ΤΟ BLOG
04/04/2016 10:50 EEST | Updated 05/04/2017 08:12 EEST

Το ΔΝΤ στην Αθήνα: 7 χρόνια φαγούρα...

Οι Ευρωπαίοι έπρεπε ν' απαντήσουν στο δικό τους δίλημμα. Θα αναλάβει την ελληνική περίπτωση η ευρωζώνη μόνη της ή θα κληθεί ξανά το ΔΝΤ; Ο Σόιμπλε, ο Τρισέ, ο Σαρκοζί ήταν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, κατηγορηματικά ενάντιοι. Ειρωνεία: Η μετέπειτα επικεφαλής του Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ, τότε υπουργός οικονομικών της Γαλλίας, είχε πει δημόσια ότι το ΔΝΤ έχει τόση θέση στην Ελλάδα όση θα είχε στην Καλιφόρνια, αφού και οι δύο αποτελούν μέλη μιας νομισματικής ένωσης. Τελικά, επικράτησε η άποψη Μέρκελ. Δεν εμπιστευόταν τις υπηρεσίες των Βρυξελλών, που είχαν κάνει τόσα χρόνια τα στραβά μάτια στις ελληνικές κυβερνήσεις. Ήθελε το ΔΝΤ ως εγγύηση αυστηρότητας και τεχνικής επάρκειας. Η Ουάσιγκτον έπρεπε να βάλει ένα πόδι στην ευρωζώνη.

SAKIS MITROLIDIS via Getty Images

Στις 23 Οκτωβρίου του 2008, ενώ η Ουγγαρία γιόρταζε την επέτειο της εξέγερσης του 1956, το νόμισμά της δεχόταν μια άγρια επίθεση στις χρηματαγορές, το τραπεζικό σύστημα κλονιζόταν, τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους εξανεμίζονταν. Η χώρα βρέθηκε να γιορτάζει την εθνική της εορτή στο χείλος του γκρεμού. Εκείνη τη νύχτα ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας αναζητούσε απεγνωσμένα τον Ζαν Κλοντ Τρισέ, τον επικεφαλής της ΕΚΤ. Επικοινώνησε μαζί του το άλλο πρωί και τον άκουσε, άναυδος, να του λέει: «Εμείς δεν είμαστε σε θέση να σας βοηθήσουμε. Απευθυνθείτε στο ΔΝΤ, στην Ουάσιγκτον. Αν συμφωνήσετε μαζί τους, εμείς θα συμμετάσχουμε στο πρόγραμμα, αλλά την ευθύνη πρέπει να την έχουν εκείνοι!».

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα το ίδιο έργο επανελήφθη στην Λετονία και λίγο αργότερα στην Ρουμανία. Την άνοιξη του 2009 τρεις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης βρίσκονταν σε πρόγραμμα του ΔΝΤ. Και το ερώτημα που συζητιόταν πίσω από κλειστές πόρτες εκείνη την εποχή ήταν: Αν ένα ανάλογο δυστύχημα συμβεί σε μια χώρα μέλος της ευρωζώνης- για παράδειγμα στην Ελλάδα- τι θα συμβεί; Θα δράσει η ίδια η ευρωζώνη ή θα κληθεί και πάλι το ΔΝΤ; Λέγεται ότι ο πρώτος που έθεσε το ερώτημα αυτό, σε μια συνάντηση με Γερμανούς τραπεζίτες στο ξενοδοχείο Άντλον στο Βερολίνο, τον Δεκέμβριο του 2008- σε μια εποχή που η Ελλάδα ζούσε αμέριμνη και δανειζόταν ανυποψίαστη- ήταν ο Τζωρτζ Σόρος...

Ένα χρόνο μετά την άφιξη του ΔΝΤ στο Βουκουρέστι, τον Απρίλιο του 2010, ήταν πράγματι η σειρά της Αθήνας, που στο μεταξύ εξακολουθούσε αμέριμνη να αγνοεί τους κινδύνους. Όσα συζητούνταν ψιθυριστά επί ένα χρόνο έπρεπε τώρα να γίνουν πράξη. Και τα διλήμματα να λυθούν.

Οι Ευρωπαίοι έπρεπε ν' απαντήσουν στο δικό τους δίλημμα. Θα αναλάβει την ελληνική περίπτωση η ευρωζώνη μόνη της ή θα κληθεί ξανά το ΔΝΤ; Ο Σόιμπλε, ο Τρισέ, ο Σαρκοζί ήταν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, κατηγορηματικά ενάντιοι. Ειρωνεία: Η μετέπειτα επικεφαλής του Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ, τότε υπουργός οικονομικών της Γαλλίας, είχε πει δημόσια ότι το ΔΝΤ έχει τόση θέση στην Ελλάδα όση θα είχε στην Καλιφόρνια, αφού και οι δύο αποτελούν μέλη μιας νομισματικής ένωσης. Τελικά, επικράτησε η άποψη Μέρκελ. Δεν εμπιστευόταν τις υπηρεσίες των Βρυξελλών, που είχαν κάνει τόσα χρόνια τα στραβά μάτια στις ελληνικές κυβερνήσεις. Ήθελε το ΔΝΤ ως εγγύηση αυστηρότητας και τεχνικής επάρκειας. Η Ουάσιγκτον έπρεπε να βάλει ένα πόδι στην ευρωζώνη.

