Δεξιά, κεντροδεξιά και «Μένουμε Ευρώπη»

Ο χώρος της κεντροδεξιάς, του φιλελευθερισμού και της δεξιάς πάσχει από τον θανάσιμο ιό της ιδιώτευσης, ο οποίος αναιρεί την πολιτική. Κατά τεκμήριο στον χώρο αυτό κινούνται χιλιάδες άξιοι άνθρωποι∙ με γνώσεις υψηλού επιπέδου, με ευρεία παιδεία, με εξωστρέφεια, με εμπειρίες, με επιτυχία οικονομική και κοινωνική, με όλα τα καλά του κόσμου. Είναι όμως αφοσιωμένοι στις ζωές τους, οι οποίες είναι γεμάτες με το εγώ τους. Δεν επιθυμούν να τις αφήσουν για να αφιερωθούν ψυχή και σώματι στα κοινά. Μαζεύονται ορισμένες φορές σε παρέες, συζητούν, προβληματίζονται, ξαναμαζεύονται, αλλά την τρίτη φορά προτιμούν τον ιδιωτικό τους βίο με τα αγαθά του και αφήνουν στην άκρη τα κοινά.
|
Planet Art

Στη διάρκεια της ανιαρής πορείας για την εκλογή προέδρου της Νέας Δημοκρατίας ακούστηκε πάμπολλες φορές ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα έχει ευοίωνο μέλλον μόνο εάν η δεξιά κατακτήσει την «ιδεολογική ηγεμονία». Άλλοι προκρίνουν την κεντροδεξιά φυσιογνωμία ως λύση. Την ίδια στιγμή γράφονται πολλά ενδιαφέροντα κείμενα (ξεχωρίζω αυτό του Δ. Βλάχου και εκείνο του Αλ. Παπαχελά), στα οποία περιγράφεται η αγωνία πολλών σοβαρών ανθρώπων, που κινούνται στον ευρύτερο κεντροδεξιό ή φιλελεύθερο χώρο, σχετικά με την πολιτική έκφραση όσων συντάχθηκαν στο «Μένουμε Ευρώπη». Παρ' ότι κατανοώ και σέβομαι την σκοπιμότητα παρόμοιων προβληματισμών, θεωρώ ότι στερούνται πραγματολογικής βάσης και είναι συνεπώς ατελέσφοροι.

Από το 1974 και εντεύθεν, στην περίοδο που συνηθίζεται να αποκαλείται μεταπολίτευση, δοκιμάστηκαν όλες, μα όλες, οι πολιτικές λύσεις. Αρχικά, κυβέρνηση της καραμανλικής Νέας Δημοκρατίας, μετά το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου, στη συνέχεια συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας - ΚΚΕ - ΕΑΡ, αμέσως μετά η υπηρεσιακή κυβέρνηση Γρίβα και η οικουμενική του Ζολώτα, κατόπιν η κεντροδεξιά Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη σε συνεργασία με την δεξιότατη ΔΗΑΝΑ, έπειτα το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου και το φιλελεύθερο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, αργότερα η Νέα Δημοκρατία του μεσαίου χώρου, στη συνέχεια το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, αμέσως μετά η υπηρεσιακή κυβέρνηση τεχνοκρατών με επικεφαλής τον Π. Πικραμμένο, ύστερα η συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ με το ακροδεξιό ΛΑΟΣ υπό τον Λ. Παπαδήμο, κατόπιν η συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ με την ανανεωτική αριστερά (ΔΗΜΑΡ) και χωρίς αυτήν, εσχάτως η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ακροδεξιάς (ΑΝΕΛ).

Μετά σαράντα ένα έτη δεν υπάρχει κάποιος πολιτικός χώρος που να μην ανακατεύτηκε στην διακυβέρνηση αυτής της χώρας, κανείς που να μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι δεν φέρει ευθύνη.

