Η συντονισμένη στρατιωτική επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου από πλευράς των αμερικανοϊσραηλινών δυνάμεων κατά του ιρανικού καθεστώτος με στοχευμένα πλήγματα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, σημεία-στόχους που συνδέονται με τη στρατιωτική υποδομή και το πυρηνικό πρόγραμμα καθώς και μεγάλα αστικά κέντρα δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως μεμονωμένο επεισόδιο – όπως και στην περίπτωση των ιρανικών αντιποίνων – παρά αντιπροσωπεύει μία πυκνή σημασιολογικά ιστορική στιγμή.

Η θεμελιώδης στα διεθνοπολιτικά τεκταινόμενα  έννοια της ισχύος, από κοινού με την εσχατολογικώς προσδιοριζόμενη ανάγκη της ύστατης επιβίωσης, συμπυκνώνεται σε πράξεις στρατιωτικής και πολιτικής επίδειξης οι οποίες λειτουργούν μεταβλητικά προς την υπάρχουσα αρχιτεκτονική τάξη του διεθνούς συστήματος – υπενθυμίζοντας ότι κάθε ενέργεια σε μία ρευστοποιημένη περιοχή αποκτά ταχέως διαστάσεις υπερβαίνουσες του άμεσου πεδίου της μάχης.

Advertisement
Advertisement

Από πλευράς του συμμαχικού άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ, η επίθεση εναντίον του καθεστώτος των Φρουρών της Επανάστασης παρουσιάζεται προς το διεθνές κοινό ως αναγκαία και αναπόφευκτη πράξη μίας ορθολογικής αποτρεπτικής στρατηγικής, πολλώ δε μάλλον ως προληπτική ενέργεια απέναντι σε μία εν εξελίξει αναθεωρητική απειλητική δύναμη που, εάν αφηνόταν ανεξέλεγκτη, θα είχε σύντομα την δυνατότητα να μεταβάλει απρόσκοπτα τον περιφερειακό συσχετισμό ισχύος πλήττοντας ζωτικά πολιτικοοικονομικά συμφέροντα.

Εν προκειμένω, η χρήση της ρητορικής της αναγκαιότητας είναι πέρα για πέρα αποκαλυπτική προς τον εκάστοτε σκεπτόμενο νου με κάθε κυνικό μα καθόλα ρεαλιστικό δυνητικό τρόπο: η δραματική επίκληση μίας κατάστασης «πολιορκούμενης ανάγκης» διά της μαζικής επικοινωνιακής προβολής της μέσω των προσκείμενων διεθνών διαύλων πληροφόρησης έρχεται εν τοις πράγμασι να δηλώσει ότι η αποστολή της επιβίωσης και η διατήρηση της απαραίτητης για την εκπλήρωση και προστασία των πάγιων οικονομικών συμφερόντων στρατηγικής υπεροχής προηγείται κάθε άλλης κανονιστικής ή διεθνοδικαϊκής αρχής. Η ιστορική πραγματικότητα αποδεικνύει το διαχρονικό αξίωμα ότι, εν τέλει, η οποιαδήποτε ηθική στέκεται ανήμπορη και μετέωρη μπροστά στο αδυσώπητο πρόταγμα της ρεαλιστικής πράξης.

Το ισραηλινό επιτελείο, φέροντας μία αδιαπέραστη ιστορική εμπειρία υπαρξιακών πολέμων και μία συσχετιζόμενη βεβαρημένη κοινωνική μνήμη, εκλαμβάνει και ερμηνεύει κάθε ποιοτική αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του θεοκρατικού καθεστώτος (όπως το πυρηνικό πρόγραμμα, η εμβέλεια των πυραυλικών συστημάτων κ.λπ.) ως ζωτική απειλή που – σε περίπτωση μη άμεσης απάντησης – θα είναι μη αναστρέψιμη.

