ΤΟ BLOG
04/02/2015 14:18 EET | Updated 06/04/2015 08:12 EEST

Should I stay or should I go?

ASSOCIATED PRESS

Να μείνω ή να φύγω; Αυτό είναι το ερώτημα που συνεχίζει να ταλανίζει τη νέα γενιά Ελλήνων που βλέπουν τη σύγχρονη πραγματικότητα όπως έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα στη μετα κρίσης εποχή να αδυνατεί να προσφέρει ευκαιρίες και να στεγάσει τα ονειρά τους. Νέοι, μορφωμένοι, φιλόδοξοι δίνουν ραντεβού στα αεροδρόμια αναζητώντας σε άλλες χώρες αυτό που δε βρίσκουν στην Ελλάδα: ευκαιρίες να προσφέρουν και να φανούν χρήσιμοι.

Η Βρετανική εφημερίδα Guardian σε ένα ρεπορταζ που έκανε αίσθηση και συζητήθηκε πολύ, κάνει λόγο για τη μεγαλύτερη διαρροή επιστημόνων (brain drain) στο σύγχρονο δυτικό κόσμο. Μόνο τα τελευταία 5 χρόνια περίπου 200 χιλιάδες νέοι Έλληνες επιστήμονες, στην πλειοψηφία τους γιατροί, μηχανικοί, οικονομολόγοι και νέοι επιχειρηματίες μετανάστευσαν σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και πολλές άλλες.

Με τα επίπεδα ανεργίας αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα να παραμένουν τα υψηλότερα στην Ευρώπη (25% στο συνολικό πληθυσμό και 50% στους νέους) αλλά και τις συνθήκες εργασίες για όσους τυχερούς καταφεραν να βρουν μια κάποια απασχόληση να χειροτερεύουν χρόνο με το χρόνο, η τάση μοιάζει δύσκολο να ανατραπεί στο άμεσο μέλλον. Επιπλέον, η υποχρηματοδότηση των Ελληνικών πανεπιστήμιων, η έλλειψη ερευνητικών κονδυλίων και η άνευ προηγουμένου επίθεση που δέχτηκαν οι Έλληνες ακαδημαϊκοί στα μισθολογικά τους δικαιώματα δεν αφήνει καμία επιλογή στους νέους που θέλουν να ακολουθήσουν ακαδημαϊκή καριέρα. Δεν είναι τυχαίο ότι στα βρετανικά πανεπιστημία έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια μια προτοφανή «εισβολή» Ελλήνων υποψήφιων διδακτόρων και ακαδημαϊκών σε όλα τα επίπεδα. Μια βόλτα στα κεντρικά πανεπιστήμια του Λονδίνου θα σας κάνει να αναρωτηθείτε αν όντως βρίσκεστε σε χώρα του εξωτερικού ή στο προαύλιο του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου!

Η ελπίδα ήρθε ή αργεί ακόμη;

Στις 25 Γενάρη άλλαξαν με τη μορφή σεισμού οι πολιτικές ισορροπίες στην Ελλάδα. Τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας μετά απο 41 χρόνια εναλλαγής (και τα τελευταία χρόνια συνύπαρξης) στην εξουσία φαίνεται να εισέρχονται σε μια περίοδο υπαρξιακής αναζήτησης και εσωστρέφειας. Ο 40χρονος Αλέξης Τσιπρας αναδείχτηκε σε «άλογο κούρσας» καταφέρνοντας να μετριάσει προεκλογικά το ριζοσπαστικό του λόγο, να πλασαριστεί ως ενωτικός και μετριοπαθής και τελικά να προσεγγίσει μικροαστικά και συντηρητικά ακροατήρια με βασικό επικοινωνιακό όπλο την «ελπίδα» που «έρχεται».

