TO BLOG

Απόψεις και ανάλυση της επικαιρότητας από τους bloggers της HuffPost

Στέλλα Κυβέλου  Headshot

Η κατοίκηση στο «διπλό κόσμο» ή η πολεοδομία της επαυξημένης πραγματικότητας

Δημοσιεύθηκε: Ενημερώθηκε:
CONNECTED PLANET
Mirexon via Getty Images
Εκτύπωση

Συγχαίροντας την πρωτοβουλία της Σχολής Καλλιτεχνικών Σπουδών του ΤΕΙ Αθήνας, δηλαδή το πρόσφατο Συνέδριο (27-28 Μαΐου 2016) με θέμα «Η αισθητική στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα», με μεγάλο μέρος αφιερωμένο στην ψηφιακή πόλη, θα επιχειρήσω, στο κείμενο που ακολουθεί, να αναπτύξω κάποιες σκέψεις ως προς την εξέλιξη του «αστικού ζητήματος» υπό την παραδοχή του αδιαίρετου «διπλού κόσμου».

Η μετάβαση από τη αναπαράσταση των δύο κόσμων, αφενός του φυσικού και αφετέρου του ψηφιακού σε μιά αναπαράσταση «διπλού» κόσμου με την έννοια της αδιαίρετης διασύνδεσης φυσικού και ψηφιακού, είναι βέβαιο οτι μας οδηγεί σε μιά αλλαγή παραδείγματος αφαίρεσης και αναπαράστασης του κόσμου με το το αστικό ζήτημα εκ των πραγμάτων να μεταλλάσσεται.

Η κλασσική «χωρική ενότητα» (territory), είναι μορφή οργάνωσης και συντονισμού που εγγράφεται γεωγραφικά και δομείται κοινωνικά. Οι άνθρωποι την οικειοποιούνται, σ'αυτήν προσδιορίζουν την ταυτότητά τους, επιλέγουν να ζουν και να μοιράζονται κοινές αξίες και συνήθειες ζωής, γι αυτήν χτίζουν από κοινού ένα αναπτυξιακό σχέδιο. Αυτός ο κοινός χώρος επαυξάνεται σήμερα με το «cyber territory».

Βασική λοιπόν διαπίστωση, προς εμπέδωση από κάθε πολεοδόμο ή άλλο χωρικό επιστήμονα είναι οτι ο σύγχρονος κοινός κόσμος δεν ανήκει, κατά τεκμήριο, αποκλειστικά στην υλική πραγματικότητα. .Οφείλει, αυτός, να λάβει πλέον υπόψη του τη διασύνδεση, την ασυνεχή, αποσπασματική εμπλοκή, της ύλης και της πληροφορίας.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο: Η συμβολική διάσταση των πόλεων και της αρχιτεκτονικής έχει υφάνει, ιστορικά, στενούς δεσμούς μεταξύ αναπαράστασης και πραγματικού κόσμου. Η διαφορά έγκειται μόνο στις γεωγραφικές αναφορές και στις εθνικές ταυτότητες που σήμερα εξασθενούν.

To πλεονέκτημα της σύνδεσης

Όταν το κράτος αντιμετωπίζει γεωγραφικές περιοχές που χρειάζονται στήριξη, περιοχές αδρανείς που έχουν παρασυρθεί σε σπιράλ υπανάπτυξης, μπορεί άραγε μια σύνδεση « υψηλής ταχύτητας » με τον κυβερνοχώρο, α-χωρικό από τη φύση του, να οδηγήσει στην ανάκαμψη;

