Aθήναι είναι εκείναι που βλέπεις από χιλίας παρόδους της οδού Σταδίου τον Λυκαβηττόν» έγραφε σε πρωτοσέλιδο χρονογράφημα η εφημερίδα «Καιροί» το 1908.

Ο λόφος του Λυκαβηττού δικαίως σήμερα αναγνωρίζεται ως το αστικό δάσος του κέντρου της Αθήνας αλλά η μορφολογία του δεν ήταν πάντα έτσι. Ο  Λυκαβηττός ήταν ένας βραχώδης λόφος που είχε δύο κορυφές εκ των οποίων η μία είχε μετατραπεί στα μέσα του 19ου αιώνα επί Οθωνικής Βασιλείας σε λατομείο, όπως και όλα τα βραχώδη υψώματα γύρω από την πόλη λόγω του οικοδομικού οργασμού που ακολούθησε μετά την επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

Advertisement
Advertisement

Εθνικές Γαίες και νόμος «Περί προικοδοτήσεως» του 1835

Μετά την Ανεξαρτησία του Ελληνικού κράτους, οι γαίες που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο «επαναστατικώ δικαίω» και στην ουσία εθνικοποιήθηκαν. Πρόκειται για δημόσια κτήματα τις ονομαζόμενες «Δημόσιες ή Εθνικές Γαίες» που ήταν κατά κύριο λόγο «καλλιεργήσιμες, δασώδεις ή καλλιεργημένες εκτάσεις» που πριν την Επανάσταση ανήκαν στο Τουρκικό δημόσιο και ουσιαστικά προορίζονταν για εθνικούς σκοπούς δηλαδή να δοθούν σε ακτήμονες αγρότες.

Στο πλαίσιο αυτό της «κοινωνικής πολιτικής» που προσπάθησε να εφαρμόσει η Αντιβασιλεία, θεσπίστηκε ο νόμος (ΦΕΚ 2Α /19.06.1835). περί “Προικοδοτήσεως”. Κάθε οικογένεια  θα λάβαινε ένα γραμμάτιο 2.000 δραχμών με το οποίο είχε τη δυνατότητα να αγοράσει γη, η έκταση της οποίας ποίκιλε με βάση τη θέση και τη γονιμότητά της. Το ποσό αυτό έπρεπε να αποπληρωθεί σε 36 έτη, ενώ στο ποσό της αποπληρωμής συμπεριλαμβανόταν και η φορολογική επιβάρυνση της δεκάτης. Δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι κάτοικοι της χώρας -αυτόχθονες και ετερόχθονες- γενικώς όσοι συμμετείχαν στον πόλεμο της ανεξαρτησίας καθώς και φιλέλληνες.

Όμως η εξέλιξη της ρύθμισης αυτής δεν προχώρησε ακριβώς σύμφωνα με το γράμμα του νόμου. Πολλές εθνικές γαίες μπήκαν ως υποθήκη για τα δάνεια που είχαν συναφθεί με αγγλικές τράπεζες την περίοδο 1824-1825 από τις επαναστατικές κυβερνήσεις, κυρίως όμως εξυπηρέτησαν ατομικά συμφέροντα ημετέρων ή κάποιων εύπορων Ελλήνων που έψαχναν να αγοράσουν γη και άρχισε ένα κερδοσκοπικό όργιο αγοραπωλησιών.

Πανοραμική άποψη της Αθήνας, μεταξύ του 1872 και του 1873, από το ύψος της Ακρόπολης. πηγή wikimedia commons

Ο αρχιτέκτονας Σταμάτης Κλεάνθης, πρώτος ιδιοκτήτης του Λυκαβηττού

Μετά την απόφαση μεταφοράς της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους στην Αθήνα, δημιουργήθηκε οικιστικό αδιέξοδο καθώς η Αθήνα ήταν ένα άθλιο χωριό, στην κυριολεξία «λίθοι και πλίνθοι και ξύλα και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα». Τότε πολλοί πρόλαβαν και αγόρασαν οικόπεδα από Τούρκους και ντόπιους οικοπεδούχους σε ξεφτιλιστικές τιμές, τα οποία στην συνέχεια, όταν έγινε η μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα, μοσχοπούλησαν διότι η ανάγκη για οικοδομές ήταν τεράστια.

