Μήπως τελικά η «λύση» για τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι ούτε οι διορθωτικές κινήσεις, ούτε τα νέα πακέτα εξαγγελιών, ούτε καν η γνωστή καταφυγή στην «καλύτερη επικοινωνία»; Μήπως είναι κάτι πολύ πιο απλό  και ταυτόχρονα πολύ πιο βολικό; Μια αθόρυβη, σχεδόν ευγενική αλλαγή φρουράς, όπου όλα αλλάζουν ώστε να μείνουν ακριβώς τα ίδια;

Η ιδέα δεν είναι καινούργια. Αντιθέτως, είναι από αυτές τις πολιτικές λύσεις που έχουν δοκιμαστεί ξανά και ξανά, με αξιοθαύμαστη αντοχή στον χρόνο. Όταν η φθορά αρχίζει να γίνεται αισθητή, όταν η κοινωνία δείχνει να κουράζεται και όταν τα επιχειρήματα αρχίζουν να επαναλαμβάνονται με μια ελαφριά απόγνωση, τότε εμφανίζεται η «ανανέωση». Όχι εκείνη που απαιτεί ρήξεις, αναθεωρήσεις και δύσκολες αποφάσεις  αλλά η άλλη, η πιο πρακτική: αλλάζουμε πρόσωπο, κρατάμε την πορεία, και ελπίζουμε ότι το κοινό θα εκτιμήσει την προσπάθεια.

Advertisement
Advertisement

Άλλωστε, η πολιτική όπως έχει αποδειχθεί δεν είναι μόνο ζήτημα ουσίας. Είναι και θέμα εικόνας. Και η εικόνα, ως γνωστόν, φθείρεται πιο γρήγορα από την πραγματικότητα. Ένα πρόσωπο που μέχρι χθες παρουσιαζόταν ως εγγύηση σταθερότητας, μπορεί ξαφνικά να αρχίσει να μοιάζει κουρασμένο, επαναλαμβανόμενο, ίσως και λίγο προβλέψιμο. Όχι απαραίτητα επειδή άλλαξε κάτι δραματικά, αλλά επειδή το βλέμμα του κοινού μετατοπίστηκε.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η «κομψή έξοδος» αποκτά σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Δεν υπάρχει σύγκρουση, δεν υπάρχει κρίση, δεν υπάρχει παραδοχή αποτυχίας. Υπάρχει απλώς μια ήρεμη μετάβαση, μια σκυταλοδρομία χωρίς ιδρώτα. Ο απερχόμενος ηγέτης αποχωρεί με αξιοπρέπεια, γεμάτος ευχαριστίες και αναφορές στην «προσφορά του», ενώ ο επόμενος εμφανίζεται ως φυσική συνέχεια — αλλά και ταυτόχρονα ως κάτι καινούργιο. Ένα πολιτικό οξύμωρο που, παρ’ όλα αυτά, λειτουργεί.

Το αφήγημα είναι σχεδόν πάντα ίδιο. «Ακούμε την κοινωνία». «Ανοίγουμε ένα νέο κεφάλαιο». «Συνεχίζουμε με ευθύνη». Φράσεις που μοιάζουν να έχουν γραφτεί για κάθε πιθανή περίσταση, ώστε να χρησιμοποιούνται χωρίς να χρειάζεται να εξηγηθεί τίποτα συγκεκριμένο. Είναι το πολιτικό ισοδύναμο της μουσικής υπόκρουσης σε ένα ασανσέρ: υπάρχει για να γεμίζει τον χώρο, όχι για να τραβάει την προσοχή.

Και κάπως έτσι, η αλλαγή παρουσιάζεται ως πράξη γενναιότητας. Σαν μια δύσκολη, αλλά αναγκαία απόφαση. Σαν να σηκώθηκε κάποιος ένα πρωί και είπε: «Φτάνει, πρέπει να κάνω πίσω για το καλό της παράταξης και της χώρας». Στην πραγματικότητα, όμως, η εικόνα θυμίζει περισσότερο μια προσεκτικά σκηνοθετημένη μετακίνηση, όπου τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη. Οι ρόλοι έχουν μοιραστεί εκ των προτέρων, οι δηλώσεις έχουν ζυγιστεί, και το μόνο που απομένει είναι να εκτελεστεί το σχέδιο χωρίς απρόοπτα.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή τη διαδικασία είναι η υπόσχεση της «νέας αρχής». Μια υπόσχεση που σπάνια συνοδεύεται από σαφές περιεχόμενο, αλλά πάντα συνοδεύεται από υψηλές προσδοκίες. Ο νέος επικεφαλής καλείται να ενσαρκώσει την αλλαγή, χωρίς όμως να διαταράξει τη συνέχεια. Να πείσει ότι κάτι διαφορετικό ξεκινά, χωρίς να αμφισβητήσει όσα προηγήθηκαν. Είναι μια ισορροπία σχεδόν ακροβατική  και γι’ αυτό τόσο εντυπωσιακή όταν πετυχαίνει.