Πολύ φοβούμαι ότι το επόμενο μετέωρο και πλέον επικίνδυνο βήμα του ελληνικού λαού, αφού πια το υπάρχον πολιτικό σύστημα εξάντλησε την δυναμική του, θα είναι η αναζήτηση ενός σωτήρα εκτός της πολιτικής. Ένας λαός που δεν θέλει να αναλάβει καμιά ευθύνη και που μονίμως τις μεταθέτει σε όσους του υποσχεθούν όσα θέλει να ακούσει, δεν πρόκειται να συμμετάσχει ενεργά στην αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Περιμένει να βρεθεί ένας μεσσίας, στον οποίο θα παραδώσει τα κλειδιά, ελπίζοντας να πετύχει όσα δεν μπόρεσαν οι πολιτικοί. Με όρους κλασικής πολιτικής θεωρίας, αυτό ισοδυναμεί με οιονεί προ-τυραννικό στάδιο, του οποίου συχνά προηγείται μια φάση διάλυσης και οχλοκρατίας.

Για την αποφυγή του κινδύνου αυτού πολλοί θεωρούν ότι η λύση θα δοθεί από μια δυναμική και περήφανη δεξιά, από την ανασυγκρότηση της κεντροδεξιάς, από τον μετασχηματισμό του «Μένουμε Ευρώπη» σε πολιτικό σχηματισμό. Όλες αυτές οι λύσεις θεωρώ ότι παραβλέπουν την συντελεσμένη πραγματικότητα στην Ελλάδα του 2015, η οποία καταγράφηκε ανάγλυφα στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις. Αρχικά, η μεγάλη πλειοψηφία του λαού απορρίπτει το «παλαιό», όπως και αν νοηματοδοτείται ο όρος. Σίγουρα πάντως στο παλαιό συγκαταλέγονται το κέντρο και η δεξιά, αφού πήραν μερίδιο ευθύνης στην διακυβέρνηση. Ακόμα και το ΠΟΤΑΜΙ πρόλαβε να ταυτιστεί με το παλαιό στην συνείδηση του λαού, απλά και μόνο επειδή τοποθετήθηκε στο χώρο αυτό και χρησιμοποίησε κάποια πρόσωπα με παρελθόν. Οσονούπω στο παλαιό θα συμπεριληφθεί και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος διασώζεται ως ώρας κυρίως λόγω του προσώπου του Τσίπρα. Ο χώρος όμως της δεξιάς, της κεντροδεξιάς και του κέντρου δεν πρόκειται να καταστεί θελκτική προοπτική σε πλειοψηφικά ρεύματα όσο συμβολίζει το παλαιό, με οποιοδήποτε τρόπο (πρόσωπα, σύμβολα, λεξιλόγιο κ.ά.).

Επιπλέον, όσοι συνειδητά πιστεύουν στην επιλογή που εξέφρασε το κίνημα του «Μένουμε Ευρώπη» δεν υπερβαίνουν το 25% του λαού. Είναι ακριβώς το ποσοστό που από τις πρώτες ώρες του δημοψηφίσματος δήλωνε ευθαρσώς ότι θα επέλεγε το «Ναι». Το υπόλοιπο 14% επέλεξε το «Ναι» ως αποτέλεσμα φόβου. Το υπόλοιπο 61% είναι στην αντίθετη κατεύθυνση, πράγμα που ακόμα και για τους δύσπιστους αποδείχθηκε περίτρανα και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Συνεπώς, η δυναμική του ό,τι εκφράζει το «Μένουμε Ευρώπη» στην κοινωνία είναι δυσανάλογα μικρότερη εκείνης που έχει στα μέσα ενημέρωσης και τα παραδοσιακά δίκτυα εξουσίας. Είναι ένα ποσοστό που στην παρούσα ιστορική φάση δεν μπορεί να αλλάξει την πορεία αυτής της χώρας, όσο και αν θα το ήθελε.

Η μόνη αισιόδοξη προοπτική είναι να βρεθεί ένα ευρύτερο πρόταγμα, το οποίο θα υπερβαίνει κάθε παραδοσιακή πολιτική διάκριση και θα ενώνει μεγάλα σύνολα του λαού, τα οποία σήμερα δεν βρίσκουν καμιά συνισταμένη.