Οι Ευρωπαίοι κρατάνε μια στάση αμηχανίας αλλά και αναμονής καθώς κανείς στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο δε φαίνεται να επιθυμεί τη σύγκρουση. Στο μεταξύ τον τελευταίο καιρό είναι προφανές ότι υπάρχουν διεργασίες ζυμώσεων σε ευρωπαικό και παγκόσμιο επίπεδο με βασικό διακύβευμα το αν είναι βιώσιμο το ελληνικό χρέος και αν η λιτότητα είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος εξόδου από την οικονομική κρίση. Άλλωστε το δημόσιο χρέος, η λιτότητα και η ανεργία είναι θέματα που συνδέονται το ένα με το άλλο και αλληλοτροφοδοτούνται. Σημειωτέον, τα θέματα αυτά δεν είναι αποκλειστικά και μονο ελληνικού ενδιαφέροντος. Ευρωπαικές χωρες που υποφερουν επισης απο τις πολιτικές λιτότητας και αδυνατούν να διαχειριστούν το διογκωμενό χρέος τους παρατηρούν με ιδιαιτερο ενδιαφέρον τις εξελίξεις.

Οι απόψεις ακόμη διίστανται αλλά δε περνά από κανέναν απαρατήρητο το γεγονός ότι πληθαίνουν οι φωνές που ομολογούν ότι η λιτότητα ίσως δεν είναι μονόδρομος και ότι θα μπορούσε να ανοίξει μια συζήτηση για το ελληνικό χρέος. Τετοιες απόψεις διατυπώνται με μεγαλύτερη ένταση ιδιαίτερα μετά το αποτέλεσμα των Ελληνικών εκλογών κυρίως από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, κάποιους κύκλους στη Μεγάλη Βρετανία αλλά και σε χώρες στην καρδιά της Ευρώπης. Είναι προφανές ότι οι πιέσεις θα ενταθουν προς τη γερμανική πλευρά η οποία δεν έχει ανοίξει ακόμα τα χαρτιά της για το ποιές θα είναι οι σχέσεις με τη νέα ελληνική κυβέρνηση.

Το Ινστιτούτο Οικομικών Levy και το ενδιαφέρον για την Ελλάδα

Αμέσως μετά την ανακοίνωση σχηματισμού κεβέρνησης στη Αθήνα ένα από τα πρόσωπα που συγκέντρωσε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας είναι η μέχρι χθες άγνωστη στο ευρύ κοινό Ράνια Αντωνοπούλου. Η Ράνια Αντωνοπούλου συμμετέχει στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα σε εξαιρετικά κρίσμο πόστο ως Αναπληρώτρια Υπουργός Εργασίας υπεύθυνη για την καταπολέμηση της ανεργίας.

Το κυβερνητικό στέλεχος προέρχεται από τον ακαδημαϊκό χώρο με σημαντικές θέσεις σε πανεπιστήμια της Αμερικής και πληθώρα δημοσιεύσεων στα οικονομικά θέματα. Εντύπωση προκαλέι όμως το ότι η κ. Αντωνοπούλου είναι επίσης διευθύντρια του τμήματος έρευνας για την ισότητα των φύλων του Levy Economics Institute στη Νέα Υόρκη. Ποιό είναι όμως το Levy Economics Institute;

Το Ινστιτούτο Οικονομικών Levy βρίσκεται στο Κολλέγιο Bard, στη Νέα Υόρκη και είναι γνωστό για την έρευνα πάνω στις κεϋνσιανές και μετακεϋνσιανές οικονομικές θεωρίες. Πρόεδρός του είναι ο καθηγητής της έδρας Οικονομικών Jerome Levy Δημήτρης Παπαδημητρίου. 'Οπως μπορεί κανείς να δει στο βιογραφικό του, ο Παπαδημητρίου είναι μέλος των Συντακτικών Επιτροπών περιοδικών όπως το Επιθεώρηση για το Εισόδημα και τον Πλούτο, καθώς και οργανισμών όπως το Οικονομικό Κλαμπ της Νέας Υόρκης, η Ελληνοαμερικανική Ένωση Τραπεζιτών, και η Επιτροπή Bretton Woods. Το Ινστιτούτο διατηρεί παραδοσιακά αυξημένο ενδάφερον για τα θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα με πληθώρα δημοσιεύσεων και άρθρων-παρεμβάσεων που εκφράζουν επιφυλάξεις ή ακόμη κι αμφισβητούν την εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Κοινό μυστικό είναι οι καλές σχέσεις με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αν ρίξει κάποιος μια ματιά σε πρόσφατες εκδηλώσεις του Ινστιτούτου και στην λίστα των ομιλητών θα δει πολλά γνωστά στελέχη του κόμματος. Αυτές οι παραδοσιακά καλές σχέσεις φαίνεται να επισφραγίστηκαν και με την τοποθέτηση της Ράνιας Αντωνοπούλου στο ψηφοδέλτιο επικρατείας αρχικά και σε κυβερνητικό πόστο στην συνέχεια με σημαντικό χαρτοφυλάκιο.

