ΤΟ BLOG

Υπόθεση Σαουδικής Αραβίας: Κάν'το όπως ο Ρήγκαν

28/11/2017 13:31 EET | Updated 28/11/2017 13:33 EET
Stringer . / Reuters

Η υπόθεση πώλησης όπλων στη Σαουδική Αραβία είναι προφανώς ύποπτη. Όχι όμως -μόνο- για τους λόγους που η αντιπολίτευση υποστηρίζει. Ο λαλίστατος κατά τα άλλα κος Καμμένος, από κοινού με τον υπουργό εξωτερικών προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από το «απόρρητο», όχι μόνο ή απαραιτήτως επειδή υπάρχει κάτι το σκανδαλώδες σε σχέση με την παρουσία μεσάζοντα- αυτό ίσως να αποδειχθεί, ίσως και όχι- αλλά κυρίως γιατί δε θέλουν να φανεί πόσο άφρονα και αντικειμενικά εγκληματική πολιτική ακολουθούν, κατ' εντολή των ΗΠΑ.

Η πώληση όπλων στη Σαουδική Αραβία επιδιώχθηκε μέσω Ελλάδας, επειδή οι κυβερνήσεις ισχυροτέρων χωρών αντιμετωπίζουν διογκούμενο κύμα δυσαρέσκειας σε ό,τι έχει να κάνει με την εμπλοκή τους σε έναν από τους πιο εγκληματικούς πολέμους των τελευταίων δεκαετιών: την επέμβαση της Σ. Αραβίας και των συμμάχων της στην Υεμένη, που διεξάγεται στο πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού σχεδίου, βίαιης αλλαγής του χάρτη της Μ. Ανατολής. Πρόκειται για μια επέμβαση που βρίθει εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, εγκλημάτων πολέμου και βαρύτατων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε πρωτοφανή κλίμακα, υπό την εκκωφαντική σιωπή της κατά τα άλλα τόσο «ευαίσθητης» Δύσης.

Ο πυρήνας λοιπόν της υπόθεσης είναι ότι η Ελλάδα εμπλέκεται έμμεσα σε αυτόν τον πόλεμο, δια της πώλησης όπλων στην επιτιθέμενη πλευρά, επειδή οι ΗΠΑ το ζήτησαν. Καθίσταται έτσι εμμέσως συνένοχη στο συντελούμενο έγκλημα. Ο υπουργός εξωτερικών, ο υπουργός Άμυνας, ο πρωθυπουργός και βεβαίως οι ΚΟ ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ευχαρίστως αποδέχονται να γίνουν συνεργοί σε ένα από τα αγριότερα εγκλήματα διαρκείας, μετατρέποντας τη χώρα σε προκεχωρημένο φυλάκιο των συμφερόντων των ΗΠΑ, χωρίς να τους το επιβάλλει κανένα απολύτως μνημόνιο. Το πράττουν γιατί θεωρούν σωστό, αυτός να είναι ο ρόλος της Ελλάδας στον κόσμο και στην περιοχή.

Τον εγκληματικό πυρήνα αυτής της πολιτικής βέβαια δεν το θίγει, ούτε η ΝΔ, ούτε η Δη.Συ., ούτε το Ποτάμι κλπ, για προφανείς λόγους: ίδια είναι η άποψή τους για τη θέση και το ρόλο της χώρας. Άλλωστε, λίγα χρόνια πριν, ήταν η τότε συγκυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου που έτρεχε πίσω από τα γεράκια των ΗΠΑ στην επιδίωξη βομβαρδισμού της Συρίας. Το τυχόν σκανδαλώδες της συναλλαγής είναι προφανώς εξαιρετικά σημαντικό. Αλλά όταν το συγκρίνεις με τη συμμετοχή- εν αγνοία του λαού- στη χολέρα, στον πλήρη αποκλεισμό, στην πείνα, στον εξοντωτικό βομβαρδισμό μοιάζει κάπως υποδεέστερο.

Υπάρχει μια ακόμα, δεύτερη, συναφής διάσταση: η υπεράσπιση της εν λόγω επιλογής στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης, ρεαλιστικής, εξωτερικής πολιτικής, ενώ πρόκειται στην πραγματικότητα για μια εντελώς μονόπλευρη και αυτοκαταστροφική, πολιτική. Εδώ και χρόνια και με αύξουσα ένταση εν μέσω διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, η Ελλάδα παγιδεύεται στην εγκατάλειψη όλων των παραδοσιακών συμμαχιών της και κάθε πιθανότητας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, προς την κατεύθυνση της δορυφοριοποίησής της, στο μεν οικονομικό τομέα από τη Γερμανία, στο δε γεωπολιτικό από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με την τελευταία προσέγγιση, η περιπέτεια των Κούρδων είναι εξαιρετικά εύγλωττη.

Η ταύτιση με τη Σ. Αραβία σε ένα μάλιστα τόσο βρώμικο πόλεμο αποτελεί μνημείο ανοησίας καθώς θέτει τη χώρα σε επικίνδυνη τροχιά αντιπαράθεσης, με παραδοσιακά φιλικές δυνάμεις, χωρίς κανένα όφελος- έστω στο πλαίσιο μιας ρεαλιστικής πολιτικής.

Τέλος υπάρχει και ένα τρίτο ζήτημα, που άπτεται της βαθιάς διάβρωσης ενός πολιτικού χώρου, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται και για τη χώρα, ιδίως όταν ο εν λόγω χώρος είναι κυβερνητικός. Ο εκφερόμενος κυβερνητικός λόγος- και- στο συγκεκριμένο πεδίο διέπεται από μια χυδαία κουτοπονηριά και έναν πρωτοφανή κουτσαβακισμό. «Πουλάω όπλα αφού έτσι κι αλλιώς πόλεμος θα γίνεται, οπότε γιατί να μη βγάλω και κάποια λεφτά από αυτόν;» είναι πάνω- κάτω το κεντρικό επιχείρημα.

Πρόκειται για την αποθέωση νοοτροπίας «κυρ-Παντελή» που αρθρώνεται από χείλη τα οποία διεκδικούν το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς. Τέτοιας ποιότητας επιχειρήματα εξέφεραν όλες οι τελευταίες κυβερνήσεις. Η τωρινή ωστόσο αφενός τα «ιδεολογικοποιεί», στο πλαίσιο μιας προσχηματικής θυματοποίησης της, ξεπλένοντας και γιατί όχι δικαιώνοντας κάθε προηγούμενη, αφετέρου τα χρησιμοποιεί χωρίς όριο σε ένταση και έκταση.

Με άλλα λόγια: μια βρώμικη εξωτερική πολιτική, μιας κυβέρνησης που αφού αντέγραψε τη Θάτσερ στην οικονομική πολιτική μάλλον ζηλεύει το Ρήγκαν στην εξωτερική πολιτική, χωρίς κανένα όριο στο τι μπορεί να πει και να κάνει κι η οποία τελικά προετοιμάζει το έδαφος για ακόμα πιο κυνικές και «βρώμικες» μέρες.