Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

*

Advertisement
Advertisement

Ο πόλεμος στο Ιράν δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς ως μια απλή στρατιωτική αναμέτρηση ισχύος. Στον πυρήνα της βρίσκεται μια κλασική δυναμική ασύμμετρης σύγκρουσης, όπου διαφορετικοί δρώντες επιδιώκουν διαφορετικούς στρατηγικούς στόχους μέσω διαφορετικών λογικών χρήσης της ένοπλης ισχύος. Η θεωρητική βιβλιογραφία για τις ασύμμετρες συγκρούσεις προσφέρει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο πλαίσιο κατανόησης αυτής της δυναμικής. Ήδη από τη δεκαετία του 1970, ο Andrew Mack υποστήριξε ότι σε συγκρούσεις μεταξύ άνισων αντιπάλων το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η κατανομή της στρατιωτικής ισχύος αλλά η πολιτική αντοχή των εμπλεκομένων. Ο ισχυρός οφείλει να επιτύχει γρήγορη και αποφασιστική νίκη· ο ασθενέστερος, αντιθέτως, χρειάζεται απλώς να παρατείνει τη σύγκρουση και να αυξήσει το κόστος της για τον αντίπαλο.

Η μεταγενέστερη θεωρητική επεξεργασία αυτής της παρατήρησης από τον Ivan Arreguín-Toft ανέδειξε τη σημασία της «στρατηγικής αλληλεπίδρασης» (strategic interaction). Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η έκβαση μιας ασύμμετρης σύγκρουσης δεν καθορίζεται μόνο από την ισχύ των αντιπάλων αλλά από τον τρόπο με τον οποίο οι στρατηγικές τους αλληλοεπιδρούν. Όταν ο ισχυρός χρησιμοποιεί άμεσες στρατηγικές στρατιωτικής συντριβής ενώ ο ασθενέστερος υιοθετεί έμμεσες στρατηγικές φθοράς και διάχυσης του κόστους, η σύγκρουση τείνει να παρατείνεται και η αρχική υλική ανισότητα μετατρέπεται σε πολιτικό πρόβλημα για τον ισχυρότερο δρώντα.

Στο ίδιο θεωρητικό πεδίο εντάσσεται και η ανάλυση του εξαναγκασμού που έχει αναπτύξει ο Robert Pape. Ο Pape διακρίνει δύο βασικές μορφές στρατηγικής πίεσης: τις στρατηγικές άρνησης (denial), που επιδιώκουν να στερήσουν από τον αντίπαλο τη δυνατότητα να επιτύχει τους στρατιωτικούς του στόχους, και τις στρατηγικές επιβολής κόστους (cost-imposition), που επιδιώκουν να αυξήσουν το συνολικό κόστος της σύγκρουσης σε τέτοιο βαθμό ώστε η συνέχισή της να καθίσταται πολιτικά μη βιώσιμη. Η σύγκρουση με το Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της θεωρητικής διάκρισης, καθώς οι βασικοί δρώντες της φαίνεται να υιοθετούν διαφορετικές στρατηγικές λογικές.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιχειρούν πρωτίστως να εφαρμόσουν μια στρατηγική άρνησης. Μέσω αεροπορικών πληγμάτων υψηλής ακρίβειας, καταστροφής πυραυλικών συστημάτων, αποδυνάμωσης της ιρανικής ναυτικής ισχύος και πλήγματος των υποδομών του πυρηνικού προγράμματος επιδιώκουν να στερήσουν από την Τεχεράνη τη δυνατότητα να απειλεί στρατιωτικά την περιοχή και να αναπτύξει στρατηγικές δυνατότητες αποτροπής. Για το Ισραήλ, η στρατηγική αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική προληπτικής αποδυνάμωσης του αντιπάλου. Η ισραηλινή αντίληψη ασφάλειας στηρίζεται στη διαρκή αποτροπή μέσω επιχειρησιακής υπεροχής και επαναλαμβανόμενων προληπτικών ενεργειών που εμποδίζουν την ανασυγκρότηση εχθρικών δυνατοτήτων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, επιδιώκουν να περιορίσουν τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν χωρίς να εμπλακούν σε μια μακροχρόνια περιφερειακή σύγκρουση. Η στρατηγική τους επιδιώκει να συνδυάσει την καταστροφή κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών με τη διατήρηση του ελέγχου της κλιμάκωσης. Ωστόσο, η αμερικανική στρατηγική αντιμετωπίζει ένα διαχρονικό πρόβλημα των ασύμμετρων συγκρούσεων: η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί όταν ο αντίπαλος μεταφέρει το επίκεντρο της σύγκρουσης σε άλλα πεδία ισχύος.

Ακριβώς αυτή τη στρατηγική φαίνεται να υιοθετεί το Ιράν. Αντί να επιχειρήσει μια συμμετρική στρατιωτική αναμέτρηση, η Τεχεράνη μετατοπίζει το κέντρο βάρους της σύγκρουσης προς την οικονομική και συστημική διάσταση της παγκόσμιας ισχύος. Το Στενό του Ορμούζ, μέσω του οποίου διέρχεται ένα κρίσιμο ποσοστό των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και σημαντικές ποσότητες πρώτων υλών για τη γεωργική παραγωγή, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά «στενά» της παγκοσμιοποίησης. Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας, οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και οι πιέσεις στις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου λειτουργούν ως μηχανισμοί μεταφοράς του κόστους της σύγκρουσης από το στρατιωτικό πεδίο στην παγκόσμια οικονομία.

