Εν μέσω καταιγιστικών στρατηγικών εξελίξεων, πολεμικών συγκρούσεων και διαρκών εναλλαγών αποφάσεων που εμπλέκουν πολλά κράτη της περιφέρειάς μας αλλά εκτός αυτής, ισχύουν τα εξής:

Πρώτον, οι προβλέψεις δεν ενδείκνυνται.

Advertisement
Advertisement

Δεύτερον, οι αποφάσεις εκπλήρωσης στρατηγικών και στρατιωτικών σκοπών είναι υπόθεση της πολιτικής εξουσίας κάθε κράτους και όχι αναλύσεων όπως η παρούσα που μόνο σκοπό μπορεί να έχει να συνεισφέρει στον δημόσιο προβληματισμό.

Τρίτον, επειδή όλα είναι ρευστά, αστάθμητα και απρόβλεπτα στις δημόσιες συζητήσεις απαιτείται οι αναλύσεις να είναι κατά το δυνατό αξιολογικά ουδέτερες με κύριο σκοπό να φωτίζουν την μεγάλη εικόνα των στρατηγικών προσανατολισμών και των προϋποθέσεων εντός αυτών των προσανατολισμών.

Τέταρτον, η καταμαρτυρούμενη μεγάλη εικόνα, ιδιαίτερα μετά το 2025 είναι ολοφάνερη: Οι στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων εισήλθαν σε φάση εξισορροπητικών προσεγγίσεων, κυρίως στις περιφέρειες, με σκοπό ευνοϊκές για αυτές ισορροπίες δυνάμεων και συμφερόντων πλανητικά και περιφερειακά. Ταυτόχρονα κράτη μεσαίας και ανερχόμενης ισχύος στις περιφέρειες επιχειρούν να ενισχύσουν τον ρόλο τους και την θέση τους. Ο νέος μεγάλος πόλεμος στην Μέση Ανατολή με επίκεντρο το Ιράν καταμαρτύρησε, μεταξύ πολλών άλλων, αυτό το γεγονός.

Πέμπτο, λογικά μα άμεση πολεμική σύρραξη μεταξύ των μεγάλων και πυρηνικών δυνάμεων δεν θα λάβει χώρα, εκτός και εάν διολισθήσουν σε ανορθολογικές αποφάσεις που θα προκαλέσουν πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Υπό το πιο πάνω πρίσμα θα μπορούσαν να φωτιστούν μερικά ερωτήματα που αφορούν μεσαίας ισχύος περιφερειακά κράτη όπως η Ελλάδα. Το κύριο ερώτημα είναι: Διαθέτει η Ελλάδα μια αξιόπιστη εθνική στρατηγική στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στους διεθνείς θεσμούς;

Μερικοί διερωτήθηκαν κατά πόσο η αποστολή των δύο φρεγατών και δύο F-16 στην Κύπρο είναι μια σπασμωδική αποσπασματική απόφαση ή αποσκοπεί σε αναβίωση του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (ΕΑΧ) μεταξύ του Μητροπολιτικού Ελληνικού κράτους και της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ).

Advertisement

Επειδή εμπλέκονται το ΗΒ, οι ΗΠΑ, η ΕΕ και όλα τα κράτη της περιφέρειάς μας συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, εύλογα τίθενται πολλά ερωτήματα για ορατές ή αθέατες διπλωματικές και στρατηγικές συναλλαγές.

Στο κείμενο που ακολουθεί θα σταθούμε στα κύρια ζητήματα που τις προϋποθέσεις που αφορούν την ευρύτερη εθνική αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας.

Εισβολή του 1974 στην Κυπριακή Δημοκρατία, παράνομα τετελεσμένα, Ελληνική εθνική στρατηγική

Μισό αιώνα μετά το πραξικόπημα στην Κύπρο, την πτώση της χούντας, την τουρκική εισβολή και την αλλαγή καθεστώτος στην Ελλάδα, αναμφίβολα οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΕΔ) ενισχύθηκαν. Εν τούτοις συχνά τίθενται αντικειμενικά ερωτήματα που αφορούν κατευναστικές αποφάσεις, την εκπλήρωση των προνοιών των Συνθηκών στο Αιγαίο και την προέκταση της αποτρεπτικής στρατηγικής στην Κύπρο.

Advertisement

Πιο συγκεκριμένα, δεν εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες του διεθνούς δικαίου στο Αιγαίο ενώ οι αναθεωρητικές αξιώσεις, οι απειλές και οι στρατιωτικές προκλήσεις της Τουρκίας συνεχίζονται και διαρκώς οξύνονται. Όπως συχνά έχουμε αναλύσει σε πολλά κείμενα ο κατευνασμός και η μη εκπλήρωση των προνοιών του διεθνούς δικαίου οδηγεί πάντα σε είτε «ήττα χωρίς πόλεμο» ή πόλεμο ή πιθανότερα και αμφότερα.