Από τη δική της οπτική, η αμερικανική ηγεσία έχει εκφραστεί επανειλημμένα για την αδυναμία ανοχής απέναντι στο δυσμενές για τις αμερικανικές ηγεμονικές αξιώσεις σε πλανητικό επίπεδο σενάριο ανάδειξης ενός εχθρικού περιφερειακού πόλου-«αποσταθεροποιητή» που θα έχει την ολοκληρωτική ικανότητα είτε να περιορίσει την ελευθερία προβολής της δικής της ισχύος στην ευρύτερη περιοχή είτε να υπονομεύσει μοιραία το επίπεδο αποτρεπτικής αξιοπιστίας των συμμαχιών τους έναντι του πιθανολογικού ενδεχομένου ανάδειξης ενισχυμένων αντίπαλων αναθεωρητικών διακρατικών συμπράξεων.

Και στους δύο πόλους αυτής της συμμαχίας υπέρ της υπάρχουσας καθεστηκυίας τάξεως διακρίνεται ακριβώς η λογική πως η εμφορούμενη από δομικές ανησυχίες μεθοδευμένη και καλά οργανωμένη τρέχουσα στρατιωτική επέμβαση με χτυπήματα σε καίρια σημεία της ιρανικής επικράτειας υπερτερούν οποιουδήποτε κανονιστικού πλαισίου – πολλώ δε μάλλον των υπερεθνικών θεσμικών μηχανισμών που θα μπορούσαν να εμποδίσουν ή να μετριάσουν την έκταση μιας επιθετικής απόφασης.

Ανταπόδοση ως υπαρξιακή δήλωση…

Εντούτοις, οφείλεται ρεαλιστικώς τω τρόπω να αναγνωρισθεί ότι η άσκηση προληπτικής βίας εμπεριέχει δομικά την εγγενή αντίφαση μέσω της αντανακλαστικής προσπάθειας σταθεροποίησης. Εν ονόματι της αποτροπής δημιουργείται μία νέα κατάσταση αβεβαιότητας δεδομένου του γεγονότος ότι κάθε πλήγμα που αποσκοπεί στην εξουδετέρωση μίας απειλής παράγει ταυτόχρονα το κίνητρο της ανταποδοτικής εξισορρόπησης.

Advertisement

Το ιρανικό καθεστώς, ευρισκόμενο αντιμέτωπο με άμεση στρατιωτική πίεση και εκτεθειμένο σε μία μακρόχρονη επιχείρηση οικονομικής απομόνωσης, δεν θα μπορούσε τη δεδομένη στιγμή να παραμείνει αδρανές δίχως να διακινδυνεύσει ανοιχτά την δική του αξιοπιστία τόσο στο εσωτερικό όσο και προς τις φίλα προσκείμενες σε αυτό υπερσυστημικές δυνάμεις. Η ερμηνεία της ιρανικής επιχείρησης εφαρμογής αντιποίνων στο πεδίο έναντι καίριων αμερικανικών/δυτικών στόχων σε κράτη του μεσανατολικού γεωσυμπλόκου – είτε άμεσα είτε μέσω του δικτύου επιρροής του – δεν θα μπορούσε να σταθεί μονόπλευρα στο επίπεδο της στρατιωτικής απάντησης παρά χρειάζεται να επεκταθεί παραπέρα: στην ανάγκη υπαρξιακής δήλωσης.

Ειδικότερα, η ανεπαρκής απάντηση από πλευράς ενός απειλούμενου κρατικού υποκειμένου στα δεχόμενα πλήγματα προκαλεί τον κίνδυνο επικράτησης μίας εικόνας πολυπαραγοντικής ευαλωτότητας με ποικίλους δέκτες – σε ένα περιβάλλον όπου η αδράνεια μπορεί να αποδοθεί σε αδυναμία και η επίδειξη αντοχής σε μοιραία πολιτική αναγκαιότητα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τόσο η διαχρονική επιδίωξη στρατηγικού βάθους με την κατασκευή παρακρατικών proxies στην γεωπολιτική ζώνη του εγγύτερου εξωτερικού όσο και οι κινήσεις τεχνολογικής προόδου σε πυρηνικές και βαλλιστικές ικανότητες αποτελούν εργαλεία μιας συγκροτημένης προσπάθειας αντιστάθμισης της ήδη υπάρχουσας και παραδεδεγμένης αντίπαλης υπεροχής. Η αντανακλαστική αντίδραση γίνεται εδώ αντιληπτή ως διαδικασία επιβεβαίωσης μιας αδιαμφισβήτητα αναμενόμενης ανταπόδοσης με σκοπό την προάσπιση της ασφάλειας (και, βεβαίως, την επιβίωση του καθεστώτος).

