατά κόρον λοιδορούσε τους προκάτοχους της διετίας 2012-2014, το ασφαλιστικό πρόβλημα θα ήταν σαφώς λιγότερο οξύ και δραματικό από ό,τι σήμερα εμφανίζεται. Εξαλλού, οποίοι πόροι αποσπώνται από το ασφαλιστικό σύστημα στην ουσία αφαιρούνται από την οικονομία, με συνέπεια να επισπεύδεται έτσι όχι η ανάκαμψη, αλλά ο καταποντισμός της. Ισοσκελισμένα ταμεία με την οικονομία σε νεκροφάνεια δεν υπάρχουν σε καμία χωρά του κόσμου και ούτε θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν.

SOOC

Είθισται κάποιος απολογισμός για τον χρόνο που λήγει και προοπτικές για αυτόν που αρχίζει. Στη διάρκεια του 2015 σημειώθηκε σεισμός στο πολιτικό σύστημα της χωράς, με την ανάδειξη στην εξουσία της Αριστερά και των συμμάχων της και την παράλληλη κατάρρευση του προ ισχύσαντος δικομματικού συστήματος. Η μεγαλύτερη ανανέωση του πολιτικού προσωπικού της χωράς εδώ και πολλές δεκαετίες. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, σχεδόν 12 μήνες μετρά το αξιοσημείωτο γεγονός, τόσο η κοινωνία όσο και η οικονομία δυσκολεύονται να αντιληφθούν ότι συμβαίνει κάτι διαφορετικό στη διαχείριση της χωράς, αφού στην καθημερινότητα τους οι πολίτες συνεχίζουν να υποβάλλονται σε διαρκώς αυξανόμενα υπέρμετρα βάρη, χωρίς ορατότητα απεμπλοκής από το οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο της τελευταίας 6ετιας. Μέχρι σήμερα, δεν έχει φανεί να λειτουργεί κάποια νέα σχέση αναμεσά στην πολιτική και στην κοινωνία, οι αποφάσεις συνεχίζουν να λαμβάνονται όπως πάντα: ερήμην των πολίτων, με την κοινωνία καθηλωμένη στις κερκίδες για ιαχές και χειροκροτήματα.

Η νέα κυβέρνηση επαγγέλλεται «ξέφωτο» για το δεύτερο εξάμηνο του 2016, ενώ παράλληλα ομολογεί πως δεν πιστεύει στο πρόγραμμα περικοπών που η ιδιά εφαρμόζει, αφού, όπως η ιδιά εκ προοιμίου διαβεβαιώνει, οι συνέπειες του αναμένονται οπωσδήποτε υφεσιακες. Τα εισοδήματα, μισθοί και συντάξεις, συνεχίζουν να συρρικνώνονται, οι δημοσιές, κοινωνικές και ιδιωτικές δαπάνες να περικόπτονται, όπως ακριβώς γινόταν και με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, οδηγώντας στην αδιάκοπη φτωχοποίηση των πολίτων και στην περαιτέρω αποδυνάμωση της οικονομίας.

Μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση κινείται σε γραμμή μη-αναγνωρίσιμη από την κοινωνία ως προϊόν «επωφελούς συμβιβασμού» μεταξύ δυο πλευρών, αλλά που μονόπλευρα ανταποκρίνεται στο πρόγραμμα, μεθόδους, στόχους και χρονοδιάγραμμα της άλλης πλευράς, των δανειστών, χωρίς η ιδιά να είναι ακόμη σε θέση να παρουσιάσει κάτι το διαφορετικό και, ακόμη λιγότερο, να δεσμευθεί για αυτό. Μετά το στείρο 5μηνο Βαρουφακη και το 3μηνο επεισόδιο της αποστείρωσης από δογματικές ονειρώξεις, η κυβέρνηση βρέθηκε στο κενό, ενώ αυτό δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ούτε αναγκαίο. Χωρίς σημεία κοινωνικής και οικονομικής αναφοράς, χωρίς διακριτή και κατανοητή στρατηγική και στη συνέχεια ενεπλάκη και σύρεται από τις αξιώσεις των δανειστών, χωρίς η ιδιά να προβάλλει κάποιο δικό της σχήμα προς κατανόηση των αποφάσεων της από την κοινωνία.

