ΤΟ BLOG
13/04/2016 08:03 EEST | Updated 14/04/2017 08:12 EEST

Τρεις εβδομάδες μετά τις Βρυξέλλες: Πόσο κοστίζει η «ασφάλεια» μας τελικά;

JOHN THYS via Getty Images

Η είδηση της χθεσινής ημέρας έλεγε: συναγερμός στις αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες της Ευρώπης. Ο αδερφός του Αμπντελχαμίντ Αμπάουντ, του ανθρώπου που έως και σήμερα θεωρείται ο ενορχηστρωτής των επιθέσεων στο Παρίσι τον περασμένο Νοέμβριο, επιστρέφει απ' τη Συρία για να πάρει εκδίκηση. Ένα δεκαπεντάχρονο παιδί, στην ουσία, που πιθανότατα ακολούθησε ίδια πορεία με τα χιλιάδες ασυνόδευτα ανήλικα που φτάνουν στην Ευρώπη τους τελευταίους μήνες, καταφέρνει να θέσει σε επιφυλακή την Interpol- που τον αναζητάει ήδη, συντονισμένα, επί εβδομάδες- και να φιγουράρει στις «μεγάλες» ειδήσεις των Μέσων. Ο νέος μεγάλος μας «κακός», η εικόνα του οποίου με ένα καλάσνικοφ στον ώμο θα πρωταγωνιστεί στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ μέχρι να μας γίνει γνωστός ο επόμενος, είναι ένα μικρό, αμούστακο παιδί. Με τη διαφορά πως, όντας Ευρωπαίος πολίτης, ευρισκόμενος σε ευρωπαϊκό χώμα ο Αμπάουντ τζούνιορ, δε θα αναγκαστεί να υπομείνει όσα τόσοι συνομήλικοι και μικρότεροι και μεγαλύτεροι, επί μέρες και βδομάδες ή και μήνες, υφίστανται. Διόλου απίθανο, άλλωστε, να βρίσκεται ήδη οπουδήποτε εντός της Ευρώπης και να ετοιμάζει πράγματι την εκδίκηση, που προειδοποίησε πως θα πάρει για το νεκρό του αδερφό.

Το γεγονός πως η εξαγγελθείσα πρόθεση ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού αρκεί ώστε να προκαλέσει τέτοιο εύρος πανικού, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, είναι ενδεικτικό: όχι μόνο της αποδεδειγμένης αναποτελεσματικότητας που διέπει τις ευρωπαϊκές Αρχές «ασφαλείας», αλλά και της γενικότερης, νέας κατάστασης την οποία θα πρέπει καλώς-κακώς όλοι να συνηθίσουμε. Γιατί είναι αυτονόητο πως έφτασε και για εμάς πια μία εποχή, όπου ο οποιοσδήποτε θεωρήσει εαυτόν αρκούντως δυσαρεστημένο ή αδικημένο, μπορεί να καταστεί σε ελάχιστο χρόνο- σε λίγες ημέρες ή και λίγα λεπτά, ακόμη- κι αρκούντως επικίνδυνος.

Το είδαμε πριν λίγες ημέρες με έναν μεθυσμένο να πυροβολεί απ' το διαμέρισμα του, στο Παρίσι, σπέρνοντας τον πανικό και ξυπνώντας μνήμες κάθε άλλο παρά επιθυμητές. Το παρακολουθήσαμε ζωντανά, εμείς και όλος ο κόσμος, το πρωί της 29ης Μαρτίου. Στην αεροπειρατεία του αιγυπτιακού αεροσκάφους που προσγειώθηκε στην Κύπρο, τα δήθεν εκρηκτικά με τα οποία ήταν ζωσμένος ο εξ όψεως συμπαθής κυριούλης ήταν, στην πραγματικότητα, καλύμματα κινητών τηλεφώνων. Αυτό, βέβαια, δεν τον εμπόδισε να στρέψει την προσοχή όλης της Δύσης πάνω του, να προκαλέσει διακρατικές διαβουλεύσεις και την ανάπτυξη ειδικών δυνάμεων του στρατού περιμετρικά του αεροσκάφους που έθεσε στην διάθεση του. Οι Η.Π.Α. και η Τουρκία έχουν, αναμφίβολα, διαφορετικά προβλήματα. Καθώς ομοιάζουν, όμως, στην έφεσή τους να αρνούνται επιδεικτικά να ασχοληθούν με την επίλυσή αυτών, οι πολίτες τους παρακολουθούν περίπου μία φορά την εβδομάδα, ή και συχνότερα, τί κακό μπορεί να κάνει σήμερα κανείς, αρκεί να το θελήσει: έχουμε εισβολές σε δημόσιους χώρους και πυροβολισμούς κατά πάντων στην πρώτη περίπτωση, βομβιστικές επιθέσεις στη δεύτερη.