Δομική κλιμάκωση και διεθνής αναρχία…

Συνεπώς, διαβλέπεται ότι η παρούσα πολεμική κρίση έχει αποκτήσει δομικά χαρακτηριστικά ενώ κάθε πλευρά επικαλείται εν είδει νομιμοποίησης των αποφάσεών της την αμυντική πρόληψη, την ίδια ακριβώς στιγμή που κανένας δρώντας δεν αυτοπροσδιορίζεται ως επιθετικός. Ωστόσο, μία πρόχειρη αθροιστική απόπειρα των αντιπαραβαλλόμενων αμυντικών ενεργειών συγκροτεί μία δυσοίωνη πολεμική κλιμάκωση με αβέβαιες συνέπειες, καθώς η εκατέρωθεν επιδίωξη της απόλυτης ασφάλειας παράγει ρευστότητα και γενικευμένη ανασφάλεια με διακύβευμα την περιφερειακή σταθερότητα στο σύνολό της.

Advertisement

Η προάσπιση της υπάρχουσας ισχύος και η επιδίωξη νέας λειτουργεί – για ακόμη μία φορά – ως δρομολογητής των εξελίξεων εφόσον σε ένα έννομο αλλά άναρχο κρατοκεντρικό διεθνές περιβάλλον οντολογικά ανασφαλές, η ανυπαρξία μίας υπερεθνικής ρυθμιστικής εξουσίας επιβάλλει αναπόφευκτα τους δικούς της κυνικούς κανόνες – με κάθε κρατικό δρώντα να αναλαμβάνει κατά μόνας το βάρος της ευθύνης για υπαρξιακή επιβίωση και την ασφάλεια ως αποτέλεσμα ατέρμονης συσσώρευσης ισχύος και διεθνούς αξιοπιστίας ή κύρους.

Η αλυσίδα γεγονότων στη χρονική διάρκεια των τελευταίων εικοσιτετραώρων καθιστούν αντιληπτό τον μη στατικό χαρακτήρα της ισορροπίας ισχύος και την κατανόηση της δυναμικής διαδικασίας που περιβάλλει την πολεμική εξέλιξη ως ευμετάβλητο πεδίο συνεχούς διαπραγμάτευσης, πίεσης και αποτρεπτικής βίας.

Ως εκ τούτου, η στοχευμένη επίθεση των αμερικανοϊσραηλινών δυνάμεων δύναται να ιδωθεί ως μία αποφασιαρχική ενέργεια αποκατάστασης μίας ήδη διαταραγμένης ισορροπίας – με το εν προκειμένω υλικό ή/και ηθικό κόστος της μη δράσης έναντι της δυνητικής εδραίωσης μίας καταστρεπτικής ιρανικής πυρηνικής στρατιωτικής ικανότητας να θεωρείται δυσβάσταχτο συγκριτικά με το τίμημα ενός προληπτικού πλήγματος υπεράνω πανανθρώπινων αξιακών επιταγών.

Advertisement

Πολυκεντρική ρευστότητα…

Στο ίδιο μήκος κύματος, πρέπει να εμπεδωθεί στην πράξη ότι η μεσανατολική σύγκρουση δεν εκτυλίσσεται εν κενώ, από τη στιγμή που οι λοιπές αναθεωρητικές περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις παρακολουθούν τα όσα συμβαίνουν και προχωρούν σε προσεκτικές σταθμίσεις. Αφενός, το ρωσικό ιθύνον επιτελείο αντιμετωπίζει το καθεστώς της Τεχεράνης ως κρίσιμο παράγοντα σε μία ευρύτερου χαρακτήρα γεωστρατηγική εξίσωση που θέτει υπό ανοιχτή αμφισβήτηση τη δυτική επιρροή στον ευρασιατικό χώρο και, εν γένει, τις ηγεμονικές της αξιώσεις σε πλανητικό επίπεδο. Κατ’ αυτόν τον εργαλειοποιητικό τρόπο, η Μόσχα δείχνει να υπεραμύνεται του δικαιώματος του ιρανικού κράτους για προστασία της ανεξάρτητης υπόστασής του – που σημαίνει αυτομάτως την επιβίωση του εμφορούμενου από αντιδυτικά αισθήματα θεοκρατικού καθεστώτος στην εξουσία.

