ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι «Αντεντοκούνμπο» που ζουν μαζί μας: Τέσσερις μετανάστες δεύτερης γενιάς αφηγούνται την ιστορία τους

25/04/2017 18:43 EEST | Updated 25/04/2017 18:43 EEST

Τα αδέλφια Αντεντοκούνμπο, όταν ακόμη αγωνίζονταν στον Φιλαθλητικό, αντιμετώπιζαν την καθημερινότητα που κάθε δεύτερης γενιάς μετανάστης βιώνει σε ένα κράτος όπου το «γένος» θεωρούνταν η σημαντικότερη προϋπόθεση για να είσαι πολίτης του: η γλώσσα, η παιδεία, η τήρηση του συντάγματος υποβαθμίζονταν σε συμπληρωματικούς παράγοντες «ελληνικότητας». Έπρεπε να επιλεγεί ο Γιάννης στα ντραφτ του NBA για να τους αποδοθεί η ελληνική υπηκοότητα, με δόξες και τιμές στο Μέγαρο Μαξίμου. Επίσημα και με το «γράμμα του νόμου» τότε έγιναν ισότιμα αποδεκτοί.

Η HuffPost Greece παρουσιάζει τις ιστορίες 4 νέων ανθρώπων που, όπως και ο Giannis “Greek Freak” Αντεντοκούνμπο, γεννήθηκαν ή ακολούθησαν τους μετανάστες γονείς τους εδώ. Μιλησαμε μαζί τους για την Ελλάδα αλλά και τη χώρα καταγωγής τους, για την εκπαίδευση και την κοινωνική ένταξη, την οικονομική κρίση, την αποδοχή ή τον αποκλεισμό, την αγάπη ή τον ρατσισμό, τους Έλληνες συμπολίτες και φίλους τους αλλά και την άνοδο της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού. Είναι νέοι άνθρωποι που έχουν «κάνει πράγματα». Οι ιστορίες τους δεν είναι “success stories” όπως του Γιάννη κατεξοχήν, εμπεριέχουν όμως το ίδιο κίνητρο, την ίδια θέληση και αισιοδοξία. Δεν τις παρουσιάζουμε ως ιστορίες αριστείας ή επιτυχίας, αλλά σαν παραδείγματα αγωνιστικότητας.

*****

Μαχμούτ: «Οι άνθρωποι συμβιώνουν αρμονικά όταν όλοι αντιμετωπίζονται δίκαια»

zwh

Ο Μαχμούτ Αμπντέλ Ρασούλ είναι γιατρός, με διδακτορικό στην καρδιολογία και συνεργάτης υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής. Γεννήθηκε στην Αθήνα πριν από 31 χρόνια, όμως, μόνο δυο χρόνια έχουν περάσει από τότε που πήρε την ελληνική ιθαγένεια.

«Δεν μπορούσα να ξεκινήσω ειδικότητα χωρίς να είμαι Έλληνας πολίτης, ούτε με το υπουργείο θα μπορούσα να δουλέψω στο προσφυγικό ζήτημα», λέει.

Τον ρωτάω αν ήταν δύσκολη διαδικασία η απόκτηση της ιθαγένειας. «Ήταν μια διαδικασία που κράτησε 29 ολόκληρα χρόνια», απαντάει.

«Ο πατέρας μου ήρθε από το Σουδάν στην Ελλάδα για να σπουδάσει ιατρική, το ’74, ακριβώς μετά την πτώση της Χούντας. Είχε υποτροφίες και για άλλες χώρες, αλλά επέλεξε την Ελλάδα από όσα είχαν διαβάσει στο σχολείο, για τον Αριστοτέλη, τον Ιπποκράτη, τον Γαληνό. Συν τοις άλλοις στο Σουδάν είχαμε γείτονες ελληνικής καταγωγής και υπήρχε θετική αλληλεπίδραση χρόνων μαζί τους.».

«Εκείνη την περίοδο υπήρχε ένα προοδευτικό ρεύμα ανανέωσης στην κοινωνία, είχε γίνει μια εξέγερση, έπεσε η δικτατορία και οι Έλληνες ένιωθαν πιο κοντά τους τον υπόλοιπο κόσμο, κυρίως ανθρώπους από χώρες με πολέμους και δικτατορικά καθεστώτα. Το κοινωνικό κλίμα ήταν πολύ πιο αισιόδοξο από το σημερινό, της κρίσης και της ανεργίας- υπήρχε μια δυναμική κοινή γνώμη που μπορούσε να υποκινήσει κάποιες πολιτικές. Σήμερα, οι άνθρωποι δεν κινητοποιούνται πραγματικά. Γίνονται τερατουργήματα και ποστάρουμε τη θλίψη μας στο facebook. Και το επόμενο ποστ μπορεί να είναι μια σέλφι, για να δείξουμε πόσο καλά περνάμε».

«Ο πατέρας μου είναι γιατρός κι αυτός. Μετά από τόσα χρόνια στην Ελλάδα, δεν έχει πάρει την υπηκοότητα. Και οι δυο γονείς μου εξακολουθούν να είναι εδώ με άδεια διαμονής. Έχουμε περάσει δυσκολίες νομικής φύσεως, όλες οι φάσεις με την πράσινη, την λευκή κάρτα ή όπως αλλιώς λέγεται, με εξάμηνες ή μονοετείς άδειες διαμονής. Αργότερα ήρθαν οι πενταετίες, οι νόμοι βελτιωνόντουσαν, αλλά αργά. Σαν παιδί ήταν δύσκολο να κατανοήσω γιατί κάποιες χρονιές δεν μπορούσαμε να πάμε διακοπές στο Σουδάν, ζούσα σε ένα νομικό καθεστώς που περιόριζε την ελευθερία κινήσεων. Η πόλη μας, η χώρα μας, οι διακοπές και η δουλειά μας, όλη μας η ζωή ήταν η Αθήνα».

«Έπρεπε να έχω πάντα τα χαρτιά μου μαζί, για την περίπτωση που με σταματήσει η αστυνομία. Φωτοτυπία της άδειας του πατέρα μου, το χαρτί από το σχολείο, να φαίνεται ότι είσαι στην τάδε τάξη, το πάσο για τα λεωφορεία. Σε σχολική ηλικία μια δυο φορές μου έγινε αυτός ο έλεγχος αλλά ήταν πάντα πιο σημαντικό να τσεκάρεις ότι έχεις τα χαρτιά σου παρά τα κλειδιά σου στην τσέπη... Ακούγαμε διάφορες ιστορίες. Όσο παρατραβηγμένες ή μεμονωμένες κι αν ήταν, το κακό μια φορά γίνεται και σε στιγματίζει για μια ζωή. Στην περιοχή μας οι αστυνομικοί ήταν ήπιοι, στο κέντρο δεν σου μιλάνε. Ακόμα κι αν πεις «συγγνώμη» και προσπαθήσεις να αρθρώσεις μια κουβέντα, θα σου κάνουν σήμα να μη μιλήσεις. Τέτοιοι έλεγχοι βέβαια έχουν συμβεί και σε Έλληνες συμφοιτητές μου. Βλέποντας το αυτό ξεφεύγεις έστω από την αίσθηση ότι «εσύ» στοχοποιείσαι και καταλαβαίνεις ότι όλοι είναι «εκτεθειμένοι».