Οι σπουδαίοι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης (1802-1862) και ο Γερμανός συνάδελφός και φίλος του, Έντουαρντ Σάουμπερτ (1804 – 1860), που κλήθηκαν από την Αντιβασιλεία το Μάϊο του 1832 να αναλάβουν το σχέδιο και τον εξωραϊσμό της Αθήνας ώστε να καταστεί μία αξιοπρεπής πρωτεύουσα –  και θα καθίστατο εάν το σχέδιό τους υλοποιείτο – είναι από τους ανθρώπους οι οποίοι είχαν αποκτήσει την κυριότητα μεγάλων εκτάσεων γης στην Αθήνα τις οποίες πουλούσαν πολύ ακριβά αμέσως μετά την ανακήρυξη της ως πρωτεύουσας του κράτους.

Ο Κλεάνθης ανάμεσα στις ιδιοκτησίες που είχε στην κατοχή του, συμπεριλαμβανόταν μια μεγάλη έκταση στο Λυκαβηττό αποκαλούμενη «μικρός Λυκαβηττός» ή «Σχιστή πέτρα» η οποία απέληγε στην σημερινή Πανεπιστημίου και είχε δημιουργήσει «λιθοτομείο» το οποίο χρησιμοποιούσε, όπως και άλλα λατομεία που είχε αγοράσει, για λατόμευση πέτρας και μαρμάρου τα οποία εμπορευόταν και του χρησίμευαν στις επενδύσεις των κτιρίων που έκτιζε.

Advertisement
Η Πλατεία Συντάγματος στις αρχές του 20ου αιώνα – πηγή commons wikimedia

Όμως το 1836 απαγορεύτηκε η λατόμευση, γεγονός που μάλλον οδηγεί σε οικονομικό αδιέξοδο τον Κλεάνθη καθώς την ίδια χρονική περίοδο γίνεται αναγκαστική κατάσχεση περιουσίας του και βγαίνουν σε πλειστηριασμό μεγάλες εκτάσεις ιδιοκτησίας του στην Αττική για κάλυψη χρέους 40.000 δρχ, προς τον, ως τότε φίλο, συνάδελφό και συνεργάτη του, Έντουαρντ Σάουμπερτ. (Εφημ. Αθηνά, «Κοινοποιήσεις Πλειστηριασμών» 30.10.1836, τ. 375). Λίγους μήνες μετά, αρχές του 1837, νοικιάζει το σπίτι του στην οδόν Θόλου στην Πλάκα για τις ανάγκες στέγασης του νεοσύστατου πανεπιστημίου, με μηνιαίο μίσθωμα 5.500 δρχ., όταν ο μισθός ενός καθηγητή ήταν 250-350 δρχ.

Έκτοτε, ασχολήθηκε κυρίως με τις κατασκευές ιδιωτικών αρχοντικών κατοικιών που άφησαν εποχή για την καλαισθησία τους. Από το 1840 – όταν επετράπη εκ νέου η λατόμευση – και μέχρι τον θάνατό του, ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με την ανεύρεση λατομείων και τις επιχειρήσεις μαρμάρων, στην Πάρο και την Τήνο. Αν και θεωρήθηκε μέγας επιχειρηματίας της εποχής του, λέγεται ότι οι επιχειρήσεις μαρμάρου της Τήνου τον έριξαν έξω οικονομικά και ο Κλεάνθης περιήλθε σε μεγάλη οικονομική δυσχέρεια.  Το 1847, για δεύτερη φορά, βγαίνει σε πλειστηριασμό η ακίνητη περιουσία του για δάνειο που είχε συνάψει το 1842 με κάποιον Α. Χατζόπουλο, πιθανότατα τοκογλύφο. (Εφημ. Αθηνά, Κοινοποιήσεις Πλειστηριασμών 10.5.1847, τ. 778).

Πέθανε πάμπτωχος στις 19 Απριλίου 1862, ο δε θάνατός του προήλθε από ατύχημα σε ένα από τα λατομεία του.

Advertisement

Ο Κλεάνθης πουλάει τον λόφο στον Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο.

Ένας από τους εύπορους Έλληνες που έψαχναν και αγόρασαν «εθνικές γαίες» ήταν και ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος (1780-1874), μέγας διπλωμάτης και γιατρός, που υπηρέτησε ως γενικός πρόξενος της Ρωσίας μέχρι το 1862 και αργότερα επί Γεωργίου Α΄ έγινε Σύμβουλος της Επικρατείας μέχρι το θάνατό του το 1874.

Ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος είχε αγοράσει γη στην Αθήνα από τους Τούρκους, πριν ακόμα αποφασιστεί αν θα είναι πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, αλλά στην ιδιοκτησία του συμπεριλαμβανόταν και τεράστιες εκτάσεις στην Εύβοια, κυρίως Ωρωπό και νήσοι Πεταλιοί, στον νότιο Ευβοϊκό κόλπο που ανήκαν τον Ομέρ Πασσά της Καρύστου την εποχή της Τουρκοκρατίας όπως και όλη η Εύβοια.

 Ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος ισχυριζόταν ότι αγόραζε την γη για να φύγουν γρηγορότερα οι Τούρκοι από την Αττική. Αν και αυτό έχει δόση αλήθειας, να πούμε και την υπόλοιπη δόση η οποία ήταν ότι για όσα ακίνητα είχε στην κατοχή του, τα οποία τελικά δεν μπήκαν στο σχέδιο πόλεως, διεκδικούσε αποζημιώσεις. Ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος ανάμεσα στις μεγάλες αγορές γης που είχε κάνει  στην Αθήνα συμπεριλαμβανόταν και ο λόφος του Λυκαβηττού. Τον Λυκαβηττό, όπως θα δούμε παρακάτω, αγόρασε από τον Σταμάτη Κλεάνθη.

Advertisement

Όταν το 1874 ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος πέθανε, η περιουσία του κληρονομήθηκε από τα παιδιά του και τον λόφο του Λυκαβηττού κληρονόμησε ο δευτερότοκος γιός του, Κωνσταντίνος (1836-1908), ο οποίος είχε γεννηθεί στην Πάτρα και μετά την αποφοίτησή του από την στρατιωτική Σχολή της Αγίας Πετρούπολης έκανε καριέρα στον ρωσικό στρατό. Δεν πρόκειται για τον ιστορικό Κων/νο Παπαρρηγόπουλο ο οποίος ήταν γιός του Δημητρίου.

Άποψη από την Ακρόπολη, Φράνσις Μπέντφορντ, 1862 πηγή commons wikimedia

Ο Κωνσταντίνος Ι. Παπαρρηγόπουλος ζητά 25.000 αποζημίωση για να παραιτηθεί του δικαιώματος ιδιοκτησίας του Λυκαβηττού

Ο Κωνσταντίνος Ι. Παπαρρηγόπουλος το 1876 ήθελε μάλλον να ξεμπερδέψει με τον Λυκαβηττό, φυσικά με το αζημίωτο, μετά την μεγάλη ανησυχία που είχε ξεσπάσει στο κράτος σχετικά με το «μέλλον» του Λόφου καθώς οι συνεχείς εκρήξεις από την λατόμευση σε λίγο θα τον αφάνιζαν. Ζητούσε λοιπόν 25.000 δρχ. ώστε να παραιτηθεί του δικαιώματος ιδιοκτησίας του.

Η υπόθεση συζητήθηκε μετά από επερώτηση που κατατέθηκε στη Βουλή, στις 12 Ιανουαρίου 1877 (Πρακτικά Συνεδριάσεων ΝΖ΄ 12.1.1877, σ. 253-254). Στη συζήτηση τέθηκαν και ορισμένες απαράδεκτες αντιρρήσεις, όπως «περί μη αρχαιολογικής αξίας του λόφου», από κάποιους υπουργούς και βουλευτές ακόμα και από τον Γενικό Έφορο Αρχαιοτήτων. Ο πρώην πρωθυπουργός και βουλευτής Μεσολογγίου, Επαμεινώνδας Δεληγεώργης υποστήριξε στην αγόρευσή του ότι η υπόθεση είχε πάει στα δικαστήρια επί Ιωάννη Παπαρρηγοπούλου και το Δημόσιο καταδικάστηκε ερήμην, αλλά ο Παπαρρηγόπουλος δεν θεωρείται ακριβώς ιδιοκτήτης του λόφου διότι σύμφωνα με το αυστηρό Οθωμανικό Δίκαιο στα χρόνια της τουρκοκρατίας ίσχυε ότι «σε όποιο τόπο δεν πιάνει αλέτρι (δεν είναι καλλιεργήσιμος) δεν μπορεί να αποτελεί ιδιωτική κτήση αλλά ανήκει αποκλειστικά στο κράτος».

