ΤΟ BLOG
03/11/2015 13:21 EET | Updated 03/11/2016 07:12 EET

Στο Πάντειο ξανά

Όσον αφορά την οργάνωση του Παντείου, κανένα βήμα προς τα εμπρός. Παραθέτω σύντομα κάποια ενδεικτικά παραδείγματα. Πρώτον, μπορεί να βρισκόμαστε στη 2η μέρα του Νοέμβρη. Φοιτητική ταυτότητα, ωστόσο, δεν έχουμε παραλάβει- αντίστοιχα, πολλοί προπτυχιακοί φοιτητές δεν έχουν παραλάβει συγγράμματα. Στη δική μου περίπτωση, καθώς για τις ανάγκες κάποιων μεταπτυχιακών μαθημάτων είναι πιθανόν να χρειαστεί να διαβάσεις μερικά άρθρα ή κείμενα κάθε εβδομάδα, που βρίσκονται σε διαφορετικά βιβλία, αυτό σημαίνει πως δεν μπορώ ούτε βιβλίο να δανειστώ.

Tilemahos Efthimiadis/Flickr

Κάθε χρόνο, κάθε Σεπτέμβρη ειδικότερα, είναι η σειρά αρκετών ντουζίνων χιλιάδων εφήβων να απογοητευτούν κι εκείνοι, για ακόμη έναν λόγο, η ύπαρξη του οποίου δεν είχε χρειαστεί να τους απασχολήσει έως τότε, ίσως. Πρόκειται για τους πρωτοετείς φοιτητές κι αφορά όλο το εύρος των απανταχού άτυχων: εκείνους που πέρασαν στην πρώτη τους επιλογή και μένει να φανεί εάν θα τους «βγει» ή όχι, εκείνους που βρέθηκαν σε μια απ' τις πρώτες επιλογές του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, εκείνους που «ξέμειναν» ή «έτυχε» να βρεθούν στο συγκεκριμένο τμήμα.

Κι αν η τελευταία κατηγορία όλο και τείνει να μειώνεται τα τελευταία χρόνια, καθώς τα χρήματα για πειραματισμούς στερεύουν ασφυκτικά, είναι η τεράστια πλειοψηφία των πρωτοετών εκείνοι που, παραδοσιακά γαλουχημένοι με τις αμερικάνικες νεανικές κωμωδίες που διαδραματίζονται σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα ξένα προς εμάς, στην πρώτη τους επίσκεψη στο Ακαδημαϊκό Ίδρυμα όπου τους μέλλει να περάσουν τα επόμενα χρόνια, άλλα φαντάζονται- κι άλλα τους δίνονται.

Βρέθηκα στο Πάντειο, για να παραστώ στη δική μου, εξατομικευμένη τελετή απογοήτευσης, τον Σεπτέμβριο του 2010. Ψαρωμένος δεκαοχτάρης κι εγώ, είχα προλάβει να δω αρκετές από τις προαναφερθείσες ταινίες- μα, και να ακούσω τους μεγαλύτερους να με προσγειώνουν, με το χαμόγελο εκείνου που γνωρίζει, που έχει δει πάντα. «Άραξε», μου λέγανε. «Στην Ελλάδα είσαι».

Ο Σεπτέμβρης του 2015 με βρήκε στο Πάντειο και πάλι. Μεταπτυχιακό πλέον (το Πάντειο είναι από τα λίγα, τελευταία Ακαδημαϊκά Ιδρύματα της χώρας που προσφέρουν μεταπτυχιακά προγράμματα δίχως δίδακτρα), έχοντας ακούσει και πει και ο ίδιος το «στην Ελλάδα είσαι» περισσότερες φορές από ότι μπορώ να θυμηθώ, με τον ίδιο εκείνο τόνο που μου κληρονόμησαν. Ταυτόχρονα, στο ίδιο το Πάντειο, τόσα εξάμηνα μετά λίγα έχουν αλλάξει- κι ελάχιστα για καλό.