Ο διευθυντής του Δημοτικού που πήγε να με πρωτογράψει ο πατέρας μου, αρχικά αρνήθηκε, είπε ότι δεν είχε ξαναγράψει παιδί που και οι δυο γονείς του βρίσκονται στην χώρα με άδεια διαμονής. Τελικά έγινα δεκτός αφού ο γενικός γραμματέας για θέματα ιθαγένειας και μετανάστευσης απέστειλε βεβαίωση στο σχολείο ότι έχω κάνει αίτηση πολιτογράφησης και εντός ολίγων μηνών θα λάβω την ελληνική ιθαγένεια.

«Παρακαλείσθε λοιπόν να εγγράψετε το παιδί στο σχολείο», έτσι έγραφε

Στο διδακτορικό μου στην καρδιολογία είχα την απεριόριστη υποστήριξη των καθηγητών μου. Ο κ. Στεφανάδης, ο κ.Φίλης, ο κ. Βλαχόπουλος, όπως και όλη η Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική του Ιπποκράτειου, όλοι τους μου δείξανε μεγάλη εμπιστοσύνη και με βοήθησαν να ορθοποδήσω σε ένα δύσκολο αντικείμενο. Και πριν από αυτό, μέσα στη Σχολή είχα συμφοιτητές που ήμασταν μαζί από τα χρόνια του σχολείου, αλληλοϋποστηριχθήκαμε.

Σπουδάζοντας ιατρική κατανόησα τη σημασία του να βοηθάς έστω και έναν άνθρωπο, ανεξαρτήτως καταγωγής, χρώματος, φυλής ή θρησκείας. Στην ιατρική βλέπεις τον θάνατο ως καθημερινό βίωμα. Ένας άνθρωπος που χθες του πήρες το ιστορικό, απλά διαγράφηκε από τη ζωή, δεν υπάρχει πλέον σαν οντότητα, παρά σαν μνήμη στους αγαπημένους του. Βλέπεις όμως και τη γέννηση της νέας ζωής, έχεις μπροστά σου όλο το φάσμα της, καταλαβαίνεις την αξία της και μαθαίνεις να μπαίνεις στη θέση αυτού που σε χρειάζεται. Είναι ένας μοναδικός άνθρωπος και τον βοηθάς χωρίς να περιμένεις αναγνώριση από κανέναν, ούτε καν από τον ίδιο. Πρέπει να βοηθάς, να σώζεις ζωές με όποιον τρόπο μπορείς, με όσα μέσα έχεις στη διάθεσή σου. Το κατανοείς αυτό μέσω της ιατρικής. Η γνώση του ανθρώπινου σώματος, των οργάνων και της λειτουργίας τους, η κατανόηση ότι αν ένα επιμέρους σύστημα πάσχει, τότε πάσχει ολόκληρο το σώμα, παρέχει και μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση: αν πάσχει ένας τομέας ή μια κοινωνική ομάδα, τότε νοσεί ολόκληρη η κοινωνία. Και στις δυο περιπτώσεις ζητούμενο πρέπει να είναι η θεραπεία του προβλήματος, όχι η απόκρυψή του.

«Εσύ δεν είσαι από αυτούς», «όλοι τους είναι προβληματικοί αλλά εσύ ξεχωρίζεις», αυτές είναι κλασικές ατάκες. Αν καταφέρεις κάτι, η κοινωνία σε ωθεί να θεωρήσεις ότι διαφοροποιείσαι από τους υπόλοιπους με κοινή καταγωγή. Από τη μια νιώθεις ότι πιθανόν, σε κάποιον άλλο συνομιλητή τους, να πουν το ίδιο για σενα, από την άλλη ότι πρέπει να ξεπεράσεις τον εαυτό σου για να σε αποδεχθούν. Το θετικό είναι ότι είσαι σε μια συνεχή εγρήγορση, ειδικά στο αντικείμενό σου.

«Σε ποια γλώσσα ονειρεύεσαι, σε ποια γλώσσα σκέφτεσαι, βρίζεις ή φλερτάρεις; Ακούω αυτές τις ίδιες ερωτήσεις από παιδί. Δεν είναι κακό ο μετανάστης δεύτερης γενιάς να ξέρει τη γλώσσα καταγωγής του, να τη μιλάει καλά όσο τα ελληνικά. Για τα παιδιά δεύτερης γενιάς η αναζήτηση ταυτότητας είναι πολύ σημαντικό ζήτημα, ποιο πολιτισμικό υπόβαθρο πρέπει να ακολουθήσουν; Ειδικά όταν καμιά από τις δύο χώρες - πατρίδες δεν τα έχει πλήρως αποδεχτεί; Έτσι μπορεί κάποιος να μπει σε περίεργους έως επικίνδυνους αυτοσχεδιασμούς. Όλοι έχουμε κάποια ευαλωτότητα και κάποια δύναμη. Τα παιδιά αυτά είναι ευάλωτα στο ότι μπορούν να αγκαλιαστούν από όποιον πολιτικό ή θρησκευτικό παράγοντα τους προσφέρει αποδοχή. Το να θεσπιστεί διαδικασία κοινωνικής ένταξης και αποδοχής είναι κρίσιμο ζήτημα. >Άνθρωποι που παραμένουν κοινωνικά ανένταχτοι μπορούν να βλάψουν τον εαυτό τους αλλά και να κάνουν κακό στην κοινωνία. Άλλα άτομα και ομάδες τούς εντάσσουν στους δικούς τους κόλπους και τους χρησιμοποιούν για δικούς τους σκοπούς.

Δεν υπάρχει κανένας «μπούσουλας» κοινωνικής ένταξης για τους μετανάστες. Εκμάθηση ελληνικών, διασύνδεση με την αγορά εργασίας, ενημέρωση για τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις τους. Οι μετανάστες των προηγούμενων ετών κατάφεραν μια ένταξη «αποκομμένη». Ο βαθμός της εξαρτιόταν από το κάθε άτομο, πόσες γνώσεις και δυνάμεις είχε να παλέψει. Έχουμε πολύ κόσμο που έζησε σχετικά καλά στη «χρυσή περίοδο» της Ελλάδας, από αρχές 90’s μέχρι 2005, βρήκε δουλειά άμεσα, έκανε εδώ οικογένεια, αλλά μπορεί μετά από τόσα χρόνια να μην γράφει στα ελληνικά ή να νιώθει ότι μιλάει «σπαστά».