Advertisement

Έδινε το δικαίωμα όμως στους ιδιοκτήτες γης στους πρόποδες του λόφου, όπως ο Παπαρρηγόπουλος, να εκμεταλλεύονται το λόφο με την χρήση νερού των πηγών του και να προβαίνουν σε λατόμευση πέτρας. Όμως μόνο ο Παπαρρηγόπουλος εκμεταλλεύτηκε αυτό το τουρκικό έθιμο και ουδείς άλλος περίοικος, επεσήμανε ο Δεληγεώργης. Παρακάλεσε δε την Βουλή να συστήσουν στο υπουργείο να απαγορεύσει την λιθοτομία του λόφου,  να καταθέσουν τα έγγραφα της υπόθεσης για να εξεταστεί γιατί το Δημόσιο δεν παρέστη, να έρθουν σε συμβιβασμό με τον Παπαρρηγόπουλο.

Advertisement

Η δημόσια απάντηση του Κων/νου Ι.  Παπαρρηγόπουλου: «Εγώ είμαι ιδιοκτήτης του Λυκαβηττού. Ο Κλεάνθης τον είχε πουλήσει στον πατέρα μου».

Ο Κωνσταντίνος Ι. Παπαρρηγόπουλος μετά την έκταση που πήρε η υπόθεση και την εμπλοκή του ονόματός του, θεώρησε αναγκαίο να δώσει στην δημοσιότητα τις δικές του απαντήσεις. Με επιστολή του προς την εφημερίδα «Στοά» στις 22 Ιανουαρίου 1877, απαντούσε και στον  Επαμ. Δεληγεώργη ο οποίος είχε αμφισβητήσει στη Βουλή ότι ο Παπαρρηγόπουλος είναι κτήτορας όλου του Λυκαβηττού και ότι και το Δημόσιο έχει την κυριότητα μέρους του, το οποίο αγόρασε από τον Κλεάνθη ο οποίος δεν το είχε δωρίσει στο Δημόσιο (…).

Ο Κωνσταντίνος Ι. Παπαρρηγόπουλος στην επιστολή του ισχυρίζεται ότι κληρονόμησε τον λόφο από τον πατέρα του ο οποίος τον αγόρασε από τον «μακαρίτη» Κλεάνθη. Το 1853, όπως δηλώνει, ο πατέρας του θέλησε να δωρίσει το λόφο στο κράτος, αλλά η «μακαρίτισσα βασίλισσα Αμαλία» (sic) μόλις το πληροφορήθηκε εξέφρασε την απορία, «πώς ο Παπαρρηγόπουλος δωρίζει κάτι το οποίο το δημόσιο μπορεί να πάρει με την δικαστική οδό».

Τότε ο πατέρας του αγανακτισμένος, ανακάλεσε την δωρεά και προσέφυγε στα δικαστήρια τα οποία επιδίκασαν τον λόφο υπέρ αυτού, ενώ το Δημόσιο, το οποίο τελικά δεν δήλωσε παράσταση στη δίκη, καταδικάστηκε ερήμην σε αποξένωση του από το λόφο. Ισχυρίζεται ακόμα ότι πολλές φορές ο πατέρας του και ο ίδιος υπέβαλαν προτάσεις περί παραχωρήσεως του κτήματος αλλά διάφορες συγκυρίες δεν το επέτρεψαν τελικά. Μάλιστα αναφέρει ότι οι όροι παραχώρησης ήταν και οικονομικά συμφέροντες για το Δημόσιο, διότι, όπως  επισημαίνει, «σε πάρα πολλούς δόθηκαν αποζημιώσεις μεγάλες για να παραχωρήσουν γη που είχε αρχαιότητες και σε άλλους να καταστρέψουν ιστορικές τοποθεσίες που περιείχαν μνημεία».