Η «μεγάλη συμφωνία» του Ιουλίου 2015 δεν ήταν καθόλου αναγκαίο να φθάσει σήμερα να κατανοείται ως «παράδοση» στους δανειστές. Υπό τον αυτονόητο όμως ορό ότι ο «συμβιβασμός» θα εγγραφόταν σε κάποια δική της ευρύτερη στρατηγική που τον υπερέβαινε, στρατηγική που πάντως μέχρι σήμερα παραμένει σε αδυναμία να παρουσιασθεί. Ποσώς ενδιαφέρει την κοινωνία εάν η κυβέρνηση παραμένει πιστή ή όχι στις προεκλογικές επαγγελίες της. Ποσώς την απασχολεί ποσό αριστερό είναι το πρόγραμμα που εφαρμόζει. Όμως, αυτό που οπωσδήποτε ενδιαφέρει την κοινωνία είναι να πληροφορηθεί τουλάχιστον, αφού μέχρι σήμερα δεν έχει ζητηθεί η γνώμη της, ποιο ακριβώς ή έστω περίπου είναι το κυβερνητικό πρόγραμμα της. Και φυσικά εάν το ακολουθούμενο πρόγραμμα οδηγεί σε κάποιο αποτέλεσμα ή μήπως σε κανένα. Αυτό που πράγματι την ενδιαφέρει και την θλίβει είναι η αίσθηση ότι μέχρι σήμερα παραμένει ανεύρετη κάποια σαφής και διακριτή γραμμή πλεύσης, εκτός από αυτήν των δανειστών, η οποία όμως δεν οδηγεί την χωρά και την κοινωνία πάρα στο πουθενά.

Στην οικονομία, υπάρχει η αίσθηση ότι σπαταλήθηκε και συνεχίζει να σπαταλάτε πολύτιμος χρόνος, χωρίς μέχρι σήμερα η κυβέρνηση να είναι σε θέση παρουσιάσει κάποιο δικό της πειστικό και ρεαλιστικό σχέδιο για την σταθεροποίηση και ανάκαμψη. Η ανακεφαλαιοποίηση των τράπεζων πραγματοποιήθηκε με επιτυχία και κρατική κάλυψη, όμως έτσι δεν λύθηκε το πρόβλημα της χρηματοδότησης της οικονομίας, αλλά αντίθετα επιδεινώνεται. Το χρήμα μεταφέρθηκε από την αγορά στα θησαυροφυλάκια των τράπεζων, όμως αυτές σήμερα αρνούνται να χρηματοδοτούν «χρεωκοπημένες επιχειρήσεις». Ενόσω οι τράπεζες διασώζονται με χρήμα που αφαιρείται από την οικονομία, η τελευταία δεν θα σταθεροποιείται, οι επιχειρήσεις θα εκτίθενται ακόμη περισσότερο στον κίνδυνο χρεωκοπίας, η οικονομία θα εξωθείται σε όλο και βαθύτερη ύφεση, ενώ ο χρηματοπιστωτικός τομέας θα αρνείται την χρηματοδότηση σε οικονομία που παραμένει σε φθίνουσα τροχιά. Το δίδαγμα που η κυβέρνηση όφειλε να γνωρίζει είναι ότι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν νοείται εις βάρος της οικονομικής σταθερότατος, δεν προηγείται η χρηματοπιστωτική της οικονομικής, όπως διατείνεται η νεοφιλελεύθερη αντίληψη, αλλά αντίθετα έπεται αυτής.