Δεν είναι κακό ο μετανάστης δεύτερης γενιάς να ξέρει τη γλώσσα καταγωγής του, να τη μιλάει καλά όσο τα ελληνικά. Για τα παιδιά δεύτερης γενιάς η αναζήτηση ταυτότητας είναι πολύ σημαντικό ζήτημα. Ποιο πολιτισμικό υπόβαθρο πρέπει να ακολουθήσουν; Ειδικά όταν καμιά από τις δύο χώρες - πατρίδες δεν τα έχει πλήρως αποδεχτεί;

Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες είναι ομάδες με κοινά χαρακτηριστικά αλλά μπορεί να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις μεταξύ τους. Υπάρχουν μετανάστες προηγούμενων ετών που αντιμετώπισαν μεγάλες δυσκολίες, ακόμα και εξευτελισμούς χωρίς να μπορούν καν να μιλήσουν... Και τώρα έρχονται καινούργια άτομα, όλοι ασχολούνται με αυτούς, οργανώσεις τους υποστηρίζουν, τους δίνονται κάποια επιδόματα, ίσως ακόμη και κάποιο διαμέρισμα. Και σου λέει ο παλιός μετανάστης, «εμείς δεν είχαμε αυτά τα οφέλη, εμείς πληρώνουμε φόρους...», αρχίζει αυτή η ρητορεία... Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες υπάρχουν πρόσφυγες και μετανάστες παλαιότερων ετών που σήμερα υποστηρίζουν ακροδεξιά κόμματα, γιατί θεωρούν πως οι πρόσφυγες απολαμβάνουν εκατονταπλάσια προνόμια από όσα αυτοί είχαν. Πρέπει λοιπόν να δείξεις στους μετανάστες ότι το προσφυγικό μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις στη δική τους ζωή. Και να τους εμπλεξεις αν είναι δυνατόν. Όπως η τοπική κοινωνία μπορεί να επωφεληθεί οικονομικά, και αυτοί μπορούν να αξιοποιήσουν εργασιακά δεξιότητές τους, π.χ. σαν μεταφραστές.

Συνεργάστηκα με την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης σε ένα πρωτόγνωρο πρόγραμμα για την Ελλάδα, όπου εκπαιδεύαμε διαπολιτισμικούς μεσολαβητές σε θέματα υγείας, ώστε να είναι οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ του ιατρικού και διοικητικού προσωπικού του νοσοκομείου και του πρόσφυγα ή μετανάστη. Το καλοκαίρι του 2015, βρέθηκα από τις πρώτες μέρες στο Πεδίο του Άρεως, αυτόνομα, σαν ακτιβιστής, αλλά και με την ομάδα παιδιών δεύτερης γενιάς σε συνεργασία με την αφγανική κοινότητα. Υποστηρίξαμε τους πρόσφυγες στο Πεδίον του Άρεως μαθαίνοντας πως μπορείς να «τρέξεις» οργανωτικά και διοικητικά μια τέτοια δομή. Κατανοήσαμε τη σημασία της σωστής καταγραφής, της ύπαρξης ειδικών ζωνών για μονογονεϊκές οικογένειες και της διαμόρφωσης παιδικής ζώνης. Και συγκινηθήκαμε από τα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας, αφού οργανώσεις και πολίτες κυρίως, ανέλαβαν το μεγαλύτερο κομμάτι της ανθρωπιστικής βοήθειας.

Στον Ελαιώνα ήμουν από την πρώτη στιγμή, ως σύμβουλος του υπουργείου. Από τις 16 Αυγούστου του 2015, οπότε μέσα σε 3 ώρες μεταφέραμε 350 άτομα, η δομή φιλοξενίας του Ελαιώνα έχει περάσει αρκετές φάσεις, ανάλογα με την κατάσταση στα σύνορα κάθε φορά. Αρχικά ήταν «τράνζιτ» δομή, οι άνθρωποι έμεναν ελάχιστα, έπαιρναν μια ανασα και συνέχιζαν. Όταν τα σύνορα έκλεισαν, ο σχεδιασμός των δομών άλλαξε γιατί η διαμονή των ανθρώπων έγινε ημιμόνιμη. Πλέον, στον Ελαιώνα όποια δράση κι αν κάνουμε, στοχεύουμε στην εκπαίδευση. Αρκετοί πρόσφυγες κατανοούν πια ότι ασχέτως αν είναι ή όχι επιθυμία τους να παραμείνουν στην Ελλάδα, πρέπει κάπως να ενταχθούν κοινωνικά. Μαθαίνουν ελληνικά ή αγγλικά, πηγαίνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Σήμερα, πολλά παιδιά του Ελαιώνα πηγαίνουν κανονικά σε πρωινά σχολεία της περιοχής αλλά και του κέντρου της Αθήνας. Προφανώς είναι παιδιά που έχουν υποστηρικτικές οικογένειες. Ενημερώνουμε «σπίτι- σπίτι» τους πρόσφυγες για τα εκπαιδευτικά προγράμματα: μαθήματα ελληνικών και αγγλικών σε συνεργασία με το ΕΚΠΑ, μαθήματα μουσικής σε συνεργασία με το Ωδείο Ζωγράφου, την σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου και τον αρχιμουσικό Θεόδωρο Ορφανίδη, αθλητικό πρόγραμμα στον «Φωκιανό» και τη «Νήαρ Ηστ». Και δημιουργήσαμε μια ομάδα που βοηθάει τους ανθρώπους να φτιάχνουν βιογραφικά, 42 άτομα έχουν προσληφθεί μέχρι σήμερα. Ο Ελαιώνας είναι μια δομή- πρότυπο, ένα μικρό χωριό που λειτουργεί αρμονικά. Άνθρωποι από 22 εθνικότητες συμβιώνουν φυσιολογικά γιατί κανένας δεν μπορεί να πει ότι αντιμετωπίζεται διαφορετικά.

Σαλώμη. «Δεν υπάρχει άλλη χώρα σαν την Ελλάδα, όπου παντού νιώθεις σαν στο σπίτι σου»

zwh

Όταν ξεκινήσαμε να μιλάμε μου έδωσε την εντύπωση ότι είναι μεγαλωμένη στην Αθήνα. Όμως η Σαλώμη Γκουλαξίδου ήρθε από την Γεωργία στην Ελλάδα 5,5 χρόνια πριν. «Και ούτε μια λέξη στα ελληνικά δεν ήξερα», μου λέει χαμογελώντας. Σήμερα, είναι τελειόφοιτη Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και ενεργή εθελόντρια στο Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών.

Οι γονείς μου ζούσαν ήδη στην Ελλάδα. Πρώτος είχε έρθει ο πατέρας μου, πριν δεκαπέντε χρόνια και ένα χρόνο αργότερα τον ακολούθησε η μητέρα μου. Όλα αυτά τα χρόνια δεν τους είχα δει από κοντά, επικοινωνούσαμε μέσω σκάιπ, τρεις φορές τη μέρα. Ήταν πολύ δύσκολο αλλά, αναγκαστικά, συνέβη. Το 2008 έγινε ο δεύτερος πόλεμος με την Ρωσία, για την Οσετία αυτή τη φορά. Ήμουν 17 χρονών τότε, τελείωνα το Λύκειο και ζούσα με τη γιαγιά μου. Φοβόμασταν πολύ, έβλεπα τις βόμβες να πέφτουν φωτιές. Οι γονείς μου στην Ελλάδα έκλαιγαν. Είμαι και μοναχοπαίδι, είχαν μεγάλο άγχος. Προσπάθησαν να με φέρουν εδώ αλλά δεν τα κατάφεραν. Συνειδητοποίησα τότε ότι η βία του πολέμου είναι πολύ χειρότερη από όποια οικονομική κρίση, δικαιολογημένα οι πρόσφυγες διαχωρίζονται νομικά από τους μετανάστες.

