TO BLOG

Απόψεις και ανάλυση της επικαιρότητας από τους bloggers της HuffPost

Θάνος Μαντζάνας Headshot

Γιατί το Νάσβιλ ψηφίζει Τραμπ;

Δημοσιεύθηκε: Ενημερώθηκε:
NASHVILLE TRUMP
Harrison McClary / Reuters
Εκτύπωση

Το Τενεσί είναι μια από τις μικρότερες μεν σε έκταση αλλά και από τις μεγαλύτερες σε πληθυσμό Πολιτείες της Αμερικής. Αν και βρίσκεται στη νοτιονατολική πλευρά των ΗΠΑ ανήκει στην ζώνη των «μεσαίων» ηπειρωτικών Πολιτειών που διασχίζει την χώρα από ανατολή προς δύση, το λεγόμενο αντίστοιχα Mideast και Midwest. Πιο απλά πρόκειται για την αμερικανική ενδοχώρα η οποία είναι πολύ περισσότερο διαφορετική από όσο μπορεί να φανταστεί κανείς από τις μητροπόλεις της ανατολικής ακτής που αποτελούν και τα διοικητικά κέντρα, αλλά και την πλούσια σε φυσικούς πόρους και με μεγάλη εμπορική και οικονομική δραστηριότητα Δύση.

Η τεράστια σε έκταση αυτή περιοχή που καταλαμβάνει την καρδιά της Αμερικής κατοικείται από έναν πληθυσμό που είναι στην πλειοψηφία του φτωχός ή ακόμα και στα όρια της ανέχειας, συνέπεια μιας στην βάση της αγροτικής και κτηνοτροφικής οικονομίας η οποία, όπως και σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου πλέον, δοκιμάζεται δεινότατα. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό έχει σαν αποτέλεσμα κοινωνικά περιβάλλοντα που δείχνουν ή και όντως έχουν παραμείνει πενήντα και περισσότερα χρόνια πίσω, με πληθυσμούς χαμηλού όχι μόνο βιοτικού αλλά και μορφωτικού επιπέδου και οι οποίοι κυριαρχούνται από την λεγόμενη redneck νοοτροπία. Αυτή μπορεί να συνοψιστεί ως έντονη θρησκοληψία και έναν γενικευμένο συντηρητισμό επί όλων των θεμάτων που στην περίπτωση των πολιτικών απόψεων φτάνει σε ακραίες ή και ακρότατες, απροκάλυπτα μισαλλόδοξες θέσεις. Και προφανώς το Τενεσί, αφού ανήκει στην γεωγραφική και κοινωνική αυτή ζώνη, δεν αποτελεί εξαίρεση του κανόνα.

Πρωτεύουσα του Τενεσί είναι το Νάσβιλ, μια μάλλον μικρή σε πληθυσμό για τα δεδομένα της Αμερικής αλλά και το μέγεθος της Πολιτείας επαρχιακή πόλη αφού στο κέντρο του αστικού ιστού της δεν κατοικούν ούτε επτακόσιες χιλιάδες άνθρωποι. Το Νάσβιλ είναι γνωστό ως Μουσική Πόλη γιατί εκεί δημιουργήθηκαν οι πρώτες υποδομές της μουσικής βιομηχανίας, για παράδειγμα εκεί σχεδιάστηκε και ήταν η αφετηρία της πρώτης οργανωμένης περιοδείας μουσικών στην Ιστορία. Περισσότερο όμως και από αυτό ακόμα, τουλάχιστον για την ίδια την Αμερική, το Νάσβιλ είναι γνωστό σαν η πρωτεύουσα της country, του ιδιώματος δηλαδή που, όπως δείχνει και το όνομα του, δεν είναι παρά η παραδοσιακή αμερικανική μουσική. Δεν υπάρχει πιο ενδεικτικό γεγονός ίσως για αυτό από το ότι ήταν και φυσικά θα συνεχίσει να είναι η έδρα του Grand Ole Opry, δηλαδή της εβδομαδιαίας ραδιοφωνικής εκπομπής που το 2025 θα συμπληρώσει έναν αιώνα (!) αδιάκοπής μετάδοσης και η οποία διαχρονικά αποτελεί το μέσο αλλά και το κριτήριο για την καθιέρωση ή μη όλων ανεξαιρέτως των ονομάτων της country.

