petros-kapsaskes

Τα Μουσεία, ως φορείς ήπιας ισχύος, επιτελούν σημαντικό έργο στην άσκηση Πολιτιστικής Διπλωματίας. Οι αδελφοποιήσεις με άλλα Μουσεία, οι ανταλλαγές εκθεμάτων, οι συνεργασίες και οι αμοιβαία επωφελείς δράσεις οικοδομούν ένα δίκτυο σχέσεων που αποτελεί αναμφισβήτητα σημαντική επικουρία για τη διεθνή διπλωματία. Μέσω της φήμης και της ισχυρής δημόσιας εικόνας τους, τα μουσεία αποτελούν τοπόσημα που συμβάλλουν στον εξωραϊσμό της εικόνας ενός κράτους, στην εξάλειψη των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, καθώς και στην οικοδόμηση ενός θεμελίου εμπιστοσύνης με χώρες των οποίων οι διπλωματικές σχέσεις είναι τεταμένες ή δεν υφίστανται.
Γνώμη μου είναι πως σήμερα, καθίσταται πρόδηλη η ανάγκη μιας βαθιάς αλλαγής στον χώρο της πολεοδομίας και της δημιουργίας ενός νέου αρχιτεκτονικού κινήματος, που θα πάντρευε με τρόπο λιτό αλλά αισθητικώς άρτιο και οικονομικά προσιτό το αρχαίο με το νέο και θα έδινε εκ νέου πνοή ζωής στην ιστορία της πόλεως των Αθηνών αποκαθιστώντας την αίσθηση του χώρου με νέες πλατείες και δημόσιους χώρους για τους Έλληνες πολίτες. Μία επιστροφή στην παράδοση όπως θα λέγε κι ο Αριστοτέλης Ζάχος. Μία αρχιτεκτονική που θα ζούσε στο παρόν αλλά που δεν θα αποποιόταν το παρελθόν.
Τα πολιτιστικά αξιοθέατα μιας χώρας σε συνδυασμό με τις μεγάλες εορτές όπως τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα αποτελούν έναν ακαταμάχητο πόλο έλξης για τους επισκέπτες που έρχονται στη χώρα. Ως εκ τούτου, ένας από τους σημαντικότερους στόχους αυτού του εγχειρήματος είναι η προσέλκυση τουριστών μέσω της στρατηγικής του Πολιτιστικού Τουρισμού, δηλαδή ανθρώπων οι οποίοι επιλέγουν έναν προορισμό έναντι κάποιου άλλου βάσει της ιδιαιτερότητας και της έλξης ενός πολιτιστικού πακέτου που προσφέρει η χώρα υποδοχής (Θέατρα, Μουσεία, Φεστιβάλ, Φυσικά οικοσυστήματα, Αθλητικές εγκαταστάσεις, Βιβλιοθήκες, Θεματικά Πάρκα) συμβάλλοντας έτσι, κατά τρόπο ουσιαστικό στην ενίσχυση της οικονομίας.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ο διπλωμάτης που με το πάθος του για την ελευθερία, το απροσκύνητο ήθος και την ευρεία μόρφωση άλλαξε άπαξ διά παντός τον ρου της Ευρωπαϊκής Ιστορίας υπέρ της Ελλάδος, η απελευθέρωση της οποίας σήμανε την αρχή της αφύπνισης και των υπόλοιπων αδύναμων και κατατρεγμένων λαών της Ευρώπης που ζούσαν εγκλωβισμένοι στον ιστό της διατήρησης της ισορροπίας ισχύος της Ιεράς Συμμαχίας. Ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας αφιέρωσε την ζωή του στην Ελλάδα με περισσή αυταπάρνηση, εντιμότητα και προσηνή απλότητα και εκείνη με προθυμία του την πήρε. Και μαζί του πήρε μακριά από τούτο τον τόπο και τον ελεύθερο άνθρωπο, δηλαδή τον κριτικά σκεπτόμενο.
Σήμερα υπάρχουν πολλές αντιδράσεις των ομογενών μας για την τακτική των Αλβανών να θάβουν τα αρχαιοελληνικά μνημεία της Νοτίου Αλβανίας και να αναδεικνύουν μόνο τα Ρωμαίικα κυρίως στην περιοχή της Ανδριανούπολης ή Δριυνούπολης. Το 2009, έρευνα Ελλήνων καθηγητών στο Πανεπιστήμιο Αργυροκάστρου αποδεικνύει με στοιχεία απτά ότι η αρχαία πόλη της Δριυνουπόλεως είχε υποστεί παρεμβάσεις από αρχαιολόγους, οι οποίοι αφαίρεσαν δια της βίας αρκετά από τα στοιχεία της ελληνικής καταγωγής της πόλης αλλοιώνοντας, πλαστογραφώντας και παραποιώντας την ελληνική ταυτότητα των αρχαίων μνημείων βαπτίζοντάς τα Ιλλυρικά ή Ρωμαϊκά.
Αν κάτι λοιπόν ξεχωρίζει τον Αλέξανδρο από τους υπόλοιπους κατακτητές είναι ακριβώς αυτή η βαθιά του αντίληψη για τη σημασία που έχει ο πολιτισμός στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Η εγκράτεια και η αυτοκυριαρχία, που χαρακτήριζαν τον Αλέξανδρο, πλην ορισμένων περιπτώσεων οξυθυμίας και παρόρμησης, ήταν οι αρετές που τον καθιστούσαν ιδιαίτερα προσφιλή και τον ξεχώριζαν στα μάτια των κατακτημένων λαών. Το γεγονός αυτό τεκμαίρεται αφενός από την πρωτοφανή για την εποχή εκείνη συμπόνια και επιείκεια που επέδειξε είτε προς την οικογένεια του Δαρείου μετά τη μάχη της Ισσού, είτε προς τον Βασιλιά Πώρο μετά τη μάχη στον ποταμό Υδάσπη.
Στους αναγνώστες προσφέρεται μια οξυδερκής, μεστή και διεισδυτική ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας σε σχέση με την Αλβανία, την Τουρκία, τα Σκόπια, τη Λιβύη, τις ΗΠΑ, περιγράφει την εικόνα της σημερινής Ευρώπης και αναδεικνύει με ενάργεια την ανάγκη αναθεώρησης του Χάρτη του ΟΗΕ. Εν τούτοις, το βιβλίο παρουσιάζει ένα σημαντικό μειονέκτημα, πιθανώς ασυγχώρητο για τη σημερινή εποχή. Καταθέτει προτάσεις. Προτάσεις απαλλαγμένες από εμμονές και ψευδαισθήσεις.