Ο μπαμπάς μου στην Γεωργία ήταν δικαστής, απολύθηκε όταν άλλαξε η κυβέρνηση. Κλασικό αυτό στην Γεωργία. Στην Ελλάδα βρήκε ευτυχώς καλούς ανθρώπους που τον βοήθησαν πολύ και από όταν ήρθε εργάζεται σαν μπογιατζής. Δυσκολεύτηκε στην αρχή, ήταν μεγάλη αλλαγή, αλλά όλα τα συνηθίζεις. Η μαμά δούλευε σ’ ένα σπίτι, βοηθούσε μια γιαγιά. Τώρα, δεν έχει κανείς τους σταθερή δουλειά, όπως πριν την κρίση. Αλλά δεν θέλουν να φύγουν, αγαπούν πάρα πολύ την Ελλάδα, όπως κι εγώ. Και δεν στο λέω αυτό γιατί πρέπει να στο πω, είναι η πραγματικότητα.

«Όταν έφτασα στην Ελλάδα ήμουν πολύ χαρούμενη. Ήθελα από μικρή να ζήσω σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Οι γονείς μου έκλαιγαν από τη χαρά τους, πρώτη φορά έβλεπα τον μπαμπά μου να κλαίει. Την πρώτη μέρα κοιμηθήκαμε αγκαλιά και οι τρεις. Ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω, ήθελα να μπω στο πανεπιστήμιο αλλά ιδέα δεν είχα για το πως θα γίνει αυτό. Ένας καλός Έλληνας φίλος της οικογένειάς μου με βοήθησε. Ξεκίνησα μαθήματα ελληνικών στη Φιλοσοφική Σχολή, τρεις ώρες κάθε μέρα και μετά διάβασμα, είχα πάρα πολλά να μάθω και η γραμματική των ελληνικών δεν τελειώνει ποτέ. Ακόμη κάνω λάθη (γελάει). Έστειλα τον φακελό μου από το σχολείο στο υπουργείο Παιδείας, είχα καλούς βαθμούς, πήρα «10» και στην ελληνομάθεια και μπήκα στην πρώτη μου επιλογή, Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο ΠΑ.ΠΕΙ.

Η βία του πολέμου είναι πολύ χειρότερη από όποια οικονομική κρίση. Δικαιολογημένα οι πρόσφυγες διαχωρίζονται νομικά από τους μετανάστες

Στη σχολή με βοήθησαν πολύ τα παιδιά. Ήταν από την πρώτη μέρα άψογα, καταπληκτικά. Και οι καθηγητές το ίδιο, αλλά τα παιδιά με υποστήριξαν συγκινητικά. Διαβάζαμε όλοι μαζί ειδικά για να βοηθήσουν εμένα, να μου μεταφράζουν. Στην αρχή, ας είχα πάρει την ελληνομάθεια, δυσκολευόμουν πολύ να παρακολουθήσω πανεπιστημιακό μάθημα. Κι ακόμη διαβάζω με ελληνο- γεωργιανό λεξικό δίπλα μου και το google translate ανοιχτό. Αλλά στο ελληνικό πανεπιστήμιο, αισθάνθηκα σα να είμαι στον παράδεισο, ποτέ δεν ένιωσα ξένη. Μάλλον είναι αυτός άλλος ένας λόγος που τρελαίνομαι για αυτή τη χώρα.

Οι σπουδές μου μ’ αρέσουν πολύ. Την επέλεξα τη σχολή μου και δεν το μετανιώνω. Είναι «φουλ» γνώση, πολύ ευρύ το αντικείμενό της, δεν μαθαίνεις μόνο πολιτική. Στα μαθήματά μου «ταξιδεύω» σε όλες τις χώρες, μαθαίνω για την ιστορία, τον πολιτισμό τους, την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα σήμερα.

Επαγγελματικά δεν ξέρω με τι θα ασχοληθώ, επικρατεί «χαμός» στο μυαλό μου (γελάει). Μικρή ήθελα να γίνω διπλωμάτης, σήμερα με ενδιαφέρει το κοινωνικό κομμάτι περισσότερο από την πολιτική με την τυπική της έννοια. Σίγουρα θα ήθελα να κάνω μεταπτυχιακό στο εξωτερικό αλλά θέλω να ζήσω στην Ελλάδα. Οι γονείς μου, οι φίλοι μου, ο σύντροφός μου, όλοι είναι εδώ. Γιατί να θέλω να φύγω; Ναι, υπάρχει κρίση αλλά ελπίζω ότι θα βελτιωθούν τα πράγματα. Και Ελλάδα αλλού δεν υπάρχει, τέτοια χώρα που νιώθεις παντού σαν στο σπίτι σου».

Ξεκίνησα να εργάζομαι εθελοντικά στο Πολιτιστικό Κέντρο των Γεωργιανών «Καύκασος» από την δεύτερη μέρα μου στην Ελλάδα. Κάνουμε μαθήματα μουσικής και χορού, διοργανώνουμε παραστάσεις και συναυλίες, αλλά και μαθήματα γεωργιανών και ελληνικών σε παιδιά. Μέσω του «Καυκάσου» γνώρισα το «Φόρουμ Μεταναστών» και από το 2016 ασχολούμαι με το web radio: 8 ώρες εκπομπή κάθε Σαββατοκύριακο, όπου ασχολούμασταν με κοινωνικά και πολιτιστικά θέματα. Θέλαμε να αναδείξουμε μετανάστες δεύτερη γενιάς, “success stories” νέων ανθρώπων και παράλληλα ενημερώναμε για θέματα νομικά και ζητήματα κοινωνικής και εργασιακής ισότητας. Παράλληλα, κάνουμε μαθήματα ελληνικών στο “Alef School”, το σχολείο για πρόσφυγες που λειτουργεί στο «Φόρουμ». Έχουμε δύο επίπεδα, για αρχάριους και προχωρημένους, με 20 και 15 μαθητές αντίστοιχα- είναι νέοι άνθρωποι από τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Κογκό. Τα μαθήματα γίνονται καθημερινά από τις 9 μέχρι τις 12 το πρωί, μετά τρώμε όλοι μαζί και ακολούθως επισκεπτόμαστε άλλες οργανώσεις, νομικής βοήθειας, ψυχολογικής ή υλικής υποστήριξης. Προσπαθούμε να κάνουμε καθημερινές μικρές δράσεις, Οι ίδιοι οι μαθητές μαγειρεύουν φαγητά της πατρίδας τους, έφτιαξαν αυτοί το λογότυπο του σχολείου, ένα παιδί που ζωγραφίζει εξαιρετικά κάνει μαθήματα ζωγραφικής, κάποιος άλλος έκανε μια σειρά από σατιρικά βιντεάκια με τη ζωή των προσφύγων σε Τουρκία και Ελλάδα. Εκτός των μαθημάτων δίνουμε έμφαση στις δημιουργικές δραστηριότητες, ώστε να εξασκούν τα ταλέντα τους και να συμμετέχουν κοινωνικά. Κάνουμε εκδρομές κι εκτός Αθήνας για να γνωρίσουν καλύτερα την Ελλάδα, την κουλτούρα και την ιστορία της».

Συνολικά, οι Έλληνες και η Ελλάδα σαν κράτος υποδέχτηκε τους πρόσφυγες ανθρώπινα. Σε αντίθεση με άλλες χώρες άνοιξε την πόρτα της.