Η αντιμετώπιση της ανεργίας σε πρωτο πλάνο

Η Ράνια Αντωνοπούλου, σύμφωνα με δημοσιεύματα, έχει στα συρτάρια της μελέτη που έχει εκπονηθεί τα τελευταία δύο χρόνια που αμφισβητεί την ουσία της της εφαρμοζόμενης πολιτικής απασχόλησης στην Ελλάδα και προτείνει εναλλακτικό σχέδιο για την τόνωση της αγοράς εργασίας. Σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις η μελέτη υποστηρίζει τη σημασία της κρατικής παρεμβατικότητας και των κρατικών επενδύσεων σε περίοδο κρίσης. Όταν ο καταπονημένος από τη συνεχόμενη οικονομική κρίση ιδιωτικός τομέας αδυνατεί να χαραξει στρατηγική επενδύσεων, το κράτος μπορεί να αναλάβει τον ρόλο να τονώσει την οικονομία με ένα γενναίο πρόγραμμα αύξησης κρατικών δαπανών. Ένα τέτοιο νέο «σχέδιο Μάρσαλ» όπως συχνά αναφέρεται από διάφορους κύκλους, θα δημιουργούσε 500 χιλιαδες θέσεις κοινωφελούς εργασίας για ένα έτος και θα μέιωνε σημαντικά τα ποσοστά ανεργίας. Το κόστος με μια πρώτη ματιά είναι κάθε άλλο παρά αμελητέο (υπολογίζεται στα 7 δις) αλλά φαίνεται να μετριάζεται λόγω της επιστροφής εργατικών εισφορών στα κρατικά ταμεία. Επίσης τα οφέλη θα ήταν σημαντικά ως προς την τόνωση της οικονομίας, της κατανάλωσης αλλά και και κυρίως της αντιστροφής του κλίματος. Μια τέτοια επιθετική πολιτική θα δημιουργούσε συνθήκες ανάκαμψης και στον ιδωτικό τομέα ενώ υπό προυποθέσεις θα έθετε τις βάσεις και για τον επαναπατρισμό χιλιάδων Ελλήνων επιστημόνων από το εξωτερικό.

Οι επιφυλάξεις απέναντι σε τέτοια φιλόδοξα σχέδια ενεργητικων κρατικών παρεμβάσεων είναι μεγάλες από κυριάρχους οικονομικούς κύκλους στην Ελλάδα και από τη μεγάλη πλειοψηφία των κύκλων της Ευρώπης. Επίσης είναι φανερό ότι το θέμα της αντιμετώπισης της ανεργίας συνδέεται άμεσα με τη διαχείριση του χρέους και τις συνταγές λιτότητας. Αποσπασματικές, μονομερείς ενέργειες που δεν λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των παραμέτρων και τη γνώμη των Ευρωπαϊκών εταίρων είναι καταδικασμένες να αποτύχουν.

Σε κάθε περίπτωση, το θετικό έιναι ότι η αντιμετώπιση της ανεργίας μπένει πλέον σε πρώτο πλάνο και ανοίγει μια πλατιά συζήτηση σε ένα θέμα που αφορα σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό όλες της χώρες της Ευρωζώνης. Το ποιά είναι η ενδεδειγμένη προσέγγιση παραμένει ζητούμενο. Όλο και περισσότεροι όμως φαίνεται να αναγνωρίζουν ότι η παρατεταμένη λιτότητα και η ανεργία αποτελούν βόμβα στα θεμέλια της Ευρώπης και ότι δεν μπορεί να προχωρήσει η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση χωρίς τον πολίτη σε πρώτο πλάνο.