Από την άλλη πλευρά, το Πεκίνο συνδέει άμεσα το Ιράν με κρίσιμες και αναγκαίες για την κινεζική οικονομία ενεργειακές ροές, από κοινού μάλιστα με το συμφέρον της διατήρησης μίας σταθερότητας σε μία γεωγραφική ζώνη υψίστης γεωπολιτικής σημασίας για τις πλανητικές εμπορικές αξιώσεις του αναδυόμενου κινεζικού παράγοντα (βλέπε Belt and Road Initiative).

Το ενδεχόμενο μίας διπλωματικής ή/και υλικής στήριξής από πλευράς τόσο της Κίνας όσο και της Ρωσίας προς αποδυνάμωση του αμερικανοϊσραηλινού μετώπου ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης και την έξαρση της ήδη υπάρχουσας αβεβαιότητας ένεκα της μεταβολής του υπολογισμού κόστους-οφέλους όλων των εμπλεκόμενων μερών.

Advertisement

Τέλος, δεν πρέπει να λησμονηθεί επ’ ουδενί ότι η οποιαδήποτε αλλαγή σε επίπεδο ισχύος του ιρανικού καθεστώτος υπέρ των αμερικανοϊσραηλινών αξιώσεων πρόκειται να επιδράσει υπονομευτικά προς τη θέση και την κατοχυρωμένη επί σειρά ετών γεωπολιτική υπεραξία και του τουρκικού παράγοντα στο μεσανατολικό προσκήνιο, ιδίως εάν ληφθεί ιστορικά υπόψιν η αλματώδης άνοδος της σπουδαιότητας του ρόλου της Τουρκίας στους αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς του Ψυχρού Πολέμου και εντεύθεν αμέσως μετά την πτώση του ανοιχτά φιλοδυτικού καθεστώτος του Σάχη και την εδραίωση της Ισλαμικής Επανάστασης – η οποία σήμανε την αναπόφευκτη απώλεια της ιρανικής επικράτειας από την αγγλοσαξονική σφαίρα πολιτικοοικονομικής και στρατιωτικής επιρροής.  

Advertisement

Εξ όσων, λοιπόν, έχουν αναφερθεί, η προκύπτουσα ένταση αδυνατεί να ερμηνευθεί εκτός της υπάρχουσας χρονικοϊστορικής μεταβατικής συγκυρίας προς μία πιο πολυκεντρική διεθνή τάξη όπου οι περιφερειακές συγκρούσεις λειτουργούν περισσότερο ως δοκιμασία αντοχής των άμεσων και έμμεσων συγκρουόμενων ισχύων.

Διεθνοδικαϊκή ηθική vs Ανάγκη επιβίωσης…

Πέραν της εμπειρικής ανάλυσης των αντιπαρατιθέμενων στρατηγικών υπολογισμών, κρίνεται απαραίτητο να μετατοπισθεί εκ νέου το κέντρο βάρους της επικρατούσας συζήτησης στο διαχρονικό ζήτημα που διατρέχει το σύνολο της διεθνοπολιτικής ιστορίας περί του ποια είναι τα πραγματικά περιθώρια της ηθικής αρχής να λειτουργεί ως ρυθμιστική αρχή, σε ένα ζωώδες περικείμενο όπου η επιβίωση αποτελεί την εσχατολογική έκφραση της απόλυτης προτεραιότητας.