Αντανακλώντας τους κοινωνικούς λόγους που παρέθεσα εν συντομία στην εισαγωγή η country που γεννήθηκε ακριβώς στην αμερικανική ενδοχώρα δεν θα μπορούσε παρά να είναι μια, φύσει και θέσει, πολύ συντηρητική ιδεολογικά και κοινωνικά μουσική. Εξαιρέσεις βέβαια πάντα υπήρχαν, τραγούδια που μιλούσαν για αληθινά προβλήματα των ανθρωπίνων σχέσεων όπως το φημισμένο «D-I-V-O-R-C-E» της Tammy Wynette ή και για ακόμα πιο σοβαρά θέματα όπως ο αλκοολισμός αλλά και ο θάνατος στην περίπτωση του κορυφαίου Hank Williams. Οπως συμβαίνει όμως συνήθως τελικά επιβεβαίωναν τον κανόνα που δεν είναι άλλος από την εξύμνηση με όλους τους τρόπους - από το περιεχόμενο αλλά και το ύφος, ακόμα και τις ενορχηστρώσεις στις οποίες και μετά την έλευση του ηλεκτρικού ήχου εξακολουθούν να κυριαρχούν το μπάντζο και το βιολί, των τραγουδιών μέχρι την ενδυμασία των μουσικών με τα πλατύγυρα καπέλα και τις μπότες, κάποτε ακόμα και τα... σπιρούνια των καουμπόι - της good ole America και των, το λιγότερο παρωχημένων, αξιών της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Hank Williams Jr, γιος του προαναφερθέντος πρωτοπόρου της country, ο οποίος είναι ένθερμος υποστηρικτής των Ρεπουμπλικανών, θέτοντας μάλιστα συχνά και τα τραγούδια του στην υπηρεσία της ιδεολογίας του.

Έστω και έτσι όμως θα περίμενε κανείς μιαν αντίδραση της μουσικής κοινότητας του Νάσβιλ στα θλιβερά και άκρως επικίνδυνα επεισόδια που προκάλεσαν οι ναζί στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια. Ένα παραπάνω μάλιστα καθώς την αφορούν άμεσα, συνέβησαν πολύ κοντά της, κυριολεκτικά στη «γειτονιά» της αφού το Τενεσί συνορεύει στην βόρεια πλευρά του με την Βιρτζίνια. Πολύ περισσότερο θα περίμενε μιαν αντίδραση στις όχι απλά εξοργιστικές αλλά και εμπρηστικές δηλώσεις του προέδρου Τραμπ υπέρ μερίδας έστω αυτών των φασιστοειδών. Αρκετοί βέβαια από τους νεότερους εκπροσώπους, αμφοτέρων των φύλων, της country εξέφρασαν μέσω των social media την αποδοκιμασία και τον αποτροπιασμό τους τόσα για τα γεγονότα του Σάρλοτσβιλ όσο και για την στάση του Τραμπ. Οι περισσότεροι όμως της παλαιότερης γενεάς, ανάμεσα τους και αρκετοί που στο παρελθόν είχαν εκφράσει με παρρησία τις προοδευτικές πολιτικές και κοινωνικές τους απόψεις και είχαν διαμαρτυρηθεί σε περιπτώσεις παραβίασης στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σιώπησαν. Και περισσότερο από όλους δεν αντέδρασε η μεγάλη και, στην κυριολεξία σε αυτή την περίσταση, «σιωπηλή πλειοψηφία» της country κοινότητας, οι ανώνυμοι επαγγελματίες μουσικοί του ιδιώματος αλλά φυσικά και οι ιθύνοντες της βιομηχανίας του.

Το ιστορικό αμερικανικό μουσικό περιοδικό Rolling Stone, ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα από τα πολλά που υπήρχαν κάποτε και το μοναδικό ίσως πλέον το οποίο εξακολουθεί να κυκλοφορεί και σε έντυπη και όχι μόνο διαδικτυακή μορφή - και διαχρονικά ανοιχτά προσκείμενο στους Δημοκρατικούς, κάτι που στην εποχή του Τραμπ ίσως να μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και έπαινος - σε μια σειρά άρθρων του καυτηρίασε την στάση της μουσικής κοινότητας του Νάσβιλ σε ένα τόσο σοβαρό θέμα, αναρωτήθηκε γιατί δεν τοποθετείται πάνω σε αυτό και την προέτρεψε να το κάνει. Κατά τη γνώμη μου βέβαια οι συνάδελφοι κριτικοί μουσικής του Rolling Stone δεν θα έπρεπε ούτε να αναρωτιούνται ούτε να απορούν. Ή ίσως να έπρεπε απλά να έχουν μελετήσει λίγο κοινωνιολογία του πολιτισμού...

