Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς.
Ο πόλεμος στο Ιράν εισέρχεται πλέον σε μια νέα φάση, όπου η στρατιωτική σύγκρουση διαπλέκεται άμεσα με ρητές ηγεμονικές απειλές και χρονικά τελεσίγραφα που μετασχηματίζουν τη λογική της κλιμάκωσης. Η πρόσφατη προειδοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ ότι η Τεχεράνη διαθέτει «48 ώρες» είτε για συμφωνία είτε για άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, διαφορετικά «θα εξαπολυθεί κόλαση», δεν αποτελεί απλώς ρητορική έντασης, αλλά ενσάρκωση μιας κλασικής στρατηγικής εξαναγκασμού υπό συνθήκες ασύμμετρης ισχύος. Το τελεσίγραφο αυτό συμπυκνώνει τη μετάβαση από την έμμεση στρατιωτική πίεση σε μια μορφή ανοιχτής απειλής συστημικής καταστροφής, με στόχο όχι μόνο την επιχειρησιακή αποδιάρθρωση αλλά και την πολιτική υποταγή του αντιπάλου.
Από θεωρητική σκοπιά, η στρατηγική αυτή εδράζεται στη λογική της εξαναγκαστικής διπλωματίας – επιβολή υψηλού και άμεσα κλιμακούμενου κόστους, συνοδευόμενη από περιορισμένο χρονικό ορίζοντα– αποσκοπώντας στη μεταβολή της συμπεριφοράς του αντιπάλου χωρίς την ανάγκη πλήρους στρατιωτικής επιβολής. Ωστόσο, η εμπειρική ιστορία των ασύμμετρων συγκρούσεων δείχνει ότι τέτοιου τύπου τελεσίγραφα συχνά υποεκτιμούν την ανθεκτικότητα καθεστώτων που έχουν εσωτερικεύσει τη λογική της πολιορκίας. Η απειλή ολοκληρωτικής καταστροφής ενεργειακών υποδομών -πετρελαιοπηγών, ηλεκτρικών δικτύων και του κόμβου του Kharg Island- ενδέχεται να ενισχύσει βραχυπρόθεσμα την πίεση, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί κίνητρα για περαιτέρω σκλήρυνση και επιτάχυνση των ασύμμετρων αντιδράσεων.
Το Ιράν έχει ήδη αποδείξει ότι δεν αντιδρά συμμετρικά σε τέτοιες πιέσεις. Αντί να επιδιώκει ισορροπία ισχύος στο πεδίο, μεταφέρει τη σύγκρουση στο επίπεδο της γεωοικονομικής αποσταθεροποίησης. Η απειλή ή παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ λειτουργεί ως στρατηγικό αντίβαρο απέναντι στην αμερικανική στρατιωτική υπεροχή, μετατρέποντας ένα γεωγραφικό σημείο σε μοχλό παγκόσμιας πίεσης. Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχεράνη επιχειρεί να αντιστρέψει τη λογική του τελεσιγράφου –εάν η Ουάσιγκτον μπορεί να απειλεί με καταστροφή υποδομών, το Ιράν μπορεί να απειλεί με συστημικό κόστος για τη διεθνή οικονομία.
Η διάσταση αυτή αναδεικνύει ένα κρίσιμο παράδοξο της σύγχρονης στρατηγικής⸱ όσο περισσότερο η ηγεμονική δύναμη επιδιώκει την επιβολή μέσω κλιμάκωσης, τόσο περισσότερο ενισχύονται τα κίνητρα του ασθενέστερου δρώντος να καταφύγει σε μη γραμμικές μορφές σύγκρουσης. Το αποτέλεσμα είναι μια δυναμική αμοιβαίας ομηρίας, όπου καμία πλευρά δεν μπορεί να επιτύχει αποφασιστική νίκη χωρίς να προκαλέσει δυσανάλογες παρενέργειες.
Παράλληλα, η ρητορική του Τραμπ αποκαλύπτει και ένα βαθύτερο πρόβλημα στρατηγικής συνοχής. Η ταυτόχρονη επίκληση διαπραγματεύσεων («serious discussions») και απειλών ολοκληρωτικής καταστροφής υπονομεύει την αξιοπιστία του σήματος προς τον αντίπαλο. Στη θεωρία της αποτροπής, η σαφήνεια και η συνέπεια αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις αποτελεσματικότητας. Η συνύπαρξη αντιφατικών μηνυμάτων ενδέχεται να ενισχύσει την αβεβαιότητα και να αυξήσει τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών, ιδιαίτερα σε περιβάλλον υψηλής έντασης.
Σε εσωτερικό επίπεδο, η κλιμάκωση αυτή αλληλοεπιδρά με την ήδη εύθραυστη νομιμοποίηση του ιρανικού καθεστώτος. Αν και οι εξωτερικές απειλές μπορούν προσωρινά να ενισχύσουν τη συσπείρωση, η προοπτική μαζικής καταστροφής κρίσιμων υποδομών ενδέχεται να επιτείνει τις κοινωνικές πιέσεις και να βαθύνει τις ρωγμές μεταξύ κράτους-κοινωνίας.
Εν κατακλείδι, οι συγκαιρινές απειλές δεν αποτελούν απλώς επεισόδιο ρητορικής έντασης, αλλά ένδειξη μετάβασης σε μια φάση ανοιχτής στρατηγικής εξαναγκασμού με παγκόσμιες επιπτώσεις. Ο πόλεμος στο Ιράν αναδεικνύεται έτσι σε δοκιμασία όχι μόνο στρατιωτικής ισχύος, αλλά και της ίδιας της ικανότητας του διεθνούς συστήματος να απορροφά κρίσεις χωρίς να διολισθαίνει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.