TO BLOG

Απόψεις και ανάλυση της επικαιρότητας από τους bloggers της HuffPost

Κώστας Μεγήρ Headshot

Μια προσεκτική ματιά στις επιλογές της Ελλάδας και γιατί το «Ναι» είναι η μόνη από αυτές

Δημοσιεύθηκε: Ενημερώθηκε:
GREECE
ASSOCIATED PRESS
Εκτύπωση

Ο Πωλ Κρούγκμαν και ο Τζο Στίγκλιτς έχουν πάρει θέση υπέρ του «Όχι» στο δημοψήφισμα της Ελλάδας. Το βασικό τους επιχείρημα είναι η επίδραση της λιτότητας στην Ελληνική οικονομία και οι πιθανότητες που ανοίγονται στην Ελλάδα σε μια πιθανή άρνηση της παρούσας πρότασης. Πράγματι, επιχειρηματολογούν ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα θα απελευθερωθεί από τους αυστηρούς δημοσιονομικούς ελέγχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιτέλους μπορέσει να υποτιμήσει το νόμισμά της, θα είναι ικανή να επαδημιουργήσει τον εαυτό της και να αποτινάξει τα βάσανά της.

Πρώτον, για να μην υπάρχει αμφιβολία στο μυαλό κανενός, τόσο ο Κρούγκμαν όσο και ο Στίγκλιτζ δεν βλέπουν το «Όχι» τόσο σαν μια τακτική διαπραγμάτευσης, όσο σαν το πρώτο βήμα για έξοδο από την Ευρωζώνη. Οπότε ας εγκαταλείψουμε την πρόφαση ότι κάτι τέτοιο αφορά την ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της Κυβέρνησης. Το επιχείρημα τότε θα πρέπει να είναι για τα οφέλη της εξόδου ή όχι από την Ευρωζώνη.

Πριν μπούμε σε αυτή τη συζήτηση θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι: οι πιο πολλοί Έλληνες οικονομολόγοι -εμού συμπεριλαμβανομένου- που προτείνουν το «Ναι», δεν είναι ευχαριστημένοι με τον τρόπο που οργανώθηκαν τα bailouts. Προφανώς ήταν το αποτέλεσμα ενός δύσκολου συμβιβασμού που αντανακλούσε τις εσωτερικές πολιτικές της Ευρωζώνης. Εγώ για παράδειγμα, θα προτιμούσα μια πιο αργή διαδικασία δημοσιονομικής προσαρμογής και σταδιακή αναδιάρθρωση του χρέους, με παράλληλη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων. Αυτό δε σημαίνει ότι τώρα η Ελλάδα πρέπει να γυρίσει την πλάτη της στην Ευρώπη.

Η κατανόηση των συνεπειών από μια έξοδο από την Ευρωζώνη θα πρέπει να αναλυθεί σε δύο ξεχωριστά μέρη: πρώτον, βραχυπρόθεσμα στις συνέπειες κατά τη μετάβαση στη δραχμή, και δεύτερον, το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα για μια Ελληνική οικονομία με το δικό της νόμισμα.

Το κόστος της μετάβασης είναι τρομερά σημαντική παράμετρος - καί θα είναι τεράστιο. Αντίθετα με αυτό που πιστεύει ο Κρούγκμαν, το χειρότερο μέρος αυτής της μετάβασης δεν έχει ακόμα συμβεί. Πρώτον, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι μέχρι τον Ιανουάριο, πριν αναλάβει η νέα Κυβέρνηση, η Ελλάδα είχε μια πρώτη ανάπτυξη, η ανεργία ήταν σε πτώση και είχαμε μια πρώτη έξοδο στις αγορές.

Αν η Ελλάδα ψηφίσει «Όχι», το πιο πιθανό αποτέλεσμα θα είναι η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με την Ευρωζώνη, πολύ απλά γιατί μιά σημαντικά καλύτερη συμφωνία δεν θα εγκριθεί από τα κοινοβούλια πολλών χωρών της Ευρωζώνης - δεν είναι συνεπές με τις εντολές τους. Χωρίς συμφωνία, οι τράπεζες δεν θα έχουν πρόσβαση σε ρευστότητα και δε θα έχουν τη δυνατότητα να ανοίξουν για το κοινό. Αυτό θα οδηγήσει στην κατάρευση της εμπορικής δραστηριότητας. Η Κυβέρνηση, χωρίς καθόλου φορολογικά έσοδα, θα αναγκαστεί να τυπώσει ένα παράλληλο νόμισμα για να λειτουργήσει το κράτος (αστυνομία, νοσοκομεία, δημόσιος τομέας κτλ.).

