Στον Ταλεϋράνδο αποδίδεται το γνωμικό ότι η τέχνη της πολιτικής είναι να προβλέπεις το αναπόφευκτο και να επισπεύδεις την εμφάνισή του. Ενδεχομένως το 2026 να είναι η χρονιά που το αναπόφευκτο θα εμφανιστεί.
Όσοι παρακολουθούν τις γεωπολιτικές εξελίξεις, και κυρίως τα γεγονότα στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, αντιλαμβάνονται ότι ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε έχει τελειώσει. Η Ευρώπη, ως θαλάσσια δύναμη, βρίσκεται υπό συνεχή πίεση: οικονομική, πολιτική και στρατιωτική. Η εκδήλωση θαλάσσιας ισχύος έχει καταστεί κύριος μοχλός άσκησης πίεσης και όχι απλώς εργαλείο περιφερειακών διεκδικήσεων, καθώς η ασφάλεια (security) των θαλασσίων δικτύων ενέργειας και εμπορίου αποτελεί κρίσιμη παράμετρο ευημερίας και ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα.
Πλέον, η θαλάσσια ισχύς δεν μεταφράζεται σε αριθμό πλοίων και ικανότητα ναυτικού αποκλεισμού, αλλά στην ικανότητα ενός πλοίου ή θαλάσσιου συστήματος να είναι αόρατο, ήτοι το στίγμα του να είναι ασαφές και επαρκώς αυτοματοποιημένο. Με παράδειγμα τις πρόσφατες ενέργειες κατά εμπορικών πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα αλλά και νότια της Κρήτης, όπου θαλάσσια αυτόματα συστήματα – για συντομία, αλλά και με απώλεια ακρίβειας, sea-drones- έπληξαν πλοία που ανήκουν στον λεγόμενο σκιώδη στόλο (shadow fleet), είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς ότι οδηγούμαστε σε μια κατάσταση «άρνησης χωρίς παρουσία».
Αυτή η εξέλιξη επηρεάζει τις παγκόσμιες εξελίξεις περισσότερο από όσο φαίνεται. Η άρνηση χωρίς παρουσία σημαίνει ότι τα κράτη μπορούν να απαγορεύουν, να εμποδίζουν ή ακόμη και, εν τοις πράγμασι, να αρνούνται τη χρήση θαλασσίων οδών χωρίς τη χρήση πλοίων, χωρίς να διακηρύττουν ζώνες αποκλεισμού ή εμπόλεμης κατάστασης και χωρίς ορατό έλεγχο των θαλασσών. Έτσι, αντί της χρήσης πλοίων για περιπολία και αποκλεισμό, τεχνολογίες GPS spoofing και jamming, sea-drones και ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές μπορούν να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα με χαμηλότερο κόστος και μικρότερη έκθεση σε κίνδυνο.
Συνεπώς, η αβλαβής διέλευση (innocent passage), δηλαδή η διέλευση πλοίου μέσω χωρικών υδάτων άλλου κράτους που δεν διαταράσσει την ειρήνη και την ασφάλεια, άρα και την απρόσκοπτη εκτέλεση του θαλάσσιου εμπορίου, τίθεται υπό αίρεση. Επομένως, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) τίθεται εν αμφιβολία, καθώς η αβλαβής διέλευση αποτελεί θεμελιώδη αρχή της. Πρόσφατα, εμπορικά πλοία διερχόμενα από τα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα ανέφεραν παρεμβολές στο στίγμα τους και εκτέθηκαν σε πολλαπλούς επιχειρησιακούς κινδύνους, χωρίς κανένα από τα παράκτια κράτη να έχει αναγγείλει μέτρα περιορισμού της ναυσιπλοΐας. Έτσι, η αβλαβής διέλευση ισχύει τυπικά αλλά όχι επιχειρησιακά, καθώς επαφίεται στη βούληση όσων κατέχουν τα συγκεκριμένα τεχνολογικά μέσα.
Η κατάλυση των αρχών του Δικαίου της Θάλασσας δεν περιορίζεται στην αβλαβή διέλευση, αλλά επεκτείνεται και στα δικαιώματα του Κράτους Σημαίας (Flag State). Σύμφωνα με το άρθρο 94, το Κράτος Σημαίας οφείλει να διασφαλίζει την ασφάλεια (safety) της ναυσιπλοΐας και να εφαρμόζει το δίκαιό του. Όμως, η τεχνολογία GPS spoofing και jamming αναιρεί τις δυνατότητες αυτές, καθώς κρίσιμα δεδομένα του πλοίου, όπως το στίγμα και τα ημερολόγια, μπορούν να αλλοιωθούν και η ευθύνη να μετακυλιστεί στο πλήρωμα ή να αποδοθεί σε τεχνική αστοχία, αντί σε εγκληματική ενέργεια. Συνεπώς, τα Κράτη Σημαίας διατηρούν την ευθύνη σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, αλλά απώλεσαν την έμπρακτη εξουσία τους επί του πλοίου.
Ούτε, όμως, τα παράκτια κράτη ευνοούνται από τις εξελίξεις αυτές. Ο ρόλος τους είναι διττός: αφενός να προστατεύουν και να ελέγχουν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα (αβλαβής διέλευση) και αφετέρου να ρυθμίζουν ό,τι σχετίζεται με την ασφάλεια (safety και security). Η κατάσταση «άρνησης χωρίς παρουσία» μπορεί να καταστήσει τα ύδατά τους ανασφαλή, στερώντας ταυτόχρονα την ικανότητα αντίδρασης από τα παράκτια κράτη. Τέτοια περιστατικά σημειώθηκαν στη Μαύρη Θάλασσα και νότια της Κρήτης, αναδεικνύοντας τα όρια της de jure και της de facto ευθύνης τους. Το μήνυμα ελήφθη από όλους τους εμπλεκόμενους, και το ρήγμα στο οικοδόμημα του Δικαίου της Θάλασσας είναι πλέον σαφές.