Στην κοινωνία, στον κόσμο έξω από το σχολείο, δεν είναι πάντα εύκολα τα πράγματα. Καμιά φορά μας κοιτάνε περίεργα, ή μπορεί να ακούσουμε κανά «άντε φύγετε». Στην Κυψέλη βγήκε από το αυτοκίνητο ένας τύπος και φώναζε «φτάνει πια, φύγετε από ‘δω». Τα παιδιά απόρησαν, φάνηκε στα πρόσωπά τους και δεν ήξεραν αν έπρεπε να απαντήσουν.Εμείς κάναμε ότο δεν ακούσαμε... Συνολικά πάντως οι Έλληνες και η Ελλάδα σαν κράτος υποδέχτηκε τους πρόσφυγες ανθρώπινα, σε αντίθεση με άλλες χώρες άνοιξε την πόρτα της. Υπάρχουν ακόμα δυσκολίες και ρατσιστικές συμπεριφορές, όπως σε κάθε χώρα του κόσμου, αλλά προσωπικά είμαι περήφανη για τον τρόπο που η Ελλάδα υποστήριξε αυτούς τους ανθρώπους. Στη Γεωργία έλεγα σε όλους τους φίλους μου «βλέπετε σε τι χώρα είμαι;»

Ένρι Χισενμπέλλι. Οι Βαλκάνιοι είμαστε φτιαγμένοι από μπαρούτι εθνικισμού

zwh

Βρίσκομαι συχνά στο εξωτερικό με ανθρώπους που ασχολούνται με ζητήματα μετανάστευσης και προσφυγιάς και συχνά έχουν φοβερές προσωπικές ιστορίες να διηγηθούν. Και, αισθάνομαι αμήχανα γιατί η δική μου ιστορία είναι πολύ νορμάλ, λέει ο 23χρονος Ένρι Χισενμπέλλι, φοιτητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της Νομικής.

Δεν είχα κάποιο πρόβλημα. Ενσωματώθηκα κατευθείαν στην ελληνική κοινωνία. Στο Δημοτικό ήμασταν έξι παιδιά από την Αλβανία μέσα στην τάξη και ποτέ δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Όλοι οι συμμαθητές ήμασταν παρέα και οι δάσκαλοι «κομπλέ».

Στο Γυμνάσιο επέλεξα Πειραματικό και ήμουν ο πρώτος μετανάστης μαθητής, όχι απλά Αλβανός, ο μοναδικός μέχρι τη Β΄Λυκείου. Ποτέ δεν με αντιμετώπισε διαφορετικά κάποιος. Ήμουν κοινωνικός, εκλέχτηκα πρόεδρος της τάξης μου. Μόνο στην Γ΄Λυκείου ενημερώνοντας τους συμμαθητές μου για την εκδρομή είχα πει «πενταήμερη», όπως όλοι την ονομάζουμε, και σχολίασε η καθηγήτρια, «δεν ξέρω πως τη λέτε στην Αλβανία, στην Ελλάδα λέμε πενθήμερη». Δεν έδωσα σημασία. Μετά έγινε θέμα, χαμός στην τάξη από τα παιδιά που της εξήγησαν ότι δεν μπορεί να μιλάει με αυτόν τον τρόπο. Ο μόνος αποκλεισμός που έχω νιώσει και υφίσταμαι όντως είναι ότι δεν μπορώ να κάνω πρακτική στο ΥΠ.Εξ. γιατί δεν έχω την ελληνική ιθαγένεια, είναι μια μορφή θεσμικού ρατσισμού αυτή.

Θεωρώ τον εαυτό μου πολίτη του κόσμου. Αν με ρωτήσεις τυπικά θα απαντήσω ότι έχω δύο πατρίδες, την Αλβανία και την Ελλάδα. Μέσα μου όμως αισθάνομαι απλά ένας άνθρωπος που ζει σε έναν τόπο του κόσμου. Ταξιδεύω συχνά και όταν στο εξωτερικό με ρωτάνε από που είμαι, τους λέω «από τον Πειραιά», ούτε από την Ελλάδα ούτε από την Αλβανία.

Η Αλβανία είχε τη χειρότερη μορφή απομονωτισμού, χειρότερη και από τη Βόρεια Κορέα. Ο Χότζα είχε κλείσει τα πάντα... και αν προσπαθούσες να βγεις από τη χώρα ήσουν λιποτάκτης. Έπεσε ο κομμουνισμός αλλά ακόμα αμφιβάλλω κατά πόσο είναι δημοκρατικό το καθεστώς εκεί. Η χώρα είναι σε ανάπτυξη αλλά και πάλι οι μισθοί είναι χαμηλοί. Πηγαίνοντας εκεί από την Ελλάδα μου φαίνονται όλα πάμφθηνα. Πάντως κάνει προόδους η Αλβανία, ασκείται σε αυτή την κατεύθυνση πίεση και από την Ε.Ε.- σε περιπτώσεις σαν τη δική μας είναι χρήσιμη. Το κρίσιμο είναι να συνεχιστεί η πορεία προς την Ε.Ε..

Τα Βαλκάνια έχουμε παράδοση στον εθνικισμό, είμαστε σαν φτιαγμένοι από μπαρούτι εθνικισμού, πυριδιταποθήκη. Τα εκπαιδευτικά συστήματα ακόμα είναι εκεί προσανατολισμένα. Το ζήτημα με το Κόσοβο έχει φέρει εθνικιστικά μορφώματα στην επιφάνεια. Προσωπικά γνωρίζω πολλούς Σέρβους και είμαστε μια χαρά, η ένταση και όλα τα στερεότυπα είναι πολιτικά παιχνίδια.

Και αν με ρωτήσεις με ποια πλευρά θα πολεμήσω όταν γίνει πόλεμος θα σου απαντήσω ότι θα μπω σε ένα αεροπλάνο για έναν καλύτερο, ειρηνικό τόπο. Δεν θα πεθάνω για καμιά σημαία. Φαντάρος θα πάω γιατί πρέπει

Όταν προέκυψε το θέμα με τους φαντάρους και τον αλβανικό αετό, με ρωτούσαν ποια είναι η γνώμη μου. Απαντούσα όπως και τώρα: ανοησία των φαντάρων αλλά και υπερβολική η τιμωρία τους. Μια σκληρή τιμωρία, κατευθείαν από τον Καμμένο και με το σιγοντάρισμα πολλών ΜΜΕ. Και αν με ρωτήσεις με ποια πλευρά θα πολεμήσω όταν γίνει πόλεμος (γελάει), θα σου απαντήσω ότι θα μπω σε ένα αεροπλάνο για έναν καλύτερο, ειρηνικό τόπο. Δεν θα πεθάνω για καμιά σημαία, αυτό είναι σίγουρο. Φαντάρος θα πάω γιατί πρέπει, αλλά κανείς δεν θέλει να πάει φαντάρος, μη γελιόμαστε.

Δεν έχω πάρει ακόμα την ιθαγένεια. Έχω καταθέσει τα χαρτιά αλλά η διαδικασία κυλάει πολύ αργά. Πάντως είμαι σίγουρος ότι ο νόμος για την ιθαγένεια θα παραμείνει, όποια κυβέρνηση κι αν έρθει- οτιδήποτε άλλο θα θεωρηθεί αντιευρωπαϊκό, θα πέσουν από την Ε.Ε. να τους φάνε... Προσωπικά θέλω πολύ να πάρω την ελληνική ιθαγένεια. Θα κρατήσω και την αλβανική. Το ελληνικό σύνταγμα επιτρέπει να έχεις διπλή υπηκοότητα. Ελπίζω ότι μέχρι το Σεπτέμβριο θα την έχω. Τα μεταπτυχιακά είναι πολύ πιο φτηνά αν είσαι πολίτης της ΕΕ. Επίσης, σπουδάζω πολιτική επιστήμη, κάπου θα μου φανεί χρήσιμη.