Ανέκαθεν η εκλογική βάση του παραδοσιακού κέντρου και της δεξιάς είναι οι λεγόμενοι «μεσαίοι πολίτες». Σε αυτούς συγκαταλέγονται όσοι διαθέτουν σταθερή εργασία, οικογένεια, περιουσία και κοινωνική αναγνώριση, δεν επιθυμούν πολλές και ριζικές αλλαγές, εξισορροπούν τις ακραίες τάσεις που αναπτύσσονται στην κοινωνία. Το ποσοστό των ανθρώπων αυτών έχει μειωθεί δραστικά τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, εξαιτίας της χρεοκοπίας και των πολιτικών των μνημονίων. Ανεργία, υποβάθμιση βιοτικού επιπέδου, θηριώδης φορολόγηση, μετανάστευση και άλλα παρόμοια έχουν μεταφέρει μεγάλες μερίδες των μεσαίων πολιτών, πραγματικά ή φαντασιακά, στο κάτω άκρο. Οι άνθρωποι του κάτω άκρου δεν συστρατεύονται με κόμματα ή πολιτικές κινήσεις που δεν τους υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια. Η φυσική τους τάση είναι να ζητούν όσα τους λείπουν, δεν ενδιαφέρονται για την διατήρηση όσων κατέχουν, γιατί είναι λιγότερα όσων είχαν συνηθίσει και δεν τους αρκούν. Τα παραδοσιακά πρόσωπα και κόμματα του ελλαδικού κέντρου και της δεξιάς, που φέρουν δικαίως ή αδίκως το στίγμα του συντηρητισμού, δεν μπορούν να αποτελέσουν την λύση για τους ανθρώπους αυτούς. Ο συντηρητισμός, σε οποιαδήποτε εκδοχή του, έχει νόημα σε μια κοινωνία που αποπνέει υγεία και δυναμισμό. Δεν έχει νόημα στην Ελλάδα του 2015, όπου σχεδόν κανείς -ακόμα και όσοι δηλώνουν ή θεωρούνται συντηρητικοί- δεν επιθυμούν να παραμείνει η κατάσταση ως έχει. Είναι συνεπώς αντιφατικό να πρεσβεύεις τον συντηρητισμό σε ένα λαό που επιθυμεί να αλλάξουν όλα, δίχως ταυτόχρονα να ξέρει τι θέλει και πως θα γίνει αυτό.

Τέλος, ο χώρος της κεντροδεξιάς, του φιλελευθερισμού και της δεξιάς πάσχει από τον θανάσιμο ιό της ιδιώτευσης, ο οποίος αναιρεί την πολιτική. Κατά τεκμήριο στον χώρο αυτό κινούνται χιλιάδες άξιοι άνθρωποι∙ με γνώσεις υψηλού επιπέδου, με ευρεία παιδεία, με εξωστρέφεια, με εμπειρίες, με επιτυχία οικονομική και κοινωνική, με όλα τα καλά του κόσμου. Είναι όμως αφοσιωμένοι στις ζωές τους, οι οποίες είναι γεμάτες με το εγώ τους. Δεν επιθυμούν να τις αφήσουν για να αφιερωθούν ψυχή και σώματι στα κοινά. Μαζεύονται ορισμένες φορές σε παρέες, συζητούν, προβληματίζονται, ξαναμαζεύονται, αλλά την τρίτη φορά προτιμούν τον ιδιωτικό τους βίο με τα αγαθά του και αφήνουν στην άκρη τα κοινά. Ψάχνουν και αυτοί, από άλλη αφετηρία και από άλλη οδό, να βρουν έναν μεσσία, ο οποίος θα κάνει όλη την δουλειά για αυτούς. Μπορεί το 25% να μην περιγράφει τον μεσσία με τον τρόπο που το πράττει το 61%, αλλά επιθυμούν το ίδιο κατ' ουσία. Και επειδή το επιθυμούν πολλοί, τελικά θα γίνει. Μόνο που φοβούμαι ότι δεν θα πρόκειται για μεσσία, αλλά για τύραννο με προσωπείο σωτήρα.

Η μόνη αισιόδοξη προοπτική είναι να βρεθεί ένα ευρύτερο πρόταγμα, το οποίο θα υπερβαίνει κάθε παραδοσιακή πολιτική διάκριση και θα ενώνει μεγάλα σύνολα του λαού, τα οποία σήμερα δεν βρίσκουν καμιά συνισταμένη. Σε αυτή την προοπτική οφείλει να επενδύσει ο φιλελεύθερος και κεντροδεξιός χώρος, γιατί είναι η μόνη ρεαλιστική μέσα στον ουτοπισμό της.