Ωστόσο, ο πραγματικός ρυθμιστής του παγκόσμιου εμπορίου δεν είναι άλλος από την αγορά. Η άρνηση χωρίς παρουσία δεν παραβιάζει τυπικά το δίκαιο ούτε χρειάζεται να προκαλέσει περιστατικό ή ατύχημα· εισάγει, όμως, αβεβαιότητα, έναν ακόμη επιχειρησιακό κίνδυνο, όταν το GPS χάνει την αξιοπιστία του και καταλύεται η αλυσίδα ευθύνης (liability chain). Η αγορά γνωρίζει πώς να αποφεύγει την αβεβαιότητα: ασφαλιστές, ναυλωτές και πλοιοκτήτες είτε θα αυτοπεριοριστούν είτε θα αυξήσουν, άμεσα ή έμμεσα, το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών. Έτσι, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν καταλύεται νομικά, αλλά περιορίζεται ή αδρανοποιείται λόγω κινδύνων που οι πραγματικοί δρώντες δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν.
Η UNCLOS ρυθμίζει πράξεις, όχι τεχνολογικά περιβάλλοντα. Η Σύμβαση αναφέρεται σε πλοία, κράτη, πράξεις, σαφή γεγονότα και, κυρίως, σε φυσική παρουσία. Η σύγχρονη τεχνολογία αλλοιώνει το περιβάλλον στο οποίο αυτή αναφέρεται, μετατρέπει τη θέση σε πιθανότητα, δεν αφήνει ορατά αποτυπώματα και καθιστά την απόδειξη των γεγονότων εξαιρετικά δυσχερή. Έτσι, η παρέμβαση προηγείται της πράξης, το συμβάν εμφανίζεται ως ατύχημα και καμία διάταξη δεν ενεργοποιείται άμεσα. Με άλλα λόγια, αναδεικνύεται ένα νομικό κενό χωρίς παραβίαση, δομικό στοιχείο της άρνησης χωρίς παρουσία.
Αν, λοιπόν, πολλοί διερωτώνται πώς το «οικόπεδο Ελλάδα» απέκτησε τόσο μεγάλη σημασία τα τελευταία έτη, η απάντηση δίνεται από τα πρόσφατα πλήγματα σε πλοία. «Ὄψις γὰρ τῶν ἀδήλων τὰ φαινόμενα», όπως θα έλεγε και ο Θουκυδίδης, τον οποίο αρέσκονται να επικαλούνται οι αναλυτές. Η Ελλάδα αποτελεί πέρασμα δεδομένων, πλοίων και αβεβαιότητας· έναν κόμβο στο νέο πλέγμα εφαρμογής και επίδειξης ισχύος. Οι περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, νότια της Κρήτης και η ευαίσθητη Ανατολική Μεσόγειος συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα ροών εμπορίου, ενέργειας, δεδομένων και πλοίων, όπου δοκιμάζεται η νέα λειτουργικότητα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας υπό τεχνολογική πίεση. Ό,τι δοκιμάζεται σε αυτόν τον χώρο δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη ως θαλάσσια δύναμη, η οποία αναφανδόν υποστηρίζει το διεθνές θεσμικό οικοδόμημα, ενισχύει την αξιοπιστία κατά το μέτρο των δυνατοτήτων της, αφού εξαρτάται άμεσα από το απρόσκοπτο θαλάσσιο εμπόριο, είτε ως «έμπορος» είτε ως «μεταφορέας».
Το πραγματικό διακύβευμα, λοιπόν, είναι ποιος ελέγχει τη «σιωπή», ποιος ελέγχει την αβεβαιότητα. Ο έλεγχος της σιωπής αναδεικνύει τον κυρίαρχο του παιχνιδιού. Μέχρι πρόσφατα, η ισχύς εκφραζόταν μέσω της επιβολής κανόνων· σήμερα εκφράζεται μέσω της δυνατότητας να καθίσταται η εφαρμογή τους επισφαλής. Το GPS spoofing αποσυντονίζει την επίγνωση, καθυστερεί την απόκριση και θολώνει την ευθύνη, ενώ τα sea-drones εκμεταλλεύονται αυτό το κενό, λειτουργώντας χωρίς πολιτικό κόστος και ενισχύοντας την αμφισημία.
Επιστρέφοντας στο αναπόφευκτο του Ταλεϋράνδου, το 2026 δεν προμηνύει μια νέα μορφή σύγκρουσης· προμηνύει τη στιγμή που θα γίνει ορατό αυτό που ήδη λειτουργεί σιωπηλά: ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας, το Δίκαιο της Θάλασσας και η ασφάλεια των θαλάσσιων δικτύων δεν αμφισβητούνται πλέον με στόλους και αποκλεισμούς, αλλά με αβεβαιότητα, αλλοίωση δεδομένων και απουσία ευθύνης. Αν το διεθνές σύστημα δεν επισπεύσει την προσαρμογή του, το αναπόφευκτο δεν θα έρθει ως κρίση, αλλά ως κανονικότητα, και τότε η πολιτική δεν θα το έχει προβλέψει· απλώς θα το έχει αποδεχθεί.