Πρώτον, αυτό αντιβαίνει στους κανόνες της Ευρωζώνης και δεύτερον, το παράλληλο νόμισμα θα λειτουργήσει εις βάρος του πρώτου νομίσματος ("νόμος του Gresham"). Οπότε κάτι τέτοιο θα έχει σαν αποτέλεσμα ένα Grexit. Οι καταθέσεις θα μετατραπούν στο νέο νόμισμα, και θα χάσουν τουλάχιστον τη μισή τους αξία στην επόμενη υποτίμηση του παράλληλου νομίσματος (αν και ακριβής υπολογισμός είναι δύσκολος σε αυτή την φάση). Ο πληθωρισμός θα ακολουθήσει, και η επακόλουθη αγοραστική ικανότητα και ο πλούτος θα αποδεκατιστούν. Αυτό θα οδηγήσει σε μια λιτότητα που ούτε κατά διάνοια είχαμε φανταστεί σε σχέση με αυτό που συνέβη τα τελευταία πέντε χρόνια. Συνεπώς ο Κρούγκμαν κάνει λάθος όταν μας καθησυχάζει λέγοντας ότι το χειρότερο έχει ήδη έρθει. Αυτή είναι μια ανεύθυνη δήλωση που δεν υποστηρίζεται από τα δεδομένα.

Μακροπρόθεσμα, η Ελλάδα θα σταθεροποιηθεί σε ένα επίπεδο πλούτου πολύ χαμηλότερο από το προηγούμενο. Χωρίς την «έξωθεν» πειθαρχία, θα διατηρήσει την κρατίκιστικη και πελατειακή οικονομία που είχε εδώ και πολλά χρόνια. Αρκεί να κοιτάξουμε τις νομοθετικές πρωτοβουλίες από το Φεβρουάριο που αφορούν την επαναπρόσληψη δημοσίων υπαλλήλων, το ξήλωμα των πρόσφατων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, και φυσικά το τεράστιο ποσοστό των νεποστιστικών διορισμών, που ξεπερνούν ότι είχαμε δει ως τώρα. Το θέμα δεν είναι ότι ο Ελληνικός δημόσιος τομέας είναι πολύ μεγαλύτερος από αντίστοιχους της Ε.Ε., αλλά ότι είναι εντελώς αναποτελεσματικός. Αυτό, σε συνδυασμό με έντονες στρεβλώσεις στις αγορές από την πολυνομία, μειώνει την παραγωγικότητα και δυσκολεύει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Καμία υποτίμηση και καμία μείωση της λιτότητας δεν θα το αλλάξει αυτό. Το μόνο που θα κάνει είναι να προκαλέσει πληθωρισμό και ασταθείς συναλλαγματικές ισοτιμίες, και θα επιτρέπει στις κυβερνήσεις θα τυπώνουν χρήμα για να ικανοποιήσουν τους πολιτικούς σκοπούς τους.

Αυτό που βλέπουμε εδώ δεν είναι μια παραδοσιακή «μάχη» ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Είναι μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε πολιτικές ακραίου λαϊκισμού που φαίνεται να ισχυρίζονται ότι η ευημερία μπορεί να έρθει χωρίς κανένα κόστος και καμία προσπάθεια, και σε ανθρώπους που συλλογίζονται προσεκτικά καί προσπαθούν να χαράξουν πορεία για να βγει η Ελλάδα από τη σημερινή τραγική κατάσταση. Η έξοδος από το Ευρώ, όχι μόνο θα καταδίκαζε την Ελλάδα σε φτώχεια βραχυπρόθεσμα, αλλά θα επέτρεπε στις χειρότερες πολιτικές λαϊκισμού να εκτοπίσουν κάθε ελπίδα για μεταρρύθμιση και ανάπτυξη, αφήνοντας την Ελλάδα να «γλιστρήσει» προς τα κάτω στην κατάταξη των πλούσιων χωρών, ανατρέποντας μιά εντυπωσιακή επιτυχία της μεταπολεμικής περιόδου.

Μια καλύτερη συμφωνία για την Ελλάδα είναι επιβεβλημένη. Αλλά θα πρέπει να συνοδευθεί από σκληρή δουλειά και καλά δομημένες μεταρρυθμίσεις. Η σωστά στοχευμένη αύξηση των κρατικών εξόδων, όταν ειναι εφικτή, είναι χρήσιμη για βραχυπρόθεσμη διαχείριση της κρίσης και πράγματι, επιβλήθηκε υπερβολική λιτότητα σαν αποτέλεσμα των εσωτερικών διεργασιών της Ε.Ε. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι η απομάκρυνση από τη νομισματική σταθερότητα και η άρνηση για μεταρρυθμίσεις μπορεί να οδηγήσει σε οτιδήποτε το επιθυμητό. Πρέπει να ψηφίσουμε «Ναι», να φτάσουμε σε συμφωνία για να σταθεροποιηθεί η οικονομία, και ύστερα να δουλέψουμε σκληρά για να ξαναχτίσουμε την Ελλάδα.