Και το ΔΝΤ είχε ένα δικό του δίλημμα να λύσει. Έπρεπε να αναμειχθεί στην ελληνική κρίση και υπό ποιους όρους;

Ο Ντομινίκ Στρος -Καν το ήθελε διακαώς. Για προσωπικούς, πολιτικούς και θεσμικούς λόγους. Και το ευρωπαϊκό τμήμα του Ταμείου (όπου υπηρετούσε ήδη ο γνώριμός μας και πολύκροτος κ. Τόμσεν) το ήθελε επίσης. Μόνο που υπήρχε ένα εμπόδιο. Το Ταμείο έπρεπε- για πρώτη φορά στην ιστορία του- να δεχθεί να δώσει πολύ περισσότερα χρήματα απ όσα δικαιούτο η Ελλάδα, βάσει της αναλογίας της, έπρεπε να συμμετάσχει σ' ένα πρόγραμμα ως junior partner και έπρεπε να καταστρώσει ένα πρόγραμμα για μια χώρα που δεν είχε νομισματική και δημοσιονομική αυτονομία. Και επιπλέον, και το σημαντικότερο, το Ταμείο έπρεπε να παραβιάσει τον βασικό κανόνα που είχε ορκιστεί να τηρεί μετά το φιάσκο του στην Αργεντινή- να μη δανείζει μια χώρα της οποίας το χρέος δεν είναι βιώσιμο, εκτός κι αν το χρέος αυτό προκαταβολικά κουρευτεί. Όπως είχε ήδη γίνει, για παράδειγμα, με το Πακιστάν, την Ουρουγουάη, το Εκουαδόρ και την Ουκρανία.

Τον Απρίλιο του 2010 σε διακριτικά ραντεβού εκτός γραφείων, σε ξενοδοχείο της Ουάσιγκτον, στελέχη της διεύθυνσης SPR (strategy, policy and review) του ΔΝΤ, με μια δυσοίωνη, μυστική έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους ανά χείρας, βολιδοσκοπούσαν στελέχη της γαλλικής και της γερμανικής κυβέρνησης για ένα ενδεχόμενο κούρεμα του ελληνικού χρέους. Η απάντηση ήταν αρνητική. Και ο Τρισέ ήταν ο πιο κατηγορηματικός απ όλους: 18 μήνες μετά την πτώση της Λίμαν, θεωρούσε ότι ένα κούρεμα ελληνικού χρέους θα προκαλούσε μη διαχειρίσιμη κρίση στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Κι έτσι το Ταμείο δέχθηκε, παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις των στελεχών του, να επιβάλει ένα πρόγραμμα λιτότητας σε μια χώρα με μη βιώσιμο χρέος, το οποίο πρόγραμμα , επιπλέον, είχε χαρυποτερικών προδιαγραφών προβλέψεις για την υφεσιακή επίπτωση της λιτότητας στην ελληνική οικονομία, την οποία έβλεπε να επιστρέφει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης ήδη από το 2012!

Πολύ αργότερα, η Wall Street Journal αποκάλυψε τις αντιδράσεις και μελών του Δ.Σ. του Ταμείου. «Αυτό δεν είναι πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, αλλά των ιδιωτών πιστωτών της, δηλαδή των ευρωπαϊκών τραπεζικών ιδρυμάτων», είχε πει ο βραζιλιάνος Νογκέιρα Μπατίστα. «Η Ελλάδα θα καταλήξει, με αυτό το πρόγραμμα, σε χειρότερη θέση απ ότι είναι τώρα», είχε προσθέσει ο Αργεντίνος Πάμπλο Περέιρα. Και ο Ντομινίκ Στρος -Καν διαβεβαίωνε κατ' ιδίαν τους συνομιλητές του ότι το αναγκαίο κούρεμα θα γινόταν οπωσδήποτε τους επόμενους μήνες. Η συνέχεια είναι γνωστή σε όλους.

Fast forward στο σήμερα: Κάτω από το φως της παλιάς αυτής ιστορίας του 2010 γίνεται περισσότερο κατανοητό το είδος των πιέσεων που δέχεται αλλά και ασκεί το ΔΝΤ σήμερα. Έναντι του Βερολίνου μάλλον παρά έναντι της Αθήνας.

Αλλά αν υποθέσουμε ότι ξέρουμε τι θέλει το Ταμείο, μένει να μάθουμε τι στ' αλήθεια θέλει το Βερολίνο. Εξακολουθεί να χρειάζεται έναν σουηδικό ποιμενικό που ονομάζεται Τόμσεν για να κρατά τους Ελληνες πειθαρχημένους και να καθυσηχάζει τους ανήσυχους βουλευτές στην Μπούντεσταγκ; Ή μήπως προτιμά να απαλλαγεί της παρουσίας του, προκειμένου να απαλλαγεί της πίεσης για μείωση του ελληνικού χρέους και των ελληνικών δημοσιονομικών στόχων;

Και μένει, κυρίως, να μάθουμε τι στ' αλήθεια θέλει η Αθήνα. Η Ουάσιγκτον δεν είναι πια χρήσιμος σύμμαχος στην προσπάθεια για λιγότερη λιτότητα (1,5% αντί για 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα το 2018 υποτίθεται ότι προτείνει ο Τόμσεν) και γενναιότερη μείωση χρέους; Ή δεν είναι πια η μείωση του χρέους το άγιο δισκοπότηρο της πολιτικής μας;

Προς το παρόν μοιάζει να βρισκόμαστε σ' ένα δωμάτιο γεμάτο καπνούς και καθρέφτες, όπου όλοι οι παίκτες κρύβουν τις πραγματικές τους επιδιώξεις. Αλλά είναι βέβαιο ότι η ατμόσφαιρα γρήγορα θα καθαρίσει. Και σε καλό να μας βγει...