Απέναντι στην ευκολία αυτή, με την οποία δύναται κανείς να βλάψει, και η οποία θα εκφράζεται και στην Ευρώπη πλέον κατά τα χρόνια που έρχονται, οι ευρωπαϊκές Αρχές φαντάζουν ακατάλληλες. Ενώ γνωρίζουν, παραδέχονται και διατρανώνουν δίχως επιφύλαξη πως «δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσεις κάποιον, ο οποίος είναι αποφασισμένος να ανατιναχτεί σκοτώνοντας κι άλλους», δεν δείχνουν ιδιαίτερα ικανές ή προετοιμασμένες να θέσουν, έστω, σε αυτόν τον κάποιο, κάποια εμπόδια. Το ότι η επίθεση στις Βρυξέλλες- στο κεντρικό αεροδρόμιο και κεντρικό σταθμό του μετρό, ας μη ξεχνάμε- οργανώθηκε στο πόδι, όπως λέγεται, είναι ενδεικτικό. Οι αναφορές σε σχετική επικοινωνία που προηγήθηκε της επίθεσης, μεταξύ Η.Π.Α., Τουρκίας και Βελγίου και Ολλανδίας, όπου η κρίσιμη πληροφορία χάθηκε στη μετάφραση, λόγω των πολιτικών παιχνιδιών των εμπλεκομένων μεριών, ενδεικτικές επίσης.

Μαθαίνουμε όμως και άλλα: πως τρομοκράτες που, στην συνέχεια θα προέβαιναν στις επιθέσεις, είχαν σταματηθεί στο δρόμο, για να αφεθούν ελεύθεροι να συνεχίσουν την πορεία τους, στη συνέχεια. Πως ο Αμπντεσλάμ, αμέσως μετά την επίθεση στο Παρίσι έκανε τις βόλτες του με αυτοκίνητο, με σχετική άνεση, κάνοντας στάσεις για να καπνίσει χασίς και να χαλαρώσει, προτού περάσει στο Βέλγιο και τις Βρυξέλλες, όπου θα έβρισκε κρησφύγετο για 4 μήνες, όχι μακριά από το σπίτι του. Στην καρδιά της Ευρώπης, όπως ακούμε να επαναλαμβάνεται.

Μαθαίνουμε, επίσης, πως υπάρχουν επιθέσεις που έχουν αποτραπεί καθαρά από θέμα τύχης, επειδή οι εκρηκτικοί μηχανισμοί δεν πυροδοτήθηκαν- όχι μία ή δύο φορές. Πως στο Βέλγιο κάθε περιφέρεια έχει τη δική της Αστυνομική Ακαδημία και πως η επικοινωνία- και, άρα, συνεργασία- μεταξύ τους, είναι από περιορισμένη έως ελάχιστη στις περισσότερες περιπτώσεις- μη υπαρκτή, σε άλλες. Και δε χρειάζεται να μάθουμε τώρα, βεβαίως, τις πολιτικές σκοπιμότητες και τα εθνικιστικά παιχνίδια των εκάστοτε κυβερνήσεων, που αποτελούν βραχνά για οποιαδήποτε πραγματική συνεργασία και, άρα, αποτελεσματικότητα, στην προάσπιση της ασφάλειας που ευαγγελίζονται.

Οι αρχηγοί των κρατών μας και οι ανώτατοι ηγέτες της Ευρώπης, τους οποίους δεν εκλέξαμε, ωστόσο, μας βεβαιώνουν: θα φροντίσουν εκείνοι για τη δική μας ασφάλεια. Ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, την επαύριο κάθε νέου χτυπήματος, επαναφέρει σταθερά το αίτημα της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής CIA, ενώ στη Δανία εξετάζεται σοβαρά η πιθανότητα να περιοριστούν οι λειτουργίες της Αστυνομίας, έναντι των στρατιωτικών δυνάμεων. Ακολουθώντας το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου οι δύο τρομοκρατικές επιθέσεις κύριο αποτέλεσμα είχαν πρωτίστως την μονιμοποίηση κι εδραίωση μιας συνθήκης «έκτακτης ανάγκης» και, εξίσου σημαντικά, την ενίσχυση των ποσοστών δημοφιλίας Βαλς και Ολάντ, που κατά τα άλλα, έως τότε κατρακυλούσαν, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ετοιμάζονται συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα σημάνουν το τέλος των δικαιωμάτων μας, όπως τα ξέραμε. Το Συμβούλιο της Ευρώπης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, η Ένωση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επίσης- ποιoς ακούει, όμως;