Advertisement

Συγκινητική δημόσια έκκληση για έρανο από τον κορυφαίο γλύπτη Λεωνίδα Δρόση για την εξαγορά του λόφου

Συγκινητική ήταν η πρωτοβουλία του Λεωνίδα Δρόση (1834 ή 1836-1882) εκ των κορυφαίων γλυπτών μας, ο οποίος έκανε δημόσια έκκληση μέσω του Τύπου για την διάσωση του λόφου: «Ως Έλληνας καλλιτέχνης οφείλω, νομίζω, να φροντίσω και γω όπως βρεθεί λύση για την διάσωση, του μετά την ιερά Ακρόπολη ωραιοτάτου μνημείου των Αθηνών».

Θα προτείνει να γίνει έρανος και πρώτος εκείνος καταθέτει από το υστέρημά του 500 δρχ. για να μαζευτεί το ποσό που ζητούσε ο «ιδιοκτήτης» ως αποζημίωση σημειώνοντας ότι «προτιμώ να δω δέκα των αρίστων κτιρίων καταστρεφόμενα, τα οποία μπορούν με χρήματα να ξανακτιστούν, παρά να βλέπω κάθε μέρα τον λόφο σιγά-σιγά να αφανίζεται, γιατί αυτός δεν μπορεί να ξαναγίνει. Εφόσον το κράτος ελλείψει χρόνου και χρημάτων και η Αρχαιολογική Εταιρεία δεν μπόρεσαν να το πάρουν από τον ιδιώτη μένει σε μας τους πολίτες και τα σωματεία της Αθήνας να το πράξουμε».

Δεν θα αρκεστεί στις διαπιστώσεις. Συντάσσει μία οικονομική κατάσταση επιμερισμού εισφορών στην οποία προτείνει ποιοι, εκτός του Δημοσίου, πρέπει να συνεισφέρουν και με ποιο ποσό έκαστος, όπως τράπεζες, εκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα αλλά και ιδιώτες. Τον κατάλογο αυτό δημοσιοποιεί στον Τύπο:

Δημόσιο                    7.000 δρχ

Αρχαιολογική Εταιρία       5.000 δρχ

Δήμος Αθηναίων                 3.000 δρχ

Εθνική Τράπεζα            1.500 δρχ

Ι. Παπαρρηγόπουλος               1.500 δρχ

Ιονική Τράπεζα             1.000 δρχ

Βιομηχανική Τράπεζα          500 δρχ

Πιστωτική Τράπεζα                    500 δρχ

Αρσάκειο                            500 δρχ

Ριζάρειος Σχολή                500 δρχ

Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα         500 δρχ

Εθνικό Ορφανοτροφείο                     500 δρχ

Το Πανεπιστήμιο                    500 δρχ

Το Ζάππειο                         500 δρχ

«Τις δε υπόλοιπες 1.500 δρχ. να τις καταθέσουν οι ομογενείς και γείτονες του Λυκαβηττού, κύριοι Κούπας, Συγγρός κλπ. Αν προσφερθούν τα παραπάνω ποσά ο Λυκαβηττός μπορεί να θεωρηθεί σωσμένος» κατέληγε το σκεπτικό της πρότασής του. Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος που ήταν πρωθυπουργός εκείνο το διάστημα (Δεκ. 1876 έως Φεβρ.1877) δήλωσε στη Βουλή: «Αν η Βουλή θέλει να αγοράσουμε τον λόφον, δεν αντιτείνουμε». Η Βουλή αποδέχτηκε την πρόταση και αποφάσισε η κυβέρνηση να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προς απαγόρευση της λατόμησης ώστε να παύσει η καταστροφή του Λόφου.

Έτσι, το 1877 ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες αναδάσωσης του Λυκαβηττού και των άλλων λόφων της Αθήνας. Το 1886, ένα φιλόδοξο σχέδιο του Τσίλλερ που δωρεάν παραχώρησε στο κράτος περί εξωραϊσμού του Λόφου, θεωρήθηκε πολύ δαπανηρό από την κυβέρνηση Χαρ. Τρικούπη και δεν υλοποιήθηκε ποτέ.

Όσο για τα λατομεία, μόλις το 1960 (Απόφαση 5.8.1960) εγκρίθηκε η μεταφορά τους από την περιοχή του λεκανοπεδίου της πρωτεύουσας «εις καταλλήλους εκτός της περιοχής τούτου θέσεις».

Άποψη του Λυκαβηττού το 1920 από τον Φρεντερίκ Μπουασονάcommons wikimedia

Χριστίνα Φίλιππα

Συγγραφέας – Ερευνήτρια