Η εκκωφαντική ανυπαρξία μίας παγκόσμιας αρχής επιβολής ορίζει τα κράτη αυτά καθ’ αυτά στη θέση των τελικών κριτών των ενεργειών που συντείνουν, με τη σειρά τους, προς την επιτυχή κατοχύρωση της ασφαλούς τους διαβίωσης. Το άκρως ενδιαφέρον στοιχείο που δύναται να διακριθεί εντός αυτής της πραγματικότητας είναι ακριβώς το ότι τόσο η ρητορική επίκλησης των διεθνοδικαϊκών προταγμάτων, η ανάδειξη της διεθνούς σταθερότητας και ασφάλειας σε ύψιστο καθήκον όσο και το ειρηνοποιητικό αφήγημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όχι μόνο δεν εξαλείφεται αλλά διαφαίνεται πως ενσωματώνεται αρμονικά και κατά το δοκούν στον λόγο των ιθυνόντων ως εργαλείο νομιμοποίησης μέσων και σκοπών, μέχρι τη στιγμή που η απειλή εξελίσσεται σε υπαρξιακό κίνδυνο και η κανονιστική διάσταση υποτάσσεται μπροστά στις επιταγές της αυτοσυντήρησης.

Advertisement

Και πάλι, η ηθική επιχειρηματολογία όχι μόνο δεν αναιρείται αλλά μετατοπίζεται νομοτελειακά σε μία δευτερογενή, «απορομαντικοποιημένη» πλέον ανάλυση των διεθνών πραγμάτων και επιστρατεύεται στον εκάστοτε πολιτικό λόγο – υποτασσόμενη πλήρως στην προτεραιότητα της λογικής της αναγκαιότητας.

Δελεαστικός μαξιμαλισμός και συγκρατημένος ορθολογισμός…

Κλείνοντας με κάποιες ρεαλιστικές παραδοχές και εκτιμήσεις, η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση και τα ιρανικά αντίποινα στην ευρύτερη περιοχή – με αποκορύφωμα αυτών το κλείσιμο των ιδιαίτερης γεωοικονομικής σημασίας για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας Στενών του Ορμούζ – δεν πρέπει να αναγνωσθούν βεβιασμένα ως γεγονότα με αμιγώς στρατιωτική φύση. Τουναντίον, αποτελούν εκδήλωση μίας βαθύτερης δομικής πραγματικότητας όπου η ισχύς προηγείται κάθε κανονιστικής αντίληψης, ενόσω το άναρχο διεθνές σύστημα εξακολουθεί να αποτελεί ανασφαλές πεδίο διαρκούς ανταγωνισμού και αποφασιστικής επικράτησης στην αέναη πλανητική αναμέτρηση.

Σε ένα δεύτερο στάδιο ανάλυσης, η στρατηγική εμμονή του Τελ Αβίβ περί ολοκληρωτικής εξολόθρευσης του ιρανικού καθεστώτος φαίνεται να συγκροτείται πέριξ της εγγενούς αντιλήψεως της σημερινής ισραηλινής ηγεσίας για την ανάγκη απαλλαγής από έναν κατεξοχήν αναθεωρητικό παράγοντα που όχι μόνο επιδιώκει συστηματικά την ανατροπή της υπάρχουσας ισορροπίας ισχύος εις βάρος των ισραηλινών συμφερόντων αλλά και αποτελεί έναν ξεκάθαρο υπαρξιακό κίνδυνο σχετικά με το μέλλον του ισραηλινού κράτους.

Η απειλή της παρουσίας του θεοκρατικού καθεστώτος δεν εκλαμβάνεται ως συγκυριακή ή ως θέμα υπό διαπραγμάτευση εν μέσω άσκησης ελεγχόμενης πιέσεως παρά ενσωματώνεται ταυτοτικά στο ευρύτερο ιδεολογικό αφήγημα της ισραηλινής εθνικής ασφάλειας ως ανοιχτή πρόκληση που πρέπει να εξουδετερωθεί. Ένας τέτοιος στρατηγικός σκοπός απαιτεί εκτεταμένη και ενδεχομένως χρονοβόρα χερσαία εμπλοκή – ακολουθούμενη τόσο από υψηλά οικονομικά και πολιτικά κόστη διενέργειας των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατοχής όσο και από ένα σαφές έλλειμμα διεθνούς νομιμοποίησης – καθώς και μία ισχυρή μεταβολή των κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών ισχύος στο εσωτερικό της ιρανικής επικράτειας μέσα από την εκδήλωση μίας μαζικής λαϊκής κινηματικής εξέγερσης που θα έφερε την αποτελεσματική ικανότητα για πρόκληση αποφασιστικού ρήγματος στον ιρανικό κρατικό μηχανισμό και, εν συνεχεία, την ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος.