Τη Σχολή μου την επέλεξα, ήθελα να σπουδάσω κάτι ανθρωποκεντρικό όπου θα μπορώ να έρθω σε επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο. Τέσσερις σχολές είχα στο μηχανογραφικό μου και ήταν όλες πολιτικών επιστημών. Σίγουρα θα κάνω μεταπτυχιακό, αλλά δεν έχω ιδέα τι και που. Πάντως, ναι, μου αρέσει το διπλωματικό σώμα και οι οργανισμοί. Θέλω να ταξιδέψω, να γνωρίσω ανθρώπους και όχι να κλειστώ σ’ ένα γραφείο. Ήδη τα Βαλκάνια τα έχω «γυρίσει» όλα και το τελευταίο εξάμηνο έχω ταξιδέψει σε Ιταλία, Βοσνία, Γαλλία και Ολλανδία, εκπροσωπώντας το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών.

Στο Φόρουμ Μεταναστών άρχισα να είμαι ενεργός τον περασμένο Ιούλιο. Πήγα σε σεμινάριο του European Grass Roots Antiracist Movement στο Σεράγεβο και άρχισα να συμμετέχω στο Alef School κάνοντας μαθήματα αγγλικών. Δίδασκα απλά πράγματα σε ανθρώπους που δεν ήξεραν καθόλου αγγλικά, βασικές λέξεις που θα τους βοηθήσουν στην καθημερινότητά τους στην πόλη. Κάποιοι περίμεναν ότι σε 4 βδομάδες που κρατάει το πρόγραμμα θα μάθαιναν αγγλικα «φαρσί»...

Οι περισσότεροι πάντως μας ευχαριστούσαν και ιδιαίτερα όταν έμαθαν ότι δεν πληρωνόμαστε για τα μαθήματα. Τους άρεσε, ίσως τους ενέπνευσε αυτό και ήταν ακόμα πιο ορεξάτοι να μελετήσουν, να κάνουν τις εργασίες που τους έδινα. Εκτός των μαθημάτων στο Φόρουμ βοηθάω όποτε και όπου με χρειαστούν, είμαι στο stuff πλέον. Βοήθησα να οργανωθεί η εκδήλωση για την Παγκόσμια Μέρα του Μετανάστη και ο Περίπατος κατά των Διακρίσεων. Δεν έχω συγκεκριμένο ωράριο αλλά τελικά κάθε μέρα είμαι εκεί. Υποστηρίζουμε διάφορες εκδηλώσεις, συγκεντρώνουμε, ταξινομούμε και πακετάρουμε ρούχα, βιβλία, παιχνίδια, βοηθάμε με τα παιδιά. Και θα συμμετέχω στην εκπομπή στο web radio.

Δεν θα ήθελα να ζήσω μόνιμα μακριά από τον Πειραιά. Έχω συνηθίσει εκεί, κοντά στην θάλασσα. Ούτε μακριά από την Ελλάδα και την νοοτροπία της μπορώ να με φανταστώ. Οι βορειοευρωπαίοι έχουν μια σκέψη εντελώς γραμμική, “to the point”. Εμείς θέλουμε να κάνουμε τη δουλειά μας αλλά να χαρούμε και τη ζωή.

Δεν θα ήθελα να ζήσω μόνιμα μακριά από τον Πειραιά. Έχω συνηθίσει εκεί, κοντά στην θάλασσα. Ούτε μακριά από την Ελλάδα και την νοοτροπία της μπορώ να με φανταστώ.

Στην Ελλάδα πρέπει να σταματήσει ο πολιτικός λαϊκισμός, η γραφειοκρατία, ο εθνικισμός και η προγονοπληξία κάποιων. Να δούνε σήμερα τι κάνουνε, στο παρόν και το μέλλον. Αλλά μου αρέσουν οι άνθρωποι εδώ, είναι γελαστοί και ευγενικοί. Δεν συμφωνείς ότι οι Έλληνες είναι ευγενικοί; Εγώ αυτό το πιστεύω για τους περισσότερους ανθρώπους σε όλον τον κόσμο, αλλιώς θα είχαμε ήδη (αυτο)καταστραφεί... Εντάξει, υπαρχουν και κάποιοι που δεν είναι. Εδώ ένα 7% το στείλαμε και στη Βουλή. Γι' αυτούς δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Για τα παιδιά τους όμως, ναι, μπορούμε. Να τα μορφώσουμε».

Ασχολήθηκα με το προσφυγικό για να προσφέρω σε αυτούς τους ανθρώπους μια βοήθεια που οι γονείς μου δεν είχανε όταν ήρθανε εδώ, κάποιον να σταθεί δίπλα τους και να τους βοηθήσει σε πρακτικά θέματα, όπως το να ετοιμάσουν τα χαρτιά τους. Οι πρόσφυγες μιλάνε με πολύ καλά λόγια για την Ελλάδα, σπάνια να ακούσεις παράπονο.

Στέφανος Μουαγκιέ. Τα παιδιά δεύτερης γενιάς μεγαλώσαμε με «τραβηγμένα τα γκέμια»

zwh

Όταν ο πατέρας μου ήρθε από την Ουγκάντα στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 βρέθηκε για ένα χρονικό διάστημα στο Βόλο. Οι Βολιώτες τον έβλεπαν μαύρο και πίστεψαν ότι ήταν Αμερικάνος αθλητής ή ηθοποιός. Μια μέρα μπήκε στο λεωφορείο και κάποιοι σηκώθηκαν για να κάτσει. Δηλαδή η απόλυτη “κόντρα” του σήμερα», διηγείται ο ηθοποιός Στέφανος Μουαγκιέ.

Η μητέρα μου ήρθε το ’74. Χούντα ακόμη, δώδεκα χρονών η ίδια, την έφερε ένας θείος της (που είχε επαφές με την ελληνορθόδοξη εκκλησία) σε ένα οικοτροφείο κοντά στον Πύργο για να σωθεί από τον εμφύλιο στην Ουγκάντα. Ο πατέρας μου, γόνος εύπορης οικογένειας που την περίοδο του εμφυλίου είδε την οικονομική τους κατάσταση να αλλάζει άρδην, ήρθε για να σπουδάσει ιατρική. Γνωρίστηκαν σε πάρτι των Αφρικανών φοιτητών στην εστία του Ζωγράφου. Είναι πολύ συγκινητικές οι ιστορίες που και οι δυο τους μου διηγούνται για την αποδοχή τους τα πρώτα χρόνια. Πήραν πολύ αγάπη. Όταν τέλειωναν τα μαθήματα στο οικοτροφείο, την μητέρα μου την έπαιρναν για παραθέριση στην Αρχαία Ολυμπία οικογένειες που την είχαν «αγκαλιάσει».