Φαίνεται, ωστόσο, ότι οι άνθρωποι που δεν έχουν πλέον, για διάφορους λόγους, τα μέσα να οικειοποιηθούν τη φυσική τους « χωρική ενότητα » δεν είναι ούτε σε θέση να πραγματοποιήσουν αυτό το είδος της ωφέλιμης μεταστοιχείωσης, της « επαν-εδαφικοποίησης » (για να θυμηθούμε και τους Deleuze και Guattari [1]) που συντελείται στον κυβερνοχώρο και που θα μπορούσε να είναι καταλύτης για ένα νέο ξεκίνημα. Είναι μάλλον προφανές οτι μέσα στον κυβερνοχώρο δεν κερδίζουν παρά μόνον οι πλούσιοι. Ο α-χωρικός χαρακτήρας του «κυβερνο-εδάφους» του επιτρέπει να επεκτείνει κατά βούληση τα σημεία εισόδου στον ψηφιακό χώρο υπό την προυπόθεση επένδυσης από το Κράτος ή τους ιδιώτες: αλλά ποιος εγγυάται οτι τα σημεία αυτά θα ενεργήσουν αναπτυξιακά και όχι ως μέσο υπαγωγής μιάς περιοχής σε μιαν άλλη, περισσότερο ισχυρή και περισσότερο οργανωμένη (είτε φυσική είτε ψηφιακή) ; Δεν υπερτερούν, για παράδειγμα, σε ανταγωνιστικότητα οι χώρες με υψηλές ταχύτητες και χαμηλές τιμές πρόσβασης στο ίντερνετ ή στην κινητή τηλεφωνία, έναντι αυτών που επιβάλλουν υψηλούς φόρους στο ίντερνετ και διαθέτουν χαμηλές ταχύτητες ;

Η πολεοδομία της «επαυξημένης πραγματικότητας»

Το πρότυπο του σύγχρονου κόσμου ως αποτελούμενου από δύο διαχωρισμένους κόσμους, το φυσικό και τον ψηφιακό (cyber), με σύνορα που μπορούμε να διασχίζουμε ανάλογα με τις δραστηριότητές μας φαίνεται να υστερεί ως προς ένα «διπλό κόσμο» όπου χρησιμοποιούμε εξίσου τις καλύτερες φυσικές δυνατότητες του ψηφιακού (cyber), με την ενσυνείδητη επιλογή της καλύτερης αποτελεσματικότητας. Αυτή η νέα μορφή κόσμου αλλάζει ριζικά έννοιες και εργαλεία διαμόρφωσης του χώρου. Ο χώρος του διπλού κόσμου εμπεριέχει συγχρόνως τον παραδοσιακό και τον πραγματικό χρόνο(real time). Οι έννοιες της αβεβαιότητας και της κινητικότητας επικρατούν. Οι ντετερμινιστικές και στατικές αστικές λύσεις ανατρέπονται, εφόσον οι αστικοί κανονισμοί επιτρέψουν την υποδοχή νέων ευκαιριών.

Μια σύσταση προς αυτούς που διαμορφώνουν το χώρο θα ήταν μαζί με την εγκατάσταση «υψηλών ταχυτήτων» να προβαίνουν σε νέα ανάγνωση του φυσικού χώρου. Η γνώση αυτή θα οδηγούσε σε ένα μη στατικό αστικό πρόγραμμα με πολλές δυνατότητες παρέμβασης και επένδυσης από ιδιωτικούς φορείς.

Εάν το τοπικό και το παγκόσμιο, έχουν κυριολεκτικά «συντηχθεί» μέσα στην «παγκοσμιούπολη» (global city, megacity), οι επιπτώσεις αυτής της νέας πραγματικότητας δεν είναι ακόμα ορατές. Αυξημένη εντροπία, ομοιογένεια, ισοπέδωση των διαφορών, αποτέλεσμα-καθρέφτη μεταξύ ενός φυσικού κόσμου με ιστορικές πόλεις-μουσεία, φτωχοποιημένα προάστια και περιφραγμένες «πλούσιες περιοχές» και ενός ψηφιακού κόσμου που μονοπωλείται από κάποια μεγάλη εταιρεία που ευνοεί τους καταναλωτές παρά το σύνολο των πολιτών;

Ας δούμε όμως και τα θετικά: Η παγκοσμιούπολη θα μπορούσε να παράγει νέα δυναμική και νέες ταυτότητες δια μέσου της βίωσης των πολλαπλών τόπων, φυσικών και ψηφιακών. Θα μπορούσε ακόμα να παράγει νέες μεθόδους «συμβίωσης», τόσο από κοντά όσο και εξ αποστάσεως - το ζούμε σήμερα όλοι μας με τα κοινωνικά δίκτυα-, και αυτές να επιτρέψουν νέες δημιουργικές προσεγγίσεις και να οδηγήσουν σε νέες ευκαιρίες ανάπτυξης περιοχών σε μαρασμό ή αδιέξοδο.

