Η έννοια της «αριστείας» αναδείχθηκε σε κεντρικό άξονα του πολιτικού λόγου της Νέα Δημοκρατία κατά την τελευταία δεκαετία, ιδίως υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Δεν αποτέλεσε απλώς ένα εύληπτο προεκλογικό σύνθημα, αλλά ένα σαφώς διατυπωμένο κανονιστικό πρόταγμα: την υπόσχεση μιας μετάβασης από τις παγιωμένες παθογένειες του πελατειακού κράτους σε ένα υπόδειγμα διακυβέρνησης που θα εδράζεται στην αξιοκρατία, τη θεσμική επάρκεια και τη λογοδοσία.

Η δυναμική αυτής της έννοιας υπήρξε, αναμφίβολα, σημαντική. Σε μια κοινωνία κουρασμένη από την ισοπέδωση προς τα κάτω, η επίκληση της αριστείας λειτούργησε ως προσδοκία ανασυγκρότησης του δημόσιου χώρου με όρους ποιότητας και δικαιοσύνης. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με κάθε έννοια που φέρει ισχυρό κανονιστικό φορτίο, η πραγματική της αξία δεν κρίνεται στη διατύπωση, αλλά στη συνεπή εφαρμογή της.

Advertisement
Advertisement

Το πρόσφατο περιστατικό με τον Λαζαρίδη δεν συνιστά απλώς μια μεμονωμένη δυσλειτουργία ή ένα επικοινωνιακό ατόπημα. Αντιθέτως, λειτουργεί ως εστιακό σημείο μιας ευρύτερης αντίφασης που διατρέχει τη σύγχρονη πολιτική πρακτική: της απόκλισης μεταξύ διακηρυγμένων αρχών και διοικητικών επιλογών. Και ακριβώς αυτή η απόκλιση είναι που εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για την ουσία –και όχι απλώς τη χρήση– της αριστείας ως πολιτικής έννοιας.

Η αριστεία, εφόσον γίνεται αντιληπτή ως κανονιστική αρχή, προϋποθέτει καθολικότητα και συνέπεια. Δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά χωρίς να υπονομεύει τον ίδιο της τον πυρήνα. Όταν οι διαδικασίες αξιολόγησης και επιλογής στελεχών δεν διέπονται από διαφανή, σταθερά και αντικειμενικά κριτήρια, αλλά εμφανίζονται να επηρεάζονται από συγκυριακές ισορροπίες ή ενδοπαραταξιακές λογικές, τότε η έννοια μετατρέπεται από ρυθμιστική αρχή σε επικοινωνιακό εργαλείο. Και αυτή η μετάβαση είναι εξαιρετικά προβληματική.

Από τη σκοπιά της θεσμικής ανάλυσης, το διακύβευμα είναι ακόμη πιο σύνθετο. Η αξιοκρατία δεν αποτελεί απλώς μια ηθική επιταγή, είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για τη λειτουργική αποτελεσματικότητα των θεσμών. Σε κάθε σύγχρονο διοικητικό σύστημα, η συνέπεια στην εφαρμογή κανόνων αποτελεί τον βασικό δείκτη αξιοπιστίας. Όταν αυτή η συνέπεια διαρρηγνύεται, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι οι κανόνες είναι διαπραγματεύσιμοι. Και όταν οι κανόνες καθίστανται διαπραγματεύσιμοι, οι θεσμοί χάνουν το κύρος τους.

Η εμπειρία από τον χώρο του πανεπιστημίου είναι ενδεικτική. Η αριστεία δεν αποτελεί αφηρημένη ρητορική κατασκευή, αλλά καθημερινή πρακτική που αποτυπώνεται σε διαδικασίες αξιολόγησης, σε μηχανισμούς διαφάνειας και σε κουλτούρα λογοδοσίας. Όπου αυτά τα στοιχεία υποχωρούν, η ποιότητα υπονομεύεται και η εμπιστοσύνη διαβρώνεται. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η πολιτική σφαίρα μπορεί να λειτουργήσει με διαφορετικούς όρους.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κριτική δεν συνιστά αποστασιοποίηση από τον ιδεολογικό χώρο. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεση της ουσιαστικής συμμετοχής σε αυτόν. Η προσήλωση στις αρχές που ο ίδιος ο χώρος έχει αναδείξει και ειδικότερα στην έννοια της αριστείας, επιβάλλει την ανάδειξη των αποκλίσεων και την απαίτηση για διορθωτικές κινήσεις. Οι «ανορθογραφίες» δεν είναι απλώς ατυχείς στιγμές· είναι ενδείξεις που, εάν αγνοηθούν, τείνουν να παγιωθούν.

Επιπλέον, αξίζει να επισημανθεί ότι η υπερβολική και ενίοτε άκριτη, επίκληση της αριστείας ενέχει έναν ακόμη κίνδυνο: την απονοηματοδότησή της. Όταν μια έννοια χρησιμοποιείται χωρίς την αντίστοιχη εμπράγματη τεκμηρίωση, μετατρέπεται σταδιακά σε κενό σημαίνον. Και τότε, αντί να λειτουργεί ως εργαλείο μεταρρύθμισης, καταλήγει να ενισχύει τον κυνισμό και τη δυσπιστία των πολιτών.

Advertisement

Η πολιτική, ιδίως σε περιόδους αυξημένων κοινωνικών απαιτήσεων, δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στη διαχείριση εντυπώσεων. Απαιτεί συνεκτικότητα μεταξύ λόγου και πράξης. Η αριστεία, εάν πρόκειται να διατηρήσει τον ρόλο της ως στρατηγικό πρόταγμα, οφείλει να αποδεικνύεται πρωτίστως στις περιπτώσεις που δοκιμάζουν την αξιοπιστία της.

Εν τέλει, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η αριστεία εξακολουθεί να αποτελεί πολιτικό στόχο. Είναι αν υπάρχει η βούληση να εφαρμοστεί χωρίς εξαιρέσεις. Διότι μόνο τότε μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικός μοχλός θεσμικής αναβάθμισης. Διαφορετικά, κινδυνεύει να καταγραφεί ως μία ακόμη εύηχη, αλλά τελικά κενή, υπόσχεση του δημόσιου λόγου.

Advertisement