Γεννήθηκα το 1985 στον Χολαργό. Μετά μείναμε στο Παγκράτι, μέχρι που είχαμε το δικό μας σπίτι στον Βύρωνα. Είχα την χαρά να ζήσω σε μια γειτονιά που δεν αντιμετώπισα ρατσισμό, μια γειτονιά που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες αριστερού πνεύματος... με υπερηφάνεια το λέω. Δεν επιτράπηκαν ποτέ στην περιοχή μου ρατσιστικές εκφράσεις. Όταν έβγαινα από τον «κλοιό» του Βύρωνα και της ευρύτερης περιοχής που «αλωνίζαμε» σαν παιδιά, από Παγκράτι μέχρι Υμηττό, μπορεί να ακούγονταν σχόλια από παιδιά άλλων περιοχών. Αλλά στην γειτονιά μου ποτέ. Ίσα ίσα που ήμουν το επίκεντρο της παρέας. Έχω πολύ γλυκές αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια.

Είχα την χαρά να ζήσω σε μια γειτονιά που δεν αντιμετώπισα ρατσισμό, μια γειτονιά που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες αριστερού πνεύματος... με υπερηφάνεια το λέω.

Οι γονείς μας (το έχω δει αυτό και σε άλλα παιδιά από την Αφρική, μας μεγάλωσαν με έναν τρόπο) ότι λόγω της καταγωγής μας δεν έχουμε το δικαίωμα να ονειρευτούμε όπως ένας «γηγενής». Πολλά παιδιά το αφουγκραστήκανε 100% αυτό και βάλανε φρένο στα «θέλω» τους. Εμένα μου βγήκε αντίδραση και ότι μας «περνάγανε» από τον ουγκαντέζικο κύκλο ως αδύνατο για εμάς, εγώ προσπαθούσα να το κάνω.

Στον καλλιτεχνικό χώρο κάποιοι λένε ότι δεν υπάρχει καθόλου ρατσισμός. Και είναι όντως ένας προοδευτικός χώρος, σύμφωνοι. Κάποιοι όμως, ακόμα και τώρα, θεωρούν αδύνατο για μένα να κάνω κάποια πράγματα, όπως αρχαίο δράμα. Αμφέβαλλαν.

«Τι ρόλους θα κάνει ένας μαύρος στο αρχαίο δράμα, πως θα παίξει...».

Όμως πολλοί νέοι σκηνοθέτες δεν φοβήθηκαν να μου εμπιστευτούν ρόλους. Έχω κάνει Αγγελιοφόρο Α΄, ή το Φάντασμα του Πολύδωρου, του γιου της Εκάβης. Και έχω βρεθεί να χορεύω αφρικανικούς χορούς σε αρχαίο δράμα, που ήταν τόσο οργανικά ενταγμένοι στην παράσταση, ώστε το κοινό νόμιζε ότι Αφρικανοί χορεύουν αρχαίους ελληνικούς ρυθμούς για το κοντράστ της εικόνας. Στην τέχνη μπορείς να αναμιγνύεις στοιχεία απο διάφορους πολιτισμούς και αν το «πάντρεμα» γίνει όμορφα, ακόμα και άνθρωποι με πνευματικές αγκυλώσεις, αποδέχονται το αποτέλεσμα.

Δεν θα ξεχάσω στη Λάρισα... Ένας παππούς μας έβρισε χυδαία: «Σκυλάραπες! Τι είναι αυτά που κάνετε; Η πλατεία είναι για τα παιδιά μας». Μαγικά, η ομάδα μας τον μετέτρεψε σε μέρος της παράστασης

Όταν ''έμπλεξα'' με το θέατρο δρόμου ανακάλυψα έναν κόσμο όπου θεώρησα ότι ανήκω, είπα «δεν θέλω να κάνω κάτι άλλο». Με την ομάδα «Μορφέας» και μέσω ευρωπαϊκού προγράμματος γυρίσαμε πόλεις όλης της Ελλάδας. Είχαμε τρεις θεματικές, όλες σχετικά με τον ρατσισμό και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι συμπολίτες μας ξένης καταγωγής. Δεν θα ξεχάσω στη Λάρισα, ένας παππούς μας έβρισε χυδαία- «σκυλάραπες, τι είναι αυτά που κάνετε, η πλατεία είναι για τα παιδιά μας». Μαγικά η ομάδα μας τον μετέτρεψε σε μέρος της παράστασης, ότι αυτός είναι ο συνοριοφύλακας ή ο διακινητής που δεν του δώσαμε το αντίτιμο και μας «τρέχει»... Ήταν μια μαγική στιγμή, στην κεντρική πλατεία της Λάρισας, απέναντι από τα γραφεία της Χ.Α.. Έχω παίξει στις «Βάκχες» με τον Λιγνάδη, με έχουν χειροκροτήσει σε μονόλογο στο Ηρώδειο, αυτή τη στιγμή στο θέατρο δρόμου δεν τη συγκρίνω.

Στην Ουγκάντα πήγαινα συχνά, ειδικά μέχρι τα 15 μου. Η εμπειρία μου εκεί υπήρξε τεράστιο μάθημα, ότι η χαρά της ζωής βρίσκεται αλλού, όχι στα υλικά αγαθά. Αν δεν είσαι στενόμυαλος, αναθεωρείς πολλά. Ερχόμουνα από μια χώρα του δυτικού κόσμου και τρόπου ζωής, από μια οικογένεια που δεν ήμασταν πλούσιοι αλλά ποτέ δεν μας έλειψε κάτι. Εγώ είχα τρέλα με τα sneakers και μπορεί, έφηβος τότε, να στενοχωριόμουν γιατί δεν βρήκα ένα «ρετρό» ζευγάρι «Τζόρνταν» π.χ.. Και στην Αφρική πηγαίναμε με τον παππού μου σε χωριά με αυτοσχέδια σπίτια, ένα τρανζιστοράκι μόνο να παίζει συνέχεια μουσική, 6 - 7 παιδιά να χορεύουν και όλοι τους να είναι χαρούμενοι. Με γοήτευσε το πόσο πρόσχαροι και ανοιχτοί είναι. Εμένα βέβαια με λέγανε «μουγκούβου», που σημαίνει «ο λευκός», είδες η ειρωνεία της ζωής... (γελάει).

Μέσα από την τέχνη προσπαθώ να αναδείξω μια πολιτική στάση. Το θέατρο πρέπει να είναι ξεκάθαρο, όχι φλου. Θέλω από την καλλιτεχνική μου δράση να «με καταλαβαίνει» ο θεατής, καλύτερα απ’ ότι διαβάζοντας μια συνέντευξή μου. Στο «Γ4», σίριαλ του Λαζόπουλου στον Alpha το 2009, υποδυόμουν έναν μαθητή που παρότι πολύ καλός, τα «χαρτιά» του τον εμπόδιζαν να πραγματοποιήσει τα όνειρά του, ενώ κράτος και κοινωνία τον αντιμετώπιζαν σα να ήρθε χθες στη χώρα. Βρέθηκα στο Ερμπίλ του Ιράκ, στο Babylon Fest, ένα φεστιβάλ που γίνεται σε εμπόλεμες χώρες. Και στην παράσταση «Μεφίστο» του Εθνικού έπαιξα έναν μαύρο χορευτή που στις προσωπικές τους στιγμές εξευτέλιζε τον λευκό εραστή του, έναν σεβάσμιο ηθόποιο της Γερμανίας του Μεσοπολέμου, όταν ο Χίτλερ προετοίμαζε την άνοδό του στην εξουσία και η ομοφυλοφιλία ήταν ταμπού.