Επιπλέον, ο Ενιαίος Αμυντικός Χώρος (ΕΑΧ) που άρχισε την δεκαετία του 1990 με κάθε αντικειμενικό κριτήριο παραμερίστηκε: Στην Κυπριακή Δημοκρατία όπου ζει το ένα δέκατο του Ελληνισμού, της οποίας η Ελλάδα είναι εγγυήτρια και η οποία συνδέεται ευθέως με τις γεωπολιτικές και στρατηγικές ισορροπίες δεν είχαμε εξισορρόπηση ισοδύναμη με την παράνομη Τουρκική παρουσία. Εάν σταθούμε στα μεγάλα και σημαντικά, εξ αντικειμένου, μόνο η εκπλήρωση ενός τέτοιου σκοπού καθιστά την Ελληνική στρατηγική αξιόπιστη και ενισχύει τις διαπραγματευτικές θέσεις της Ελληνικής πλευράς σε όλο το φάσμα των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας. Δημιουργεί επίσης παραστάσεις που επηρεάζουν προσδιοριστικά τις θέσεις και αποφάσεις των άλλων κρατών για την θέση και τον ρόλο της Ελλάδας στην περιφέρειά της.

Ερωτήματα, που απαιτείται να απαντώνται τόσο στις δημόσιες συζητήσεις όσο και στο επίπεδο λήψης των στρατηγικών αποφάσεων είναι, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Είναι η αποστολή δύο φρεγατών και δύο F-16 μια εφήμερη αποσπασματική και σπασμωδική απόφαση ή αντιστρέφει την επί μισό αιώνα εν πολλοίς ισχύουσα θέση ότι «η Κύπρος κείται μακράν»;

Advertisement

Εάν έστω και καθυστερημένα αποτελεί αφετηρία προέκτασης της Ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής στην Κύπρο ποιος στρατηγικός προσανατολισμός και ποιες αποφάσεις εκπληρώνουν αυτό τον σκοπό;

Αλλάζει την διαπραγματευτική θέση της Ελληνικής πλευράς που αποδέχεται την Διζωνική Δικοιντική Ομοσπονδία (ΔΔΟ) με πολιτική ισότητα η οποία εξ αντικειμένου εάν οριστικοποιηθεί ως «λύση» καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία και την εντάσσει στα πεδία της Τουρκικής επικυριαρχίας; Εν μέσω καταιγιστικών στρατηγικών ανακατατάξεων πως κάτι τέτοιο επηρεάζει όχι μόνο τον Ελληνισμό της Κύπρου αλλά και το Ελληνικό κράτος;

Η στρατηγική, διπλωματική και στρατιωτική σχέση του Ελληνικού κράτους με την ΚΔ, πέραν του ότι καταμαρτυρούμενα σχετίζεται με τις καταιγιστικές διεθνείς εξελίξεις, αφορά όλο το φάσμα της Ελληνικής εθνικής στρατηγικής και των διπλωματικών χειρισμών που την ενισχύουν.

Advertisement

Στο Ελληνικό Κοινοβούλιο στις 4 Μαρτίου ο Πρωθυπουργός δήλωσε πως η Ελλάδα είναι παρούσα με ισχύ όπου την καλεί το εθνικό καθήκον. Ότι επίσης η Αθήνα θέτει τις πλήρως αναβαθμισμένες Ένοπλες Δυνάμεις της στην υπηρεσία του οικουμενικού ελληνισμού. Η συγκεκριμένη αποστολή, συνέχισε, περιγράφηκε ρητά ως αμυντική και ειρηνική. Ο μοναδικός της στόχος είναι να αποτραπούν ενδεχόμενες απειλητικές ενέργειες σε βάρος του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Αφορά αυτή η επίσημη θέση και την πιθανή κατάληψη του ενός τρίτου του ανεξάρτητου Κυπριακού κράτους από την Τουρκία, την επί δεκαετίες παράνομη παρουσία δεκάδων χιλιάδων τούρκων στρατιωτών, βάσεων και επιθετικών πολεμικών μέσων;

Advertisement

Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτη που σέβονται την διεθνή νομιμότητα. Δεν εγείρουν αναθεωρητικές αξιώσεις και δεν απειλούν άλλα κράτη. Το αντίθετο ισχύει για την Τουρκία και μάλιστα διαχρονικά με ολοένα οξύτερες αναθεωρητικές απειλές. Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική, κατά συνέπεια, σημαίνει ότι ως σκοπό έχει να αντικρούσει τον Τουρκικό αναθεωρητισμό σε όλο το φάσμα των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας. Όσον αφορά την Κύπρο, με κάθε λογικό και ορθολογιστικό κριτήριο σημαίνει ότι σκοπός της Ελληνικής στρατηγικής είναι η αναίρεση των παράνομων τετελεσμένων της παράνομης Τουρκικής εισβολής του 1974. Ανεξαρτήτως πόσο αυτό θα διαρκέσει μέχρι να εκπληρωθεί αυτός ο σκοπός το μείζον είναι η διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως του μόνου αναγνωρισμένου κράτους.

