ΤΟ BLOG
24/02/2015 14:42 EET | Updated 25/04/2015 08:12 EEST

Υποσημειώσεις: Ο Τζιμάκος είναι γυμνός;

Eurokinisi

«Κι εγώ σ αγαπώ γαμώ το Χριστό μου», ήταν ο στίχος που έβαλε φωτιά στη δεκαετία του 80. Ο Τζίμης Πανούσης είχε έρθει για να μείνει. Φυσικά το τραγούδι απαγορεύτηκε κι έτσι το μαθε όλη η Ελλάδα από παράνομες κασέτες. Από τη χούντα είχαν να κυκλοφορήσουν παράνομα τραγούδια κι ήταν η «εσάνς επαναστατικότητας» που χρειαζόταν η ανήμερη εφηβεία μας για να νιώσουμε κι εμείς αντάρτες.

Ο Πανούσης δεν έμεινε σ αυτόν το στίχο και αργά και μεθοδικά απέδειξε ότι και σαρκαστικό λόγο είχε και καυστική σκέψη και σατιρική ματιά και τόλμη να λέει τα ανείπωτα στη δυσανεξία του αυτοσαρκασμού της ελληνικής κοινωνίας είχε. Έγινε Τζιμάκος, απέκτησε φανατικό κοινό πολυπληθέστερο κατ αντιστοιχία των απόψεων που εκφράζει κι έγινε ο πιο «mainstream ακραίος αντισυστημικός» σατιρικός καλλιτέχνης.

Αφού σταμάτησε το ραδιόφωνο απ τον Σκάι κι ίσως και λόγω κάποιων άλλων προσωπικών προβλημάτων, οι παρεμβάσεις του στα κοινωνικά τεκταινόμενα ήταν όλο και πιο σπάνιες. Τα τελευταία χρόνια ή μέθοδος είναι όλο και πιο προβλέψιμη, πιο κλισέ, πιο SOP (standard operating procedure). Κάθε χρόνο πριν ξεκινήσει το live του, με μια αφίσα, μια δήλωση, με κάποιον τρόπο, θα βρει να προκαλέσει και να κάνει ντόρο.

Δεν έχω πρόβλημα με κανενός είδους διακωμώδηση όλων των συμβόλων, των θεσμών, της παράδοσης, των ιερών και των οσίων. Αυτή άλλωστε είναι η δουλειά της κωμωδίας, να κυνηγάει μια φαυλότητα ενώ η σάτιρα ξεκάθαρα κυνηγά έναν φαύλο. Η σάτιρα κρατάει ένα στιλέτο και θέλει να πληγώσει. Αν σκοτώσει ακόμα καλύτερα.

Δεχόμαστε επίσης ότι το κίνητρο του εμπαιγμού, της γελοιοποίησης του όποιου προσώπου που βάλλεται σατιρικά δεν είναι η ηθική επιθυμία να αναμορφώσει, όπως θεωρούσαν τον 18ο-19ο αιώνα αλλά απλώς η αισθητική επιθυμία του καλλιτέχνη να εκφραστεί. Ακόμη κι έτσι όμως, η ραδιοφωνική συνέντευξη του Πανούση στον Δημήτρη Καζάκη είναι ακατανόητη*.

Δεν είναι ότι οι φράσεις «Ο τάδε κι ο δείνα άρχισαν να τους φεύγουν τα χεριά σα πεταλουδίτσες...» ή «Ο τάδε φεύγει κανονικά σαν κοπέλα τελειωμένη, δεν μπορεί να συγκρατηθεί» (κατονομάζοντας κιόλας τους ανθρώπους που κατά την από καναπέως διάγνωση του είναι ομοφυλόφιλοι), αδυνατούν να χαρακτηριστούν ως αισθητική επιθυμία έκφρασης ώστε να ενταχθούν σ ένα σατιρικό πλαίσιο. Είναι ότι στερούνται παντελώς νοήματος, σκοπού, λόγου.

Είναι επίπληξη που είναι (αν είναι) gay; Είναι παραδείγματα υποκρισίας που είναι gay (αν είναι) αλλά το κρύβουν; Είναι η προτροπή ν' αποκαλύψουν ότι είναι gay γιατί δεν είναι κακό και ντροπή αλλά παρόλα αυτά μόλις κάνουν coming out «..θα γελάσουμε» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε; Είναι ότι «οι gay που το κρύβουν, πηγαίνοντας στο άλλο άκρο, βγάζουν μιαν αντρίλα με συνέπεια να χτυπούν και γυναίκες»; -ναι το διέγνωσε κι αυτό.

Στις εύλογες διαμαρτυρίες δε, η απάντηση «Κύμα ομοφωνικής μανίας από Συριζαίες Λούγκρες κρυφές... Δεν μπορούν να παραδεχτούν, ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι κανονικοί άνθρωποι, όπως οι άντρες και οι γυναίκες», ήταν αντιστοίχως οξύμωρη αφού χρησιμοποίησε υποτιμητικά σημαίνοντα ώστε να υπερασπιστεί το σημαινόμενο.

Είναι ότι η δουλειά του έχει βαλτώσει κατά την προσωπική μου εκτίμηση, σαν τη δουλειά του Αγγελόπουλου ο οποίος μετά την «Αναπαράσταση» και τον «Θίασο» απλώς έκανε κύκλους επαναλαμβάνοντας τον εαυτό του;

Είμαι κι εγώ υπέρ του «coming out» στο συγκεκριμένο θέμα και πιστεύω θα βοηθήσει πολύ την ίδια την LGBT (lesbian, gay, bisexual, transgender) κοινότητα στην Ελλάδα αλλά αυτό προϋποθέτει την αυτόβουλη απόφαση του καθενός να προχωρήσει σε κάτι τέτοιο. Το να λες ότι θα τους κάνεις εσύ «coming out» φίλε Τζιμάκο, είναι σαν κάποιος να λέει «θα σου βγάλω μια selfie».

*Γράφοντας αυτό το άρθρο για τον Πανούση, αναρωτιόμουν αν γίνει σαφές ότι δεν είναι σαφής.