Δεκαεπτά αιώνες έχουν περάσει από τότε που ο Μέγας Κωνσταντίνος κάλεσε τους Επισκόπους της οικουμένης να συγκεντρωθούν στη Νίκαια της Μικράς Ασίας. Όχι για να τιμήσουν την αυτοκρατορική του μεγαλοπρέπεια. Αλλά, για να ενισχύσουν την ενότητα της Εκκλησίας που εκείνη την εποχή κινδύνευε από τις αιρέσεις. Η σύγχυση είχε γίνει η μόνιμη κατοικία των πιστών. Ήταν η εποχή που η αλήθεια χανόταν πίσω από λόγια «θεολογικά» και κατασκευασμένες βεβαιότητες. Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος δεν δημιούργησε μια ιδεολογία. Κατέγραψε τον τρόπο ύπαρξης της Εκκλησίας. Τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως. Κατέγραψε το Δόγμα. Την κοινή εμπειρία. Την Μαρτυρία. Τον ορίζοντα της κοινωνίας του Αληθινού.

Κι όμως, δεκαεπτά αιώνες αργότερα, το θέαμα είναι τραγικά παρόμοιο. Ο χριστιανικός κόσμος διαμελισμένος, γεμάτος παραδόσεις ξέχωρες, δογματικές εκδοχές, εκκλησιαστικά σύνολα που λειτουργούν συχνά σαν ξεχωριστά κράτη. Η αναφορά στον Χριστό έχει θρυμματιστεί σε προσωπικές ερμηνείες, εγωισμούς, εθνικές αφηγήσεις, πνευματικές αυτάρκειες. Ακόμη και μέσα στην Ορθοδοξία, που υποτίθεται φυλάσσει τη συνοδικότητα και την εμπειρία της πρώτης Εκκλησίας, έχει ριζώσει η παθολογία του εθνοφυλετισμού: Εκκλησίες εγκλωβισμένες σε κρατικά συμφέροντα, σε πολιτικές συμπλεύσεις, σε ανταγωνισμούς ταυτότητας.

Advertisement
Advertisement

Η ιστορική συνάντηση στη Νίκαια του Πάπα Λέοντα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη  Βαρθολομαίο μοιάζει με μια φευγαλέα ακτίνα καθαρότητας μέσα σε αυτό το τοπίο. Η από κοινού ανάγνωση του Συμβόλου της Πίστεως, χωρίς προσθήκες, είναι συμβολισμός σπάνιος, μια αναφορά στην αρχική μαρτυρία της Εκκλησίας, ένα άγγιγμα στη μνήμη της κοινής μας απαρχής. Είναι μια στιγμή που θυμίζει τι σημαίνει να ομολογείς πίστη και όχι να υπερασπίζεσαι θρησκευτικές συνήθειες.

Η πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου να προσκαλέσει τον Πάπα και να μεταβούν μαζί στη Νίκαια αποτελεί αναμφίβολα μια στιγμή με βαρύτητα ιστορική για ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Δεν ήταν μια τελετουργική επίσκεψη ούτε μια ευγενική χειρονομία. Είναι η συμβολική επιστροφή στην απαρχή της ενιαίας χριστιανικής μαρτυρίας, στον τόπο όπου θεμελιώθηκε η κοινή ομολογία της πίστης. Σε μια εποχή κατά την οποία οι διαιρέσεις, οι παγιωμένες καχυποψίες και οι εκκλησιαστικές απομονώσεις μοιάζουν ανυπέρβλητες, η κίνηση του Οικουμενικού Πατριάρχη λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η μνήμη της πρώτης ενότητας μπορεί ακόμη να ενεργοποιήσει συνειδήσεις. Η συνάντηση δεν έλυσε τις διαφορές, αλλά απέδειξε ότι η αναζήτηση της κοινωνίας δεν είναι ουτοπία. Ότι υπάρχουν ακόμη Ποιμένες πρόθυμοι να υπερβούν το φόβο και να ανοίξουν δρόμο εκεί όπου η ιστορία έχει υψώσει τείχη.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Μια κοινή προσευχή δεν θεραπεύει πληγές αιώνων. Δεν επήλθε ενότητα επειδή ακούστηκε ένα κείμενο χωρίς αλλοιώσεις και προσθήκες. Ήδη ο Ρωμαιοκαθολικός ηγέτης έχει επιστρέψει στο σύνηθες λειτουργικό του πλαίσιο, επαναφέροντας αμέσως τη γνωστή προσθήκη που τόσο κόστισε στη σχέση Ανατολής και Δύσης. Φυσικά και αυτό δεν μαρτυρεί εκκλησιαστική μεταστροφή εκ μέρους του. Μαρτυρεί απλά, διπλωματική χειρονομία.

Από την άλλη, ηχηρή ήταν η απουσία κάποιων εκκλησιαστικών προσώπων που παραδοσιακά διακηρύσσουν ότι φυλάττουν «ανόθευτη την παράδοση». Αντί να σταθούν μάρτυρες μιας μοναδικής στιγμής – όχι για να υπογράψουν συμφωνίες, αλλά για να τιμήσουν την κοινή ρίζα – επέλεξαν την αποχή. Αυτή η στάση μάλλον δείχνει αδυναμία κατανόησης της ιστορίας. Σε δείχνει κατώτερο των περιστάσεων. Και μπροστά στην ιστορία οφείλεις να στέκεται αντάξιος. 

Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν οι Εκκλησίες μπορούν να ενωθούν ξανά. Αλλά, αν οι άνθρωποι που τις διακονούν από θέσεις πνευματικής ευθύνης είναι ικανοί να υπερβούν τον εγωκεντρισμό τους. Αν μπορούμε να αφήσουμε πίσω μας τη λατρεία της δικαιοδοσίας, τις εθνικιστικές εμμονές, τις παραδόσεις που μετατράπηκαν σε ιδεολογικά οχυρά. Αν μπορούμε να ξαναβρούμε τον τρόπο συνύπαρξης που κατέγραψε η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος. Να ξαναβρούμε την κοινή μας Παράδοση αυτοί που οι Πατέρες της Εκκλησίας μας παρέδωσαν με κόπο, προσευχή και αγώνες.

Η ενότητα δεν υπογράφεται σε συμφωνητικά. Δεν είναι έργο διπλωματίας. Είναι καρπός σχέσης, τρόπος κοινωνίας, άθλημα υπέρβασης. Χωρίς αυτήν την προϋπόθεση, όσα κι αν ειπωθούν, όσες τελετές κι αν οργανωθούν, δεν θα αλλάξει τίποτε. Θα συνεχίσουμε να μνημονεύουμε την ίδια πίστη και να ζούμε σαν ξένοι.

Αν σεβόμαστε πραγματικά το παρελθόν, ας πάψουμε να το επικαλούμαστε ως πρόσχημα. Ας το αφήσουμε να μας διδάξει. Να μας θυμίσει ότι η Εκκλησία δεν είναι σύστημα εξουσίας αλλά κοινότητα προσώπων. Μόνον τότε το Σύμβολο της Πίστεως θα γίνει ξανά κοινή ομολογία και όχι παράλληλες αναγνώσεις. Μόνον τότε θα έχει νόημα να μιλάμε για πραγματική σύναξη και όχι για θεαματικές συναντήσεις χωρίς συνέπεια και συνέχεια.