Εν κατακλείδι, πέραν της αναχαίτησης πιθανών Ιρανικών επιθέσεων και ενόσω διαρκεί ο πόλεμος στο Ιράν, πως και πόσο σχετίζεται η αποστολή δύο φρεγατών και δύο πολεμικών αεροπλάνων στην Κύπρο και πως αυτό θα μπορούσε να εξελιχθεί στο ορατό μέλλον σε σχέση με την άμεση Τουρκική απειλή στο Αιγαίο και στην Κύπρο; Είναι ή δεν είναι αφετηρία όχι μόνο αντιμετώπισης περιφερειακών κινδύνων ή και εξισορρόπησης με σκοπό την αποτροπή της Τουρκίας και δημιουργίας προϋποθέσεων διαπραγμάτευσης βιώσιμης διεξόδου με εφαρμογή της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας;

Εάν εισήλθαμε σε νέα στρατηγική αφετηρία ποιες είναι οι προϋποθέσεις

Οι πιο πάνω σύντομες επισημάνσεις για ζητήματα που εκκρεμούν επί μισό αιώνα λογικά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι με αφορμή τις ραγδαίες στρατηγικές εξελίξεις θα μπορούσε να υπάρξει άμεση και αποτελεσματική αλλαγή της Ελληνικής εθνικής στρατηγικής τόσο για την Κύπρο όσο και για τις υπόλοιπες εξ ανατολών προερχόμενες αναθεωρητικές αξιώσεις και απειλές.

Advertisement

Πέραν του στρατιωτικού σκέλους, είναι νομικά, θεσμικά, πολιτικά και στρατηγικά λογικό, ορθολογιστικό και συμφέρον να αποσυρθούν οι επί μισό αιώνα αχρείαστες, αποδεδειγμένα αναποτελεσματικές και σε κάθε περίπτωση αυτοκτονικές υποχωρήσεις του παρελθόντος. Το ίδιο σκεπτικό ισχύει όσον αφορά τον ρόλο του ΟΗΕ. Όπως έχει επί μακρόν υποστηριχθεί, διεθνής και ευρωπαϊκή νομιμότητα σημαίνει αποκατάσταση της διεθνούς τάξης σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΣΑ του 1974, 1975, 1983 και σύμφωνα με την Πράξη Προσχώρησης της ΚΔ στην ΕΕ. Στην Πράξη Προσχώρηση ρητά αναφέρεται ότι ισχύει για όλη την Επικράτεια της ΚΔ.

Εξ αντικειμένου, μετά από μισό αιώνα άγονων διαπραγματεύσεων με τις οποίες η Τουρκία επιδιώκει να νομιμοποιήσει τα παράνομα τετελεσμένα, η εφαρμογή του νομικού κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας  είναι η μόνη βιώσιμη διέξοδος. Προστίθενται τα εξής στοιχειώδη και ουσιώδη. Αφενός, δεν ισχύουν μεταγενέστερες καταγραφές από το ΣΑ διαπραγματευτικών υποχωρήσεων του θύματος της παράνομης εισβολής καθότι αυτό παραβιάζει τον Χάρτη του ΟΗΕ (Κεφ. Ι άρθρο 2 παράγραφος 7) και αφετέρου η Κύπρος και η Ελλάδα να απαιτήσουν η ΕΕ να υιοθετεί θέσεις συμβατές με την Ευρωπαϊκή νομιμότητα.

Η Κύπρος δεν είναι αναλώσιμη – Ο κίνδυνος μια ς «λύσης» που εξ αντικειμένου οδηγεί σε Τουρκική επικυριαρχία

Πέραν λοιπόν των συγκαιρινών διεθνών εξελίξεων σε αναφορά με τις οποίες αιτιολογείται η αποστολή δύο πλοίων και δύο αεροπλάνων στην Κύπρο η Ελληνική πλευρά χρήζει να προσανατολιστεί αποφασιστικά προς εξισορροπητικές αποφάσεις που αποτρέπουν τον δεδηλωμένο σκοπό της Άγκυρας για πλήρη έλεγχο της Κύπρου.

