Η συμφωνία ΕΕ–Μercosur αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ιδωθεί υπό το πρίσμα συνθηκών αυξημένης χρηματοοικονομικής αβεβαιότητας.
 
Τέτοιες συνθήκες διαμορφώνονται από τη συσσώρευση δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, τη μακρόχρονη νομισματική χαλάρωση, την αποσύνδεση χρηματιστηριακών αξιών από την πραγματική οικονομία και την αυξανόμενη πιθανότητα απότομης ανατιμολόγησης περιουσιακών στοιχείων. Σε αυτό το περιβάλλον, υπό το φάσμα των διαρκώς εντεινόμενων ανησυχιών για πιθανή κατάρρευση της παγκόσμιας χρηματιστηριακής και δανειακής φούσκας,[1] η σταθερότητα των χρηματοοικονομικών τίτλων καθίσταται επισφαλής και η αναζήτηση «ασφαλών» υλικών αποθεμάτων αξίας (real assets) εντείνεται.
 
Η γη, υπό αυτές τις συνθήκες, λειτουργεί ως στρατηγικό αντιστάθμισμα περιουσιακού κινδύνου (hedge), δηλαδή ως μη αναπαραγώγιμο, απτό και διαχρονικά πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο, ικανό να διατηρεί αξία σε περιόδους νομισματικής ή χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Ως τέτοιο hedge, θεωρείται από τις ευρωπαϊκές ελίτ ότι δεν αφορά πρωτίστως τους αγρότες, αλλά τις τράπεζες, τους θεσμικούς επενδυτές και τα επενδυτικά κεφάλαια (funds), τα οποία επιδιώκουν διαφοροποίηση και προστασία των χαρτοφυλακίων τους.
 
Προς αυτόν τον σκοπό, η συμφωνία ΕΕ–Μercosur, μέσω της εντατικοποίησης του ανταγωνισμού και της συμπίεσης των αγροτικών εισοδημάτων, διευκολύνει έμμεσα, διά των μηχανισμών της αγοράς και όχι διά θεσμικών ή κανονιστικών διατάξεων, τη μετατροπή της γης σε χρηματοοικονομικό ενεργητικό στοιχείο.
 
Δηλαδή, στο σύγχρονο καθεστώς χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού—που αντιμετωπίζει τεράστιο πλέον κίνδυνο παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κατάρρευσης—η γη παύει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως κοινωνικός–παραγωγικός πόρος και μετατρέπεται σε στρατηγικό αποθεματικό αξίας.
 
Διαδικαστικά, αυτή η μετατροπή θα πραγματοποιηθεί διά της μεθόδου του οικονομικού εξαναγκασμού των αγροτών-ιδιοκτητών καθώς, στο πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ–Μercosur, (1) οι τιμές συμπιέζονται από εισαγωγές χαμηλότερου κόστους, (2) τα περιθώρια κέρδους μικρών και μεσαίων εκμεταλλεύσεων μηδενίζονται, και (3) το κόστος συμμόρφωσης με ευρωπαϊκά πρότυπα παραμένει υψηλό. Κατά συνέπεια τότε η γη πωλείται ή ενοικιάζεται, δηλαδή συγκεντρώνεται σε μεγαλύτερες μονάδες, συχνά μέσω τραπεζών, funds, ή αγροβιομηχανικών ομίλων. Χωρίς βία, χωρίς νόμο απαλλοτρίωσης, αλλά ως διαρθρωτική αναγκαιότητα της διεθνούς αγοράς.
 
Κατ’ ουσία δηλαδή η συμφωνία ΕΕ–Μercosur σηματοδοτεί την οριστική εγκατάλειψη από την Ευρωπαϊκή Ένωση της κοινής αγροτικής πολιτικής, όπως τουλάχιστον την ξέραμε, και την απίσχναση (κατ’ ουσία κατάργηση) των κοινοτικών ταμείων στήριξης του αγροτικού εισοδήματος.
 
Συγκεφαλαιωτικά, οι συνέπειες της συμφωνίας ΕΕ–Μercosur για τους αγρότες είναι δομικές: η απώλεια οικονομικής βιωσιμότητας οδηγεί σε ρευστοποίηση ή συγκέντρωση γης, μετασχηματίζοντας τους αγρότες από ιδιοκτήτες–επιχειρηματίες σε ακτήμονες–μισθωτούς (εργάτες γης). Έτσι, διαμορφώνεται ένα «νεοφεουδαλικό» χρηματοοικονομικό πρότυπο,[2] στο οποίο ο έλεγχος των πόρων αποσυνδέεται από την κοινωνική παραγωγή και συγκεντρώνεται σε κεφαλαιακούς φορείς, ήτοι σε τράπεζες και funds.


[1] Σύμφωνα με εφαρμοσμένες απόψεις χρηματοοικονομικών αναλυτών, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα αντιμετωπίζει όλο και μεγαλύτερη συστημική έκθεση κινδύνου (risk exposure) καθώς το διαρκώς διογκούμενο δημόσιο χρέος τής μιας μετά την άλλη από τις μεγάλες οικονομίες ξεπερνάει το 100% του ΑΕΠ τους: Ιαπωνία 237% ΗΠΑ 121%, Ηνωμένο Βασίλειο (UK) 101%, Γαλλία 113%, Καναδάς 111%, Κίνα 96%, Βραζιλία 91%, Ινδία 82%, (εκτιμήσεις: IMF / WorldEconomics για το έτος 2025).

[2] Ο όρος «νεοφεουδαλικό χρηματοοικονομικό πρότυπο» δηλώνει καθεστώς συγκέντρωσης ελέγχου επί γης και πόρων μέσω αγοραίων μηχανισμών, με τυπικά (θεσμικά) ελεύθερους αλλά οικονομικά εξαρτημένους παραγωγούς. Ο όρος χρησιμοποιείται εδώ αποκλειστικά μεταφορικά για να περιγράψει μορφές συγκέντρωσης ελέγχου επί παραγωγικών πόρων (όπως η γη) και απώλειας οικονομικής αυτονομίας μικρών παραγωγών, και όχι για να υποδηλώσει ιστορική επιστροφή σε φεουδαρχικές νομικές ή κοινωνικές σχέσεις.

Advertisement
Advertisement

*Οι απόψεις των αρθρογράφων είναι προσωπικές και δεν εκφράζουν κατ΄ανάγκην τις θέσεις της HuffPost.