Advertisement

Οι επιπτώσεις αυτής της στρατηγικής είναι ήδη ορατές. Η αύξηση των διεθνών τιμών της ενέργειας λειτουργεί ως κρίσιμος μηχανισμός μετάδοσης γεωπολιτικών κρίσεων προς την παγκόσμια οικονομία, επηρεάζοντας πολλαπλά επίπεδα παραγωγής και εμπορίου. Σε πρώτο επίπεδο, η ενεργειακή ακρίβεια αυξάνει σημαντικά το κόστος παραγωγής λιπασμάτων, δεδομένου ότι η βιομηχανία αζωτούχων λιπασμάτων εξαρτάται άμεσα από το φυσικό αέριο τόσο ως ενεργειακή εισροή όσο και ως βασική πρώτη ύλη. Η αύξηση αυτή μετακυλίεται άμεσα στον πρωτογενή τομέα, επιβαρύνοντας το κόστος καλλιέργειας και περιορίζοντας τη χρήση γεωργικών εισροών, γεγονός που συχνά οδηγεί σε χαμηλότερες αποδόσεις και ενίσχυση της μεταβλητότητας στην παγκόσμια προσφορά τροφίμων. Ταυτόχρονα, η άνοδος του κόστους καυσίμων επηρεάζει ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού, από τη μηχανοποίηση της γεωργικής παραγωγής έως τη μεταφορά και αποθήκευση αγροτικών προϊόντων.

Παράλληλα, οι στρατιωτικές συγκρούσεις που επηρεάζουν κρίσιμες θαλάσσιες οδούς ή ενεργειακές υποδομές προκαλούν σημαντικές διαταραχές στις διεθνείς μεταφορές και στο παγκόσμιο εμπόριο. Η αύξηση των ναύλων, των ασφαλίστρων κινδύνου και των καθυστερήσεων στις μεταφορές εντείνει την αβεβαιότητα στις αγορές εμπορευμάτων και υπονομεύει τη σταθερότητα των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων. Σε αυτό το πλαίσιο, η άνοδος των τιμών της ενέργειας δεν περιορίζεται σε ένα στενό ενεργειακό πρόβλημα, αλλά μετατρέπεται σε πολλαπλασιαστή πληθωριστικών πιέσεων και γεωοικονομικής αστάθειας. Οι συνέπειες αυτές είναι ιδιαίτερα έντονες για τις αναπτυσσόμενες και εισαγωγικές οικονομίες, όπου η ενεργειακή εξάρτηση και η επισιτιστική ανασφάλεια δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο αυξημένου κόστους, περιορισμένης προσφοράς και κοινωνικοοικονομικής ευαλωτότητας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, μια αρχικά περιφερειακή στρατιωτική σύγκρουση μπορεί να αποκτήσει σαφείς παγκόσμιες διαστάσεις, καθώς επηρεάζει ταυτόχρονα την ενεργειακή ασφάλεια, τη γεωργική παραγωγή, τη λειτουργία του διεθνούς εμπορίου και τελικά την επισιτιστική σταθερότητα. Με άλλα λόγια, η διασύνδεση των ενεργειακών αγορών με τα αγροδιατροφικά και εμπορικά συστήματα καθιστά τις γεωπολιτικές κρίσεις καταλύτες ευρύτερων γεωοικονομικών μεταβολών, μετατρέποντας τις περιφερειακές συγκρούσεις σε παράγοντες συστημικής αστάθειας για την παγκόσμια οικονομία.

Advertisement

Από τη σκοπιά της θεωρίας των ασύμμετρων συγκρούσεων, αυτή η μετατόπιση του πεδίου της σύγκρουσης, δεν αποτελεί απλώς τακτική επιλογή αλλά στρατηγική προσαρμογή. Το Ιράν επιχειρεί να μετατρέψει την υλική του αδυναμία σε συστημική πίεση, αξιοποιώντας τα σημεία όπου η παγκόσμια οικονομία παραμένει πιο ευάλωτη. Η στρατηγική αυτή δεν αποσκοπεί απαραίτητα σε στρατιωτική νίκη, αλλά στην αύξηση του κόστους της σύγκρουσης για τους αντιπάλους του και στη δημιουργία πολιτικών διλημμάτων για τις κυβερνήσεις που συμμετέχουν στην εκστρατεία εναντίον του.

Συνεπακόλουθα, το τελικό διακύβευμα του πολέμου, υπερβαίνει την τύχη των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων ή ακόμη και το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος της χώρας. Το πραγματικό ζήτημα αφορά τη σταθερότητα ενός διεθνούς συστήματος που βασίζεται σε ανοιχτές θαλάσσιες οδούς, προβλέψιμες ενεργειακές ροές και λειτουργικές παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Όσο περισσότερο η σύγκρουση μεταφέρεται σε αυτά τα στρατηγικά σημεία, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο κίνδυνος να μετατραπεί από περιφερειακή κρίση σε ευρύτερη συστημική διαταραχή.

Υπό αυτή την έννοια, η σύγκρουση με το Ιράν επιβεβαιώνει μια βασική παρατήρηση της θεωρίας των ασύμμετρων πολέμων: η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται τη στρατηγική επικράτηση. Συχνά, η έκβαση καθορίζεται από την ικανότητα κάθε πλευράς να μεταφέρει το κόστος της σύγκρουσης στον αντίπαλο και να επιβάλει ένα δυσβάστακτο στρατηγικό δίλημμα. Και στο σημερινό διεθνές σύστημα, όπου η γεωπολιτική ισχύς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις παγκόσμιες οικονομικές ροές, το πεδίο αυτού του ανταγωνισμού εκτείνεται πολύ πέρα από το ίδιο το πεδίο της μάχης.

Advertisement