Τότε, με το που έφτανες για εγγραφή στη Γραμματεία, κάποιοι άνθρωποι ήταν εκεί για σένα. Παρά τη ζέστη, παρά το ότι έχουν και δικές τους δουλειές θα έλεγες- αργότερα, θα καταλάβαινες πως αυτή ακριβώς ήταν η δουλειά τους. Μια όμορφη κοπέλα από την ΔΑΠ θα σε πλησίαζε και θα σου μιλούσε λες και σήμερα, 12 το μεσημέρι είσαι εσύ όντως το κέντρο του κόσμου. Κάποιος από την ΚΝΕ θα πλησίαζε το πρόσωπο του ασφυκτικά κοντά στο δικό σου, ενώ σου χάριζε την εισαγωγική ερώτηση: «πως βλέπεις τα πράγματα;». Και ο κλασικός τύπος από την ΠΑΣΠ, με το γυαλάκι και το καφεδάκι, με το αυτάρεσκο χαμογελάκι, θα σε πλησίαζε σίγουρος και χαλαρός- ο δικός σου κολλητός της διπλανής πόρτας.

Κάποια χρόνια μετά... ε, βασικά, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όλες οι παρατάξεις κρατάνε σταθερά τα τραπεζάκια τους και μπορείς εύκολα να παρατηρήσεις με ποιον ακριβώς ρυθμό ανανεώνονται τα πρόσωπα πίσω από τις προσφερόμενες σημειώσεις των μεν, πάνω από καφέδες και αφίσες των δε, στο κάθε τραπεζάκι. Ίσως φαντάζει απίστευτο που η ΠΑΣΠ, για παράδειγμα, καταφέρνει ακόμη να συγκεντρώσει ένα υποτυπώδες σύνολο ατόμων που αδυνατεί να αντιληφθεί πως ο ασθενής είναι νεκρός ή ίσως πάλι, εάν έχεις την ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα που βιώνει η χώρα, θα περίμενες άλλα μηνύματα να αναγράφονται στις αφίσες που καλύπτουν κάθε υποψία επιφάνειας στο χώρο του Πανεπιστημίου.

Σε κάθε περίπτωση, η παρατήρηση μιας τόσο απλής και συνηθισμένης, για τα ελληνικά δεδομένα, εικόνας, αρκεί για να διαπιστώσεις το βασικό: πως εμείς, οι άνθρωποι πάμε κι ερχόμαστε- οι καταστάσεις αυτές είναι που θα βρίσκονται εδώ και μετά από μας. Εξ' ου και το «στην Ελλάδα είσαι». Εμείς θα φύγουμε, θα φύγουν κι οι επόμενοι. Τα τραπεζάκια, όμως, θα είναι πάντα εκεί. Όπως εκεί θα μείνουν κι οι αφίσες, η κάπνα μες σε κάθε όροφο, τα αποτσίγαρα σε πατώματα, σκάλες, περβάζια. Τα κουμπάκια που λείπουν από τα ασανσέρ δεν θα τοποθετηθούν, κιμωλίες, σφουγγάρια και μαρκαδόροι για τους πίνακες κάθε αίθουσας δεν θα βρεθούν- όχι. Και τα συνθήματα που 'ναι γραμμένα πάνω τους με ανεξίτηλο μελάνι δεν θα σβηστούν.

Όσον αφορά την οργάνωση του Παντείου, κανένα βήμα προς τα εμπρός. Παραθέτω σύντομα κάποια ενδεικτικά παραδείγματα. Πρώτον, μπορεί να βρισκόμαστε στη 2η μέρα του Νοέμβρη. Φοιτητική ταυτότητα, ωστόσο, δεν έχουμε παραλάβει- αντίστοιχα, πολλοί προπτυχιακοί φοιτητές δεν έχουν παραλάβει συγγράμματα. Στη δική μου περίπτωση, καθώς για τις ανάγκες κάποιων μεταπτυχιακών μαθημάτων είναι πιθανόν να χρειαστεί να διαβάσεις μερικά άρθρα ή κείμενα κάθε εβδομάδα, που βρίσκονται σε διαφορετικά βιβλία, αυτό σημαίνει πως δεν μπορώ ούτε βιβλίο να δανειστώ. Δεν έχεις την ταυτότητα που σου αναλογεί, άρα δεν υπάρχεις, κάπως έτσι έχει το πράγμα. Αυτό ισχύει για τη δυνατότητα φθηνότερων μετακινήσεων και μηνιαίας κάρτας για τα Μέσα, για παράδειγμα, για τη σίτιση, για την αντίστοιχη χρηματική ελάφρυνση στην αγορά εισιτηρίων για θέατρο, ας πούμε. Το κράτος σου δίνει μια δυνατότητα, αποφασίζει να στην παράσχει- εσύ, απλά, καταλήγεις να τη λάβεις πολύ αργότερα.

