ΤΟ BLOG
16/09/2015 14:20 EEST | Updated 16/09/2016 08:12 EEST

Αχόρταγα ψέμματα, κατασκευασμένα κτήνη...

dimellas

Άσπρα ή Μαύρα Ψέμματα; η υπόθεση σηκώνει πολύ κουβέντα. Ένα αθώο παραμυθάκι, από εκείνα που δεν κάνουν κακό, είναι πολύ διαφορετικό από ένα ψέμα που θα μπορούσε να στιγματίσει ακόμη και ολόκληρες ανθρώπινες γενιές. Μια και χορτάσαμε από ξενικούς μύθους και φοβικά παραμύθια ας σταθούμε σε μνημονικά που δε βλάφτουν τις συνειδήσεις.

Ετούτη η ιστορία ξεκινά με μια χαμένη κατσίκα που πρόσφατα, όπως επαναλαμβάνει με επιμονή ο ιδιοκτήτης της, φαγώθηκε από ένα άγνωστο τέρας που έμοιαζε με ένα τεράστιο ποντικό. Τέτοιο αλλόκοτο θηρίο δεν έχουν αντικρύσει ανθρώπου μάτια!

Εκείνος που κάποτε πάλεψε μαζί με αυτό το κτήνος περιγράφει πως δεν κατάφερε όχι να το ξεπαστρέψει, μα ούτε καν να το πληγώσει! Κι από τότε προσέχει τα σκοτεινά του δρόμου, μη πεταχτεί τον αρπάξει από το πόδι κι έπειτα τον σύρει βαθιά μέσα στη φωλιά του.

Όπως γίνεται κάθε φορά, όλα ξεκίνησαν μια μέρα τόσο αδιάφορη που ούτε καν θα τη θυμόμαστε αν δεν τύχαινε η διαβολική στιγμή.

Ένα ζευγάρι ζύμωνε αμέριμνο 30 οκάδες δίκοκκο αλεύρι και σα τελείωσαν με τα καρβέλια του ψωμιού ξεκίνησαν να φουρνίζουν αμέτρητες κουλούρες.

Το φουσκωμένο ζυμάρι ξεχείλιζε μέσα σε μια πελώρια σκάφη και έμοιαζε να μην έχει τελειωμό, βλέπεις τόσο ο άντρας, όσο και η γυναίκα είχαν υποσχεθεί σε όλους, συγγενείς, φίλους, ακόμη και τους παραέξω γνωστούς, λίγα από εκείνα τα περίφημα παξιμάδια με το γλυκό κρεμμύδι.

Η αλήθεια και το ψέμα πολλές φορές μοιάζουν σαν δίδυμα αδέλφια, συναντιούνται παίζουν και τρακάρουν κι όσο νομίζεις ότι τα ξεχωρίζεις πάντα θα υπάρχει μια ζωντανή δικαιολογία που θα τα φέρνει αγκαλιασμένα.

Ευτυχώς ο ξυλόφουρνος είχε αμέτρητο βάθος και χωρούσε την τριπλή δόση κι όταν πια κάποτε εδέησε και τελείωσαν με τα ψησίματα είχε νυχτώσει για τα καλά. Μονάχα τα αστέρια φώτιζαν τις ξεροτράχαλες πέτρες και έδειχναν τις κιτρινισμένες αγκάθες στο στενό δρομάκι. Το ζευγάρι τακτοποίησε τα ψημένα ζυμάρια μέσα στον ζεστό φούρνο, θα χρειαζόταν όλη η νύχτα για να στεγνώσουν από τα υγρά τους και να γίνουν παξιμάδια. Έπειτα συμμάζεψαν τσάτρα-πάτρα το μικρό φουρνοκέλι, έδεσαν το μουλάρι τους στην γέρικη ελιά, που χρόνια τώρα έστεκε στην είσοδο του σταύλου και επέστρεψαν στο σπιτάκι τους.

Πριχού ξημερώσει και η γυναίκα έστεκε στο ένα πόδι, σήκωσε και τον άντρα από το κρεβάτι και με δυο αδειανά κοφίνια παραμάσχαλα ξεκίνησαν για το μικρό σταυλάκι. Πέρασαν τη Παναγία τη Βρυσιανή και μόλις άρχισαν να ξεμακραίνουν από το Μεσοχώρι άκουγαν κάτι παράξενα χλιμιντρίσματα. Ανησύχησε ο άντρας και απότομα έκοψε δρόμο μέσα από μια κοφτή πλαγιά που ήταν γεμάτη άγριους σκίνους και ασπαλάθους. Όσο πλησίαζε τόσο άκουγε τη τρομαγμένη φωνή του ζώου που έμοιαζε σα να παρακαλούσε για βοήθεια.