Εκατομμύρια εξακολουθούν ακόρεστα να διατίθενται για την προμήθεια εξοπλισμού ασφαλείας, τη στιγμή που δεν εκφράζεται ιδιαίτερη θέληση για εμβάθυνση στηn πολυπλοκότητα και σημαντικότητα των ριζών του προβλήματος. Τα περισσότερα από 500 εκατομμύρια ευρώ που ξόδεψε το Βέλγιο, κατά την τελευταία διετία, για παράδειγμα, αποδεικνύεται πως δεν ήταν αρκετά ώστε να αποτραπεί μία επίθεση που αναγνωρίζεται ως «πρόχειρη», στην καρδιά της πρωτεύουσας της χώρας και της ηπείρου, από περιορισμένο αριθμό ατόμων, για τα οποία μάλιστα είχε υπάρξει προειδοποίηση. Ενώ, λοιπόν, μελετητές και αναλυτές υπογραμμίζουν την εξ άνωθεν ιδιοποίηση των συνθηκών που επιβάλλονται, για σκοπούς που δεν συνδέονται απαραίτητα με την τρομοκρατία και ενώ καταγγέλλονται οι επιπτώσεις που μπορούν να υπάρξουν για τις ατομικές και συλλογικές μας ελευθερίες, αναρωτιέται κανείς: αξίζει η θυσία αυτή;

Για να δοθεί μία απάντηση θα χρειαστούν βέβαια χρόνια. Ας δούμε όμως την περίπτωση των Η.Π.Α., που παρουσιάζει κάποιες αναλογίες προς όσα βιώνει σήμερα η Ευρώπη.

Περίπου ένα χρόνο πριν, τη 1η Ιούνη 2015, τα αμερικανικά δίκτυα μετέδιδαν τα αποτελέσματα ενός ελέγχου που είχε πραγματοποιηθεί στα αεροδρόμια της χώρα τους. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι ομοσπονδιακοί ερευνητές που είχαν αναλάβει να εξετάσουν την αποτελεσματικότητα των σημείων ελέγχου, βρίσκονταν σε θέση να «περάσουν» εκρηκτικά και βαρύ εξοπλισμό στο 95% των περιπτώσεων. Συγκεκριμένα, από τα 70 αεροδρόμια ανά την αμερικανική επικράτεια που συμμετείχαν στον έλεγχο, ορισμένα εκ των οποίων κατατάσσονται μεταξύ των πιο σημαντικών όσον αφορά τον αριθμό ατόμων που εξυπηρετούν καθημερινά, σε μόλις 3 από αυτά κατέστη δυνατό να εντοπιστούν τα απαγορευμένα φορτία. Ως πλήρως χαρακτηριστική, όσον αφορά την ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα των θεσπισμένων ελέγχων, είχε τότε αναφερθεί η περίπτωση, κατά την οποία οι Αρχές του αεροδρομίου αρχικά σταμάτησαν έναν ερευνητή που περνούσε από το ειδικό μηχάνημα, όταν και ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος, αλλά καθώς κατά τη διάρκεια του σωματικού ελέγχου δεν εντοπίστηκε ο εκρηκτικός μηχανισμός που εκείνος έφερε πάνω του, αφέθηκε ελεύθερος να συνεχίσει το ταξίδι του.

Ανάλογα αποτελέσματα είχαν έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν το 2013, με οπλισμό και εκρηκτικά να διακινούνται ανεμπόδιστα, δίχως να γίνουν αντιληπτά, από τα σημεία ελέγχου των αεροδρομίων. Κρίνεται σκόπιμο, βέβαια, να θυμηθούμε πού σημειώνονται τα όσα αναφέρουμε: στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, περισσότερο από μια δεκαετία μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όπου ο περίφημος Πατριωτικός Νόμος έχει επηρεάσει σύσσωμη την κοινωνική και πολιτική ζωή και επενδύονται κάθε χρόνο τεράστια ποσά σε εξοπλιστικά συστήματα και αναβάθμιση των συστημάτων ασφαλείας. Μόνο τα τελευταία χρόνια, και μόνο για την ασφάλεια στα αεροδρόμια, οι Η.Π.Α. έχουν δαπανήσει περισσότερα από 550 εκατομμύρια ευρώ- χρήματα που θα μπορούσαν, όπως αποδεικνύεται, να διατεθούν κάπου αλλού, όπου ίσως και να έπιαναν τόπο.

Είναι γνωστή και ακούγεται πολύ τελευταία η ρήση του Benjamin Franklin, σύμφωνα με την οποία «όσοι θυσιάζουν στοιχειώδεις ελευθερίες για λίγη ασφάλεια, δεν αξίζουν ούτε ελευθερία ούτε ασφάλεια». Δυστυχώς για εμάς, όμως, οι ελευθερίες που θα θυσιαστούν, δίχως να ρωτηθούμε, είναι αβέβαιο εάν θα μπορέσουν να προσφέρουν τελικά την όποια ασφάλεια- ή, έστω, μία αίσθηση αυτής.