Εμείς, τουλάχιστον, οι φοιτητές του συγκεκριμένου μεταπτυχιακού προγράμματος, είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε «δοκιμαστικά» για μία εβδομάδα όλα τα προσφερόμενα μαθήματα, προτού επιλέξουμε όσα κρίναμε πως ανταποκρίνονται αρτιότερα στις προσδοκίες και αναγκαιότητες μας. Βρισκόμασταν σε ένα τέτοιο μάθημα, λοιπόν, το οποίο προσφερόταν και για φοιτητές άλλου μεταπτυχιακού. Μας κάνει μια μικρή παρουσίαση η καθηγήτρια, μας εξηγεί πως θα διαρθρωθεί το πρόγραμμα, τις θεματικές του. «Σκεφτείτε το, δείτε και τα υπόλοιπα μαθήματα κι ενημερώστε με», καταλήγει. Μόνο που τότε έμελε να πληροφορηθούμε κι εμείς και η ίδια: οι φοιτητές του άλλου προγράμματος είχαν κληθεί να καταθέσουν ήδη τις επιλογές τους- είχαν, δηλαδή, αναγκαστεί να επιλέξουν τα μαθήματα που θα παρακολουθούσαν, πριν τους δοθεί μια πρώτη εικόνα.

Σίγουρα, δεν είναι τόσο τραγικό. Αποτελεί, πιθανότητα, πρακτική και πανεπιστημίων του εξωτερικού και, υποτίθεται, σε κάποιο βαθμό ξέρεις με τι περίπου θες να ασχοληθείς. Ποια η λογική, όμως, του να προσφέρεις στον έναν μία δυνατότητα, ενώ ταυτόχρονα την στερείς από κάποιον άλλο; Την ίδια στιγμή οι καθηγητές- γενικώς τρέφω μεγάλη εκτίμηση για τους καθηγητές του Παντείου- καλούνται να λειτουργήσουν σε συνθήκες το λιγότερο δυσχερείς. «Δεν παλεύουμε με όσα έχουμε, παλεύουμε με όσα δεν έχουμε», μας είπε ενδεικτικά μια καθηγήτρια, καλωσορίζοντας μας στο πρόγραμμα κι εκθέτοντας εμπρός μας ένα τμήμα μόνο των δυσκολιών, που όλο και προκύπτουν. Αίθουσες διαθέσιμες δεν υπάρχουν, οι προτζέκτορες αποτελούν είδος προς εξαφάνιση. Καθίσματα ή επιφάνειες γραφής λείπουν, γραφεία βρίσκονται το πρωί παραβιασμένα.

Κοιτάς τα βιογραφικά των καθηγητών, βλέπεις που έχουν δουλέψει, φαντάζεσαι τις συνθήκες. Κι απορείς, πως τα βγάζει πέρα κάποιος εδώ, που έχει δει πως θα πρέπει να τηρούνται κάποιες βασικές διαδικασίες; Πως βουτάς τον εαυτό σου κάθε πρωί στην τρέλα, όταν στο παρελθόν σου έχει δοθεί η δυνατότητα να εργαστείς σε συνθήκες αξιοπρεπείς;

Ταυτόχρονα, ενώ η πλειοψηφία των διοικητικών υπαλλήλων είναι εξυπηρετικότατοι και πρόθυμοι να συνδράμουν, υπάρχει μια ανέγγιχτη μερίδα διοικητικών που η παρουσία σου απλώς τους ενοχλεί, η παράλογη απαίτηση σου να κάνουν αυτό που τους αναλογεί τους προσκαλεί δυσφορία. Κρατημένοι σφιχτά απ' τις καρέκλες, η πιο λαμπρή και θορυβώδης αποτύπωση μιας Ελλάδας που πασχίζει με όλες της τις δυνάμεις να μην αλλάξει.