Λίγα μέτρα από το μικρό σπιτάκι και δεν πίστευε στα μάτια του, το μουλάρι ήταν σηκωμένο στα δυο πισινά ποδάρια και πάλευε με ένα παράξενο μαύρο ζώο που έφτανε σε ύψος το μισό μέτρο και θα ήταν πάνω από 30 κιλά, όμως έδινε ασύλληπτους πήδους και έφτανε στο λαιμό του μουλαριού και του έχωνε γερές δαγκωνιές.

Η πάλη πρέπει να κρατούσε ώρα, αίματα έτρεχαν από το στήθος του άμοιρου ζώου ενώ το αλλόκοτο θεριό έδειχνε άτρωτο.

Ο άντρας πλησίασε λίγο πιο κοντά, άρπαξε μεγάλες πέτρες και άρχισε να σημμδεύει και να τις πετάει στο κεφάλι του άγνωστου ζώου. Τότε παρατήρησε ότι μοιάζει με έναν ποντικό! Δόντια μεγάλα, μικρά σιχαμερά μούτρα, ξεχώρισε και μια ουρά λεπτή μακριά σα μαστίγιο και εκείνα τα διαβολικά αυτάκια. Η μάχη των τριων κράτησε αρκετά λεπτά μέχρι που ζύγωσε και η γυναίκα.

Το θεριό μόλις την είδε φαίνεται πως το καλοσκέφτηκε, τους κοίταξε με τα μαυροκόκκινα, σα δυο χάρους, μάτια του, έπειτα κάρφωσε και το τρομαγμένο μουλάρι, έδειχνε να του έλεγε, πως αυτή τη φορά κακόμοιρο είσαι τυχερό, τη γλύτωσες! Έπειτα έδωσε ένα σάλτο, χώθηκε σε κάτι φυλλωσιές και τράβηξε για το βουνό.

Το ζευγάρι σαστισμένο πλησίασε το ματωμένο μουλάρι και με ένα πανί προσπαθούσαν να σταματήσουν την αιμορραγία από τις δεκάδες δαγκωματιές. Το στήθος του ζώου, έτσι γεμάτο τρύπες, έμοιαζε με σουρωτήρι. Την ίδια στιγμή ο άντρας πρόσεξε το κατεβασμένο μάνταλο και τη μισάνοιχτη πόρτα του φούρνου. Σκέφτηκε πως εκεί μέσα ίσως υπήρχε κι άλλο κτήνος, τότε πάγωσε και ανατρίχιασε όλο το κορμί του. Έκαμε ένα βήμα πίσω, άρπαξε ένα μεγάλο ξύλο και ετοιμάστηκε για την τελική μάχη. Άνοιξε αργά τη μικρή πόρτα, όμως δεν πίστευε στα μάτια του, λίγο νωρίτερα το τεράστιο ποντίκι είχε καταβροχθίσει όλα τα ψωμιά και τις δεκάδες κουλούρες. Τα σουσάμια και τα ψίχουλα ήταν οι μοναδικοί μάρτυρες που είχαν απομείνει στο δωμάτιο που έμοιαζε να έχει γίνει σεισμός και όλα ήταν πεταμένα και ανακατεμένα στο αχυρένιο πάτωμα.

Το θηρίο είχε τρυπώσει ακόμη και μέσα στο ζεστό φούρνο δεν άφησε ούτε ένα λέπι από τα παξιμάδια και ήταν τέτοια η πείνα του που στο τέλος ροκάνισε ακόμη και τα ξύλα από τα φουρνοκόνταρα! Το αθεόφοβο σαν έφαγε όλα αυτά, βγήκε στην αυλή και αποφάσισε να κατασπαράξει και το μουλάρι.

Ο Μανώλης Περίδης, γνωστός με το παρατσούκλι Μουσολίνι, όταν ολοκληρώνει την ιστορία του κοιτάζει ευθεία μέσα στα μάτια τους ανυποψίαστους «πελάτες» του, αν διαβάσει τον φόβο στα θύματα του τότε χαμογελά και αφήνει αμφιβολίες για το μέγεθος του ποντικού-θεριού και για την αλήθεια στην ιστορία του. Αν πάλι συναντήσει δύσπιστα μάτια, τότε συνεχίζει και περιγράφει με τα χέρια το μπόι και δείχνει τα τεράστια δόντια, από το τρομερό τρωκτικό που λίγο έλλειψε να κασπαράξει και το μουλάρι του!

Η αλήθεια και το ψέμα πολλές φορές μοιάζουν σαν δίδυμα αδέλφια, συναντιούνται παίζουν και τρακάρουν κι όσο νομίζεις ότι τα ξεχωρίζεις πάντα θα υπάρχει μια ζωντανή δικαιολογία που θα τα φέρνει αγκαλιασμένα.

Sponsored Post