Αν το είχαν κάνει θα γνώριζαν ότι η απανταχού δεξιά και ιδίως η, κρυφίως ή απροκάλυπτα, ακροδεξιά, όπως ακριβώς καπηλεύεται όχι μόνον τα ιστορικά γεγονότα αλλά ακόμα και την ερμηνεία τους, σφετερίζεται με τον ίδιο τρόπο την παντός είδους παράδοση των λαών και πάνω από όλα την πολιτιστική. Στη χώρα μας δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε το πώς προσπάθησε και επέτυχε το ίδιο με την παραδοσιακή μουσική μας η επτάχρονη δικτατορία. Ξεκινώντας από το αλήστου μνήμης αρχαιοπρεπές κιτς της πρώτης φιέστας της στο Παναθηναϊκό Στάδιο με τους χλαμυδοφορούντες στρατιώτες και μαθητές την οποία επένδυαν ηχητικά δημοτικά τραγούδια και φτάνοντας στα γλέντια των χουντικών, στη διάρκεια της επταετίας αλλά και δεκαετίες σχεδόν μετά τη Μεταπολίτευση, που τα συνόδευαν καλαματιανά, τσάμικα ή ακόμα και κλέφτικα άσματα. Και στην περίπτωση ενός ιδιώματος όπως η country στο οποίο, όπως προανέφερα, εμφιλοχωρούσαν εξαρχής ακραία συντηρητικές απόψεις αυτό προφανώς είναι πολύ πιο εύκολο, ίσως ακόμα, υπό μιαν έννοια, και φυσιολογικό να συμβαίνει ακόμα περισσότερο.

Υπάρχει βέβαια και ένα παράδειγμα που λειτουργεί αποτρεπτικά για τους μουσικούς της country ως προς το να εκφράζουν ελεύθερα τις θέσεις τους και ταυτόχρονα δείχνει πόσο βαθιά συντηρητικό μα και αυταρχικό είναι το κατεστημένο του ιδιώματος. Το 2003, λίγο πριν την εισβολή στο Ιράκ, η τραγουδίστρια του γυναικείου country τρίο Dixie Chicks είπε επί σκηνής ότι «ντρεπόμαστε που ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι από το Τέξας», δηλαδή ότι ο Τζορτζ Μπους ήταν από την ίδια Πολιτεία με εκείνες, κάτι που οδήγησε στην άτυπη μεν αλά και ρητή απαγόρευση μετάδοσης τραγουδιών τους από το ραδιόφωνο. Οι Dixie Chicks συνεχίζουν βέβαια να υπάρχουν και είναι κάτι περισσότερο και από ενεργές, το γεγονός αυτό όμως οδήγησε στην απώλεια της εμπορικής απήχησης τους την οποία δεν κατόρθωσαν να επανακτήσουν ποτέ. Η πιο αδιάψευστη ίσως απόδειξη ότι η μουσική βιομηχανία του Νάσβιλ ελέγχεται από το παρασκήνιο από όχι απλά τα πλέον ακραιφνώς ρεπουμπλικανικά αλλά και τα πιο συντηρητικά, ακραία και σκοταδιστικά ακόμα στοιχεία του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Κάπου εδώ ανακύπτει υποχρεωτικά το αιώνιο ερώτημα, κατά πόσον επηρεάζει η σιωπηρή ανοχή - αν όχι υποστήριξη - της country στις ξεκάθαρα φασιστικές πλέον πρακτικές οι οποίες αναφύονται σε μιαν Αμερική που ο εκλεγμένος πρόεδρος της σχεδόν τις ενθαρρύνει; Καταρχήν φυσικά ισχύει το σταθερό αξίωμα ότι το έργο αυτονομείται από τον δημιουργό του, εντέλει ίσως και να αποκτά μια δική του «οντότητα» και άρα πρέπει να κρίνεται ανεξάρτητα από αυτόν. Εξίσου όμως ισχύει και η ρήση του μέγιστου θεωρητικού των media Μάρσαλ Μακλιούχαν ήδη από το 1964, ότι «το μέσο είναι το μήνυμα». Όταν όμως το μήνυμα είναι κενό, ανόητο ή, το χειρότερο όλων, μισανθρωπικό, τότε το μέσο τείνει να ταυτίζεται μαζί του και τελικά να το υποκαθιστά. Είναι πιο απλά η περίπτωση που το φρικιαστικό είναι των πιο ερεβωδών βαθών της ανθρώπινη ύπαρξης, γίνεται ένα με το ακόμα και πιο ευειδές φαίνεσθαι, μεταδίδοντας του αναπόφευκτα τις χείριστες ποιότητές του.