Στην Μεγαλόνησο Κύπρο, υπενθυμίζεται ξανά, οι Έλληνες αποτελούν το 82% του πληθυσμού και είναι περίπου το ένα δέκατο του Ελληνικού έθνους. Επικυριαρχία της Τουρκίας στην Κύπρο σημαίνει ότι σε πρώτη φάση το ένα δέκατο του Ελληνισμού καθίσταται όμηρος της Άγκυρας και ότι στην συνέχεια κατακτά όλο το νησί αλλάζοντας τους γεωπολιτικούς και στρατηγικούς συσχετισμούς και τα σύνορα με συνέπειες βαθύτατων προεκτάσεων. Μεταξύ πολλών άλλων εκπληρώνει τον σκοπό υποβάθμισης της Ελλάδας και ανάδειξης της Τουρκίας σε περιφερειακό ηγεμόνα εντός του αναδυόμενου πολυπολικού διεθνούς συστήματος.

Αναμφίβολα, η Τουρκία διατρέχει πολλούς κινδύνους λόγω μεγάλων περιφερειακών ανακατατάξεων και στρατηγικά σχοινοβατεί και ριψοκινδυνεύει. Εν τούτοις, εάν η Ελλάδα συνεχίζοντας να κατευνάζει δημιουργεί παραστάσεις ότι δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες των Συνθηκών στο Αιγαίο και ότι η Κύπρος είναι αναλώσιμη με «λύση» που εξ αντικειμένου οδηγεί σε Τουρκική επικυριαρχία, το αναπόδραστο αποτέλεσμα θα είναι να ενισχυθούν τα στρατηγικά ερείσματα της Τουρκίας και να δυναμώσει διαπραγματευτικά η Άγκυρα εν μέσω ανακατατάξεων, συναλλαγών και νέων περιφερειακών ιεραρχήσεων ρόλων, θέσεων και συμφερόντων. 

Αφετηρία στρατηγικών αποφάσεων

Καταληκτικά, η επιτάχυνση των διενέξεων στην περιφέρειά μας και η αποστολή δύο φρεγατών και δύο αεροπλάνων στην Κύπρο λογικό και ορθολογιστικό είναι να αποτελέσει αφετηρία ταχύρρυθμης αποκατάστασης της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας σε όλο το φάσμα των αναθεωρητικών Τουρκικών αξιώσεων.

Καίριας σημασίας εάν όχι το σημαντικότερο ζήτημα ήταν και συνεχίζει να είναι η πλήρης και αποτελεσματική εξισορρόπηση της παράνομης στρατιωτικής παρουσίας της Τουρκίας στην Κύπρο. Μόνο από θέση ισορροπίας δυνάμεων θα μπορούσαν να διεξαχθούν παραγωγικές.

Συναφές και πολύ σημαντικό, ακόμη, είναι το γεγονός ότι μια τέτοια νόμιμη και πολιτικά και στρατηγικά ορθολογιστική προσέγγιση δημιουργεί ισορροπία δυνάμεων και αλλάζει συλλήβδην τους επί μισό αιώνα αρνητικούς στρατηγικούς συσχετισμούς στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας και ενισχύει την στρατηγική παρουσία της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Εάν η Ελλάδα επιτύχει την αλλαγή των συσχετισμών που δημιουργήθηκαν το 1974, λογικά και ορθολογιστικά η Άγκυρα θα σπεύσει αμέσως να δεχθεί την αποκατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε όλη την Επικράτειά της και την εφαρμογή της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας. Εάν η Τουρκία δεν το πράξει η Ελλάδα θα αυξήσει την ασφάλεια του ενός δέκατου του Ελληνισμού, θα διαθέτει στρατηγικό πλεονέκτημα στο ευρύτερο πλέγμα σχέσεων με την Τουρκία και θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ειρηνικής διεξόδου.

Ταυτόχρονα, εάν η Τουρκία παραμένει αναθεωρητική και αδιάλλακτη και όσο και εάν αυτό διαρκέσει, ευκαιρίας δοθείσης θα μπορούσε να επιδιωχθεί η «απαλλαγή» της Κυπριακής Δημοκρατίας από ξένες δυνάμεις και να αποκατασταθεί η νομιμότητα που προβλέπουν οι μόνες ισχύουσες αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1974,1975 και 1983. Αρνητικές θέσεις ως προς αυτό δεν χωρούν, επειδή αφορούν ύψιστα και έσχατα εθνικά συμφέροντα τα οποία σε κανένα βιώσιμο κράτος δεν αμφισβητούνται.