Το ανάλογο συμβαίνει με την λύση που επελέγη για τα ονομαζόμενα «κόκκινα δάνεια»: αφού αυτά εκχωρούνται πλέον σε κερδοσκοπικά αλλοδαπά ταμεία με το δικαίωμα πλειστηριασμών, υπό εισοδηματικές ασφαλώς προϋποθέσεις, έπεται ότι σε κάθε περίπτωση προοιωνίζεται προσθετή αφαίμαξη και εκροή χρήματος από την χωρά εις βάρος και πάλι της οικονομίας. Θα ήταν τουλάχιστον κάπως προτιμότερο τα δικαιώματα που παραχωρούνται στα ξένα ταμεία να είχαν παραχωρηθεί στις αρχικές πιστώτριες τράπεζες, ώστε έτσι τουλάχιστον η εκροή χρήματος των δυστροπούντων δανειοληπτών να μην συνεπάγεται ταυτόχρονα και λεηλατήσει της χωράς από τους γύπες του εξωτερικού.

Όσον αφορά στην οριστική διευθέτηση του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος, τα πράγματα δεν προσλαμβάνονται διόλου καλυτέρα και οι ανησυχίες των πολίτων είναι βάσιμες. Με την πρόθυμη αποδοχή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος των συνταξιοδοτικών ταμείων, που πάντως δεν ισχύει σε καμία ευρωπαϊκή χωρά, οι επικουρικές συντάξεις και όχι μόνον εκτίθενται σε άμεσο κίνδυνο. Η κυβέρνηση μοιάζει να ενστερνίζεται την νεοφιλελεύθερη και μονεταριστική προσέγγιση: πρώτα επιλύονται τα διαρθρωτικά προβλήματα και έπεται ο άνεμος της ανάκαμψης. Ωστόσο, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, προϋπόθεση βιωσιμότητάς των ταμείων παραμένει η σταθερή ανάπτυξη της οικονομίας. Γιατί στην Ελλάδα να συμβαίνει διαφορετικά;

Ως γνωστόν, στις σημερινές συνθήκες, οι συντάξεις καταλήγουν να συντηρούν πολλαπλάσιο αριθμό ατόμων από ό,τι συνταξιούχων και ταυτόχρονα τροφοδοτούν 50% της εσωτερικής ζήτησης. Κάθε περαιτέρω περικοπή συντάξεων όχι μόνον θέτει οξύ πρόβλημα επιβίωσης για την μεγάλη πλειοψηφία των πολίτων και όχι μόνον των συνταξιούχων, αλλά και ακυρώνει ταυτόχρονα κάθε προοπτική σταθεροποίησης της οικονομίας στο ορατό μέλλον. Με τις κυβερνητικές προτάσεις για το ασφαλιστικό προβλέπεται όχι ενίσχυση των ήδη αδυνάμων ταμείων, αλλά και περαιτέρω συνολική αποδυνάμωση τους με την προσθετή αφαίρεση 2,4 δις ευρώ.

Μπορεί οι περικοπές συντάξεων να διέποντας από πνεύμα κοινωνικής δικαιοσύνης υπερ των πιο αδυνάμων. Ωστόσο, συγκαλύπτεται έτσι ότι τα ασφαλιστικά ταμεία περιήλθαν στην σημερινή δίνη από την στιγμή που το PSI (2012) διέγραψε αυθαίρετα και αυταρχικά αποθεματικά ύψους 17 δις τοποθετημένα σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. Αφού η «μαύρη τρυπά» των ταμείων εκτιμάται σήμερα στα 13,8 δις, έπεται ότι εάν τουλάχιστον η σημερινή κυβέρνηση αποκαθιστούσε την αδικία, για την οποία κατά κόρον λοιδορούσε τους προκάτοχους της διετίας 2012-2014, το ασφαλιστικό πρόβλημα θα ήταν σαφώς λιγότερο οξύ και δραματικό από ό,τι σήμερα εμφανίζεται. Εξ αλλού, οποίοι πόροι αποσπώνται από το ασφαλιστικό σύστημα στην ουσία αφαιρούνται από την οικονομία, με συνέπεια να επισπεύδεται έτσι όχι η ανάκαμψη, αλλά ο καταποντισμός της. Ισοσκελισμένα ταμεία με την οικονομία σε νεκροφάνεια δεν υπάρχουν σε καμία χωρά του κόσμου και ούτε θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν.