Στον αντίποδα, η εμφανής διαφοροποίηση του αμερικανικού ιθύνοντος επιτελείου ως προς την χρονική έκταση και την τελική έκβαση της στρατιωτικής επιχείρηση έγκειται στην πρόκριση μίας περιορισμένης μεταβολής στην κεφαλή της ιρανικής εξουσίας διά της απομάκρυνσης των υπερσυντηρητικών στοιχείων και την προώθηση των πιο μετριοπαθών και διαλλακτικών δυνάμεων του υπάρχοντος ιρανικού καθεστώτος – χωρίς, ωστόσο, την ολοκληρωτική αποδόμηση των κρατικών δομών που θα προκαλούσε ένα ανυπολόγιστο κενό εξουσίας και την ανεξέλεγκτη αποσταθεροποίηση του μεσανατολικού γεωγραφικού συστήματος (δεδομένου του ιστορικού προηγούμενου του Ιράκ).

Σε αντίθεση, δηλαδή, με τον μαξιμαλιστικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης ισραηλινής οπτικής επί του ζητήματος καθώς και το υψηλό ρίσκο της προτάσεως αυτής, η επιδίωξη του εξαναγκασμού της ιρανικής ηγεσίας σε μία φίλα προσκείμενη προς τα δυτικά συμφέροντα συμπεριφορική προσαρμογή διά της αναδιάταξης σε επίπεδο κορυφαίων στελεχών – όπως ενδέχεται να συμβεί μετά την επιτυχή επιχείρηση εξόντωσης του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη Αλί Χαμενεΐ –  ομοιάζει με ορθολογική επιλογή που διατηρεί τη στρατιωτική δράση εστιασμένη και σε απόσταση ασφαλείας από μη διαχειρίσιμες τροπές.

Έτι περαιτέρω, η ανορθολογική φύση της συγκεκριμένης ισραηλινής στόχευσης για ριζική αλλαγή του καθεστώτος της Τεχεράνης και αντικατάσταση αυτού έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι προσκρούει στην ιδιαίτερη κοινωνικοπολιτική ιρανική πραγματικότητα. Ειδικότερα, το πληγμένο θεοκρατικό σύστημα εξουσίας δείχνει να διαθέτει ακόμα ένα μέρος από τις μέχρι πρότινος βαθιές ρίζες στο σύνολο της θρησκευόμενης και συντηρητικής περιφέρειας καθώς και σε τμήματα των μεγάλων αστικών κέντρων, όντας εδραιωμένο επί μακρόν σε ένα πυκνό και αποκεντρωμένο πλέγμα μηχανισμών ασφαλείας και κοινωνικής επιτήρησης που κατοχυρώνει την ανθεκτικότητά του, τουλάχιστον προς στιγμή. Δεν θα πρέπει, μάλιστα, να λησμονηθεί η εκδοχή του φαινομένου της κοινωνικής συσπείρωσης πέριξ της μεταρρυθμιστικής πτέρυγας του σημερινού καθεστώτος – σε περίπτωση μαζικής εξωτερικής απειλής εναντίον των πάγιων και εσχατολογικών ιρανικών συμφερόντων – ως ένα ακόμη εκ των πιθανών σεναρίων στο προσεχές μέλλον, δεδομένου ότι οι εξελίξεις στο πολεμικό πεδίο είθισται εμπειρικοϊστορικά να λειτουργούν συνεκτικώς τω τρόπω μεταξύ και παραδοσιακά αντίθετων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Συνολικά, η επικρατούσα συζήτηση περί της έκτασης των ενδεχόμενων αλλαγών στο υπάρχον ιρανικό καθεστώς δείχνει να βρίσκεται στο εσωτερικό του πυρήνα της αμερικανοϊσραηλινής στρατηγικής στοχοθεσίας, με τις όποιες ποιοτικές και ποσοτικές προσεγγιστικές διαφοροποιήσεις να αποκτούν καταλυτική σημασία για την συνολική έκβαση της τρέχουσας μεσανατολικής σύγκρουσης – για την οποία τίποτα δεν μπορεί ακόμα να λεχθεί με απόλυτη βεβαιότητα…