Βέβαια, υπάρχει και το άβολο ερώτημα που σπάνια τίθεται ανοιχτά: αν το πρόβλημα εντοπίζεται στο πρόσωπο, τότε γιατί διατηρείται αλώβητη η πολιτική; Και αν, αντίθετα, η πολιτική είναι σωστή, τότε γιατί χρειάζεται αλλαγή προσώπου; Είναι από εκείνα τα διλήμματα που δεν απαντώνται εύκολα, κυρίως γιατί δεν εξυπηρετούν ιδιαίτερα το αφήγημα.

Advertisement

Αντί γι’ αυτό, η συζήτηση μετατοπίζεται αλλού. Στο «νέο ξεκίνημα», στην «ενότητα», στην «ανάγκη να προχωρήσουμε μπροστά». Έννοιες ευρύχωρες, που μπορούν να φιλοξενήσουν κάθε πιθανή ερμηνεία. Και όσο πιο αόριστες είναι, τόσο πιο εύκολα γίνονται αποδεκτές.

Δεν είναι, φυσικά, κάτι που αφορά μόνο μια συγκεκριμένη περίπτωση ή έναν συγκεκριμένο πολιτικό. Είναι μια ευρύτερη κουλτούρα διαχείρισης της φθοράς. Μια στρατηγική που βασίζεται στην παραδοχή ότι οι πολίτες δεν ζητούν απαραίτητα βαθιές αλλαγές — ή, τουλάχιστον, ότι μπορούν να πειστούν πως μια αλλαγή προσώπου είναι αρκετή για να τις υποκαταστήσει.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία. Ότι μια διαδικασία που παρουσιάζεται ως «ανανέωση» μπορεί να λειτουργεί ακριβώς ως μηχανισμός διατήρησης. Ότι το καινούργιο χρησιμοποιείται για να προστατεύσει το παλιό. Ότι η αλλαγή γίνεται το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για να μη χρειαστεί να αλλάξει τίποτα ουσιαστικό.

Advertisement

Φυσικά, όλα αυτά προϋποθέτουν ένα κοινό πρόθυμο να συμμετάσχει στο παιχνίδι. Να δεχτεί τη νέα αφήγηση, να επενδύσει στις νέες προσδοκίες, να δώσει χρόνο στο «καινούργιο» να αποδείξει την αξία του. Και συχνά, αυτό το κοινό υπάρχει. Όχι απαραίτητα επειδή πείθεται πλήρως, αλλά επειδή η εναλλακτική η παραδοχή ότι τίποτα δεν αλλάζει είναι πολύ πιο δύσκολη.

Έτσι, ο κύκλος επαναλαμβάνεται. Ένα πρόσωπο φθείρεται, ένα άλλο αναδεικνύεται, και η ιστορία συνεχίζεται. Με μικρές παραλλαγές, με διαφορετικές λεπτομέρειες, αλλά με την ίδια βασική δομή. Σαν μια σειρά που αλλάζει πρωταγωνιστές αλλά κρατά το ίδιο σενάριο, ελπίζοντας ότι το κοινό θα συνεχίσει να παρακολουθεί.

Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό ερώτημα: όχι αν μια τέτοια αλλαγή μπορεί να λειτουργήσει επικοινωνιακά – γιατί συχνά λειτουργεί – αλλά αν μπορεί να πείσει ότι αποτελεί πραγματική λύση. Όχι απλώς μια καλοστημένη εναλλαγή ρόλων, αλλά μια ουσιαστική απάντηση στα προβλήματα που υποτίθεται ότι καλείται να αντιμετωπίσει.

Advertisement

Μέχρι να δοθεί αυτή η απάντηση, η «αθόρυβη μετάβαση» θα παραμένει μια δελεαστική επιλογή. Όχι γιατί λύνει απαραίτητα τα προβλήματα, αλλά γιατί τα διαχειρίζεται με τρόπο που δεν ταράζει τα νερά. Και στην πολιτική, όπως φαίνεται, αυτό συχνά είναι αρκετό.

Ή τουλάχιστον, αρκετό μέχρι την επόμενη φορά που θα χρειαστεί μια νέα «αρχή».

Advertisement