Πάντως, σ'αυτή την «επαύξηση της αστικής πραγματικότητας» καθοριστικό παραμένει το ανθρώπινο κεφάλαιο, κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης.

Ο άνθρωπος στο κέντρο της επαυξημένης αστικής πραγματικότητας

Από πρώτη άποψη, μπορούμε να φανταστούμε οτι η ψηφιακή επαύξηση έχει να κάνει περισσότερο με ένα «μπόλιασμα» με νέα ψηφιακά εργαλεία πάνω σε ένα φυσικό υπόστρωμα παρά με μιά βαθιά αμφισβήτηση και επανασχεδιασμό των δομών του χώρου. Αυτή η μινιμαλιστική θεώρηση μας βοηθά να αποφύγουμε μια ριζική αλλαγή παραδείγματος. Ο μετασχηματισμός μιας περιοχής σε κρίση σε μια «επαυξημένη περιοχή», απαιτεί, πρώτιστα, αλλαγή νοοτροπίας: δόμηση εμπιστοσύνης, δημιουργία ενός κοινωνικού και αστικού οικοσυστήματος ευνοϊκού στην εμφάνιση νέων ειδών δημιουργικότητας.

Ας φανταστούμε μια άλλη αρχιτεκτονική, με νέους τύπους δημόσιων χώρων που θα αναμειγνύουν συλλογικές δραστηριότητες, εργασίας και ελεύθερου χρόνου και θα φιλοξενούν γόνιμες ανταλλαγές και διασταυρώσεις φυσικού και ψηφιακού... Χώροι και κτήρια που θα προορίζονται για πειραματισμό ακόμη και ως προς νέους τρόπους ζωής, στη ροή μετασχηματισμού της ταυτότητας του τοπίου για την προσαρμογή σε μια νέα εποχή. Και ασφαλώς, «εκ των ων ουκ άνευ» εμπλοκή των δημόσιων συλλογικοτήτων και της κοινωνίας των πολιτών, προκειμένου να εφεύρουν νέους, δημιουργικούς και ενεργούς τρόπους οικειοποίησης του δυναμικού του νέου αυτού κόσμου.

Καταλήγοντας, θα λέγαμε οτι αυτό που είναι καινούριο με το σύγχρονο «διπλό» κόσμο, είναι ότι ενώ ο φυσικός κόσμος παραπέμπει στην αδράνεια, στο μακρύ χρόνο (εξελισσόμενος μέσα από ιστορικά συμβάντα, κρίσεις, πολέμους..), ο νέος κόσμος είναι ένας κόσμος αστάθειας, και σχεδόν μηδενικής αδράνειας. Αυτό που είναι, τελικώς, συναρπαστικό και ελπιδοφόρο ακόμη και για τη διαμόρφωση της σύγχρονης Σκέψης, είναι αυτή η διαρκής μετάβαση από τον ένα κόσμο στον άλλο. «...Για να υπάρξει Σκέψη και a fortiori δημιουργία, πρέπει να υπάρχει "έξω" και συνάντηση με το ξένο.....» μας λένε οι Gilles Deleuze και Felix Guattari στο βιβλίο τους «Τι είναι η φιλοσοφία ;» [1] Αυτό λοιπόν το «έξω» και η συνάντηση με το «ξένο» δεν είναι σήμερα αυτός ο κατά πολύ ανεξερεύνητος «κυβερνοχώρος» και η συνάντηση μεταξύ των δυό κόσμων, του κόσμου της αδράνειας και του κόσμου του πραγματικού χρόνου;


[1] Gilles Deleuze, Felix Guattari, "Qu'est-ce la plilosophie ?", Les Editions de Minuit, 1991/2015