Αφού έπαιξα στο Εθνικό, η νονά μου θυμήθηκε ένα σκηνικό από όταν ήμουν 5 χρονών. Περνούσαμε έξω από το Εθνικό, την ρώτησα τι είναι και όταν μου απάντησε την ρώτησα ξανά αν θα μπορούσα ποτέ να παίξω εδώ. «Ναι» μου απάντησε, αν το θέλω και το προσπαθήσω και τότε την ρώτησα ξανά: «Δεν θα πειράζει που εγώ είμαι μαύρος;». Στο είπα, μεγαλώσαμε με τραβηγμένα τα γκέμια..

Τώρα, ονειρό μου είναι να παίξω στην Επίδαυρο.

Η γενιά μας βίωσε το φούντωμα του νεοναζισμού στην Ελλάδα. Έχω ζήσει όμως και τα χρόνια που το ποσοστό τους ήταν στο 0.0%. Τότε κρυβόντουσαν. Δεν θα ξεχάσω, όταν μπήκαν στον Δήμο Αθηναίων, που ο γαλατάς της γειτονιάς μου φόρεσε μπλούζα Χ.Α., την είχε και πριν την «πετριά» αλλά ντρεπόταν να το εκφράσει. Όταν πήραν επίσημα «πόστα», ξεφύτρωσαν «κασιδιάρηδες», κόλλαγαν αυτοκόλλητα στα μηχανάκια τους, «περηφάνια» πλέον. Ξέρω άτομα που εντάχθηκαν εκεί κυρίως για να φτιάξουν έναν κοινωνικό κύκλο, είχαν ανάγκη να ενταχθούν σε μια αγέλη και αναζήτησαν εκεί προστασία, από ένα «τσαμπουκαλίκι», μέχρι κοινωνικά ή εργασιακά. Είναι άτομα που δεν έχουν καταφέρει τους προσωπικούς τους στόχους, αν είχαν ποτέ. Δεν έχω γνωρίσει πάντως κανέναν επιτυχημένο επιστήμονα, ούτε κανέναν πρωταγωνιστή της καθημερινότητας που να τους υποστηρίζει. Κάνω ένα μικρό πέρασμα από την ταινία Amerika Square, ο κεντρικός χαρακτήρας (Μάκης Παπαδημητρίου) έναν τέτοιο τύπο υποδύεται, τον άεργο που του φταίέι ο μεταναστης. Δεν καταλαβαίνουν τα άτομα αυτά ότι κανείς δεν τους έχει κλέψει το δικό τους κομμάτι.

Δεν θα ξεχάσω, όταν μπήκαν στον Δήμο Αθηναίων, που ο γαλατάς της γειτονιάς μου φόρεσε μπλούζα Χ.Α., την είχε και πριν την «πετριά» αλλά ντρεπόταν να το εκφράσει.

Χρυσαυγίτες μου την έχουν πέσει... 4- 5 άτομα και ήμουν μόνος μου, στο Γκάζι. Απειλήσανε εμένα και την οικογένειά μου, λέγανε ότι θα με σκοτώσουνε. Πολλοί γύρω μου με προειδοποίησαν να σταματήσω να κυκλοφορώ στην περιοχή. Δεν το έκανα, γιατί δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν θα κυκλοφορώ ελεύθερος στην πόλη μου, στη χώρα μου. Δεν αισθάνομαι ότι πρέπει να αποδείξω σε κάποιον ότι ανήκω εδώ, ή οτι είμαι Έλληνας. Έχω εκπροσωπήσει τη χώρα μου στο εξωτεριπολιτική στάση. Τότε και οι γονείς μου έδωσαν ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο και μου είπαν “προχώρα, δεν έχεις να αποδείξεις τίποτα σε κανέναν”».

Πήρα την ιθαγένεια σε ηλικία 8 χρονών και αισθάνθηκα σα να έχω πιάσει το τζόκερ. Δε βρέθηκα ποτέ στις ουρές της Π.Ράλλη, δεν χρειάστηκε ποτέ να φύγω από τη δουλειά για να πάρω ένα ληγμένο στίκερ άδειας παραμονής. Υπάρχουν άνθρωποι που το ζήτημα αυτό τους στέρησε την ανεμελιά των παιδικών τους χρόνων, μόνιμη έγνοια και άγχος το είχαν στο μυαλό τους. Θυμάμαι τη μάνα μου, που παρηγορούσε τους φίλους μου λέγοντάς τους «εσείς τουλάχιστον πηγαίνετε σε ένα ΚΕΠ» - γιατί στα δικά της χρόνια πήγαιναν στο εκάστοτε Α.Τ., όπου το αστυνομικό όργανο, αν είχε στραβοκοιμηθεί, τους έσκιζε τα χαρτιά εν ψυχρώ και τους έλεγε «έλατε πάλι σε δυο μήνες». Ή έβλεπαν μια μαύρη γυναίκα και αναρωτιόντουσαν (οι αστυνομικοί) σε ποιο οίκο θα την βρούνε. «Δεν ζήσατε κι αυτό...», τους έλεγε.

Γιατί οι κυβερνήσεις που εμείς εκλέγουμε δίνουν «λευκό χαρτί» στις μεγάλες δυνάμεις να προκαλούν όλη αυτή την τραγωδία. Για τον κατατρεγμένο Σύριο έχουμε και εμείς μερίδιο ευθύνης.

Γνώρισα πολλούς πρόσφυγες και άκουσα τις ιστορίες τους. Προσπαθώ να τις έχω μέσα μου και να τις αφουγκράζομαι για να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Οι επαφές αυτές έγιναν μέσω της οργάνωσης “ASANTE” (το όνομά της σημαίνει ευχαριστώ στα σουαχίλι). Σαν οργάνωση έχει το προφίλ της συμβουλευτικής, στους πρόσφυγες και μετανάστες, διοργανώνει ομως και καλλιτεχνικές δράσεις- ανέλαβα το μεγαλύτερο κομμάτι αυτών, στον δρόμο και όχι μόνο. Ήρθα έτσι σε επαφή με κοινότητες και ανθρώπους. Και αισθανόμουν πίκρα και ενοχές. Γιατί οι κυβερνήσεις που εμείς εκλέγουμε δίνουν «λευκό χαρτί» στις μεγάλες δυνάμεις να προκαλούν όλη αυτή την τραγωδία. Για τον κατατρεγμένο Σύριο έχουμε και εμείς μερίδιο ευθύνης.

Ήταν αναγκασμένη η σημερινή ελληνική κυβέρνηση να δείξει ένα σχετικά φιλικό πρόσωπο στους πρόσφυγες, από τη στιγμή που επικαλείται μια αριστερή ταυτότητα. Η υποδοχή των προσφύγων είναι σίγουρα φιλικότερη από αυτή προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά κι αυτό που κάνει η παρούσα κυβέρνηση είναι το λιγότερο που περίμενα. Δεν μου αρκεί που ο πρωθυπουργός της χώρας μου επισκέφτηκε τον Ελαιώνα και χαιρέτησε ανθρώπους εκεί. Περιμένω πιο απτά πράγματα.