Οσάκις γίνεται λόγος για την αναγκαία επανεκκίνηση της οικονομίας, καθ' ύλην «αρμόδιοι» είτε διαβεβαιώνουν ότι θα παρουσιάσουν αναπτυξιακό σχέδιο την άνοιξη του 2016, σχεδόν 15 μήνες μετρά τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, παρόλο που παρόμοιο σχέδιο όφειλε να έχει συνταχθεί πολύ νωρίτερα και να εφαρμόζεται ήδη με την εγκατάσταση της στην εξουσία . Είτε αναλώνονται σε κοινοτοπίες προς «εγχωρία κατανάλωση», όπως ότι θα δοθεί έμφαση στις επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας, υψηλής προστιθέμενης αξίας, εντάσεως κεφαλαίου, με στόχο την αύξηση της εξωστρέφειας και βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητος της χωράς. Ωστόσο, σε μια χωρά με την υψηλότερη στην Ευρώπη ανεργία, η άμεση προτεραιότητα θα όφειλε να δίδεται στην αύξηση της απασχόλησης και οι αρμόδιοι να κατανοούν ότι οι επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας και προστιθέμενης αξίας δεν δημιουργούν τις αναγκαίες νέες θέσεις εργασίας, αλλά αντίθετα προκαλούν ακόμη περισσότερη ανεργία. Στο σημείο έκτακτης ανάγκης που έχει σήμερα φθάσει η χωρά, άμεση προτεραιότητα θα όφειλε να δίδεται στις προσλήψεις ανέργων, ακόμη και σε μεγάλα δημοσιά έργα υποδομών, ώστε να αναπνεύσει ο κόσμος της εργασίας, να κινηθεί έτσι η αγορά και η οικονομία, ενώ οι διαβόητες «διαρθρωτικές αλλαγές», μολονότι αναγκαίες κι αυτές, απαιτούν βάθος χρόνου και προηγουμένη σταθεροποίηση της οικονομίας, προκειμένου να υλοποιηθούν και να καρποφορήσουν.

H ιεράρχηση των στόχων θα επέτρεπε κάποιο ξεκαθάρισμα στο σημερινό θολό τοπίο. Όμως, προς τούτο, προαπαιτείτε σαφής προσδιορισμός των στόχων και ανάληψη της σχετικής ευθύνης για καθέναν εξ αυτών. Αναμφισβήτητα, η νέα κυβέρνηση διατηρεί ακόμη μεγάλο και ανεκτίμητο κεφάλαιο εμπιστοσύνης από την κοινωνία, στο μετρό αλώστε που δεν προβάλλει καμία άλλη εναλλακτική λύση. Επίσης, πάρα την μεγάλη και κρίσιμη καθυστέρηση στην αποσαφήνιση των στόχων, του προγράμματος και της στρατηγικής, δεν είναι ποτέ αργά για να καλυφθεί. Όμως, όσο μεγάλο και ανεκτίμητο να είναι το κεφάλαιο εμπιστοσύνης, κατά ποσόν αυτό μπορεί εκ προοιμίου να προεξοφλείτε και ως ανεξάντλητο; Σε όλες τις χώρες του κόσμου, υφεσιακα μετρά και περικοπές δεν σταθεροποιούν, αλλά αντίθετα υπονομεύουν την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα. Γιατί άραγε αυτό να μην ισχύει και στην Ελλάδα; Σε όλες τις χώρες, η πολιτική σταθερότητα προϋποθέτει την κοινωνική. Γιατί αυτό να μην ισχύει και στην Ελλάδα; Όταν τα κυβερνητικά μετρά συνεχίζουν να οξύνουν την κοινωνική απόγνωση, πως είναι δυνατόν να αναμένεται πολιτική σταθερότητα; Αυτό τουλάχιστον η Αριστερά θα όφειλε να το γνωρίζει καλυτέρα από ό,τι οι άλλες πλευρές της πολιτικής σκηνής.