Η παράφραση στην επικεφαλίδα του κειμένου της εισαγωγικής πρότασης από το μανιφέστο του κουμμουνιστικού κόμματος –εκδόθηκε από τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς το 1848– προφανώς δεν αφορά στην παρούσα ιστορική συγκυρία τον κομμουνισμό ως ιδεολογία ή ως ζώσα κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Αυτός μετά την κινηματική του απαρχή τον 19ο αιώνα –σ’ αυτήν προσέβλεπαν ούτως ή άλλως και οι συντάκτες του- και την επτά δεκαετιών ιστορική του υποστασιοποίηση ως υπαρκτός σοσιαλισμός (1918-1992) απεκόπη από το ιστορικό γίγνεσθαι (1992) και απέκτησε ξανά την ιδιότητα του φαντάσματος· έχοντας απωλέσει τη «σάρκα» του και όντας πλέον μόνο «πνεύμα». Φυσικά δεν (μας) λείπουν οι υμνητές του, οι οποίοι προσδοκούν την πολιτική του αναβίωση και την ιστορική του δικαίωση. Βέβαια –και παρά τα αντιθέτως λεχθέντα – νεωτερικότητα και θεολογία συνυφάνθηκαν, όχι μόνο στην περίπτωση της κουμμουνιστικής κοσμοθεωρίας (βλ. C. Schmitt, Πολιτική Θεολογία), δημιουργώντας ανάλογα δόγματα (Ιδεολογίες) και εκκοσμικευμένες εσχατολογίες (οριστικοί και ανθόσπαρτοι κοινωνικοπολιτικοί μετασχηματισμοί).
Συγκαιρινά, αυτό που πλανάται, εν είδει φαντάσματος, πάνω από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) είναι το ήδη υπαρκτό ζήτημα του δημοκρατικού ελλείμματος ως προς τη λειτουργία της ομού με την προοπτική εγκατάλειψης των ομόφωνων αποφάσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Το δημοκρατικό έλλειμμα (democratic deficit) συνιστά όρο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης και λογοδοσίας στα όργανα της ΕΕ και κυρίως την Επιτροπή. Πληροφορηθήκαμε τις προηγούμενες ημέρες ότι η Κομισιόν αποφάσισε την προσωρινή εφαρμογή της Mercosur, ενώ το Ευρωκοινοβούλιο δεν έχει εγκρίνει ακόμη τη συγκεκριμένη εμπορική συμφωνία. Η διαδικασία Προσωρινής Εφαρμογής (Provisional Application) των διεθνών συμφωνιών που συνάπτει η ΕΕ προβλέπεται ρητά στο Άρθρο 218, παράγραφο 5 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη παράγραφο: «Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση του διαπραγματευτή (Επιτροπή), εκδίδει απόφαση που επιτρέπει την υπογραφή της συμφωνίας και, ενδεχομένως, την προσωρινή της εφαρμογή πριν να τεθεί σε ισχύ».
Η απόφαση του Συμβουλίου σε περιπτώσεις που αφορούν εμπορικές συμφωνίες όπως αυτής της Mercosur προϋποθέτουν ειδική πλειοψηφία και όχι ομοφωνία. Το ερώτημα που προκύπτει και σχετίζεται με τον γενικότερο προβληματισμό για το δημοκρατικό έλλειμμα και την προοπτική εγκατάλειψης των ομόφωνων αποφάσεων τίθεται ως εξής: Για ποιον λόγο προκρίνεται η εφαρμογή του Άρθρου 218 § 5 της ΣΛΕΕ, ενώ υπήρξαν σοβαρές ενστάσεις σε επίπεδο Συμβουλίου από κράτη – μέλη ( Γαλλία, Πολωνία, Αυστρία, Ιρλανδία και Ουγγαρία) και λήφθηκε απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την οποία ζητείται η γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της ΕΕ; Όντως αυτή η πρόβλεψη αναφέρεται στη ΣΛΕΕ και επομένως με την προσωρινή εφαρμογή, τα τμήματα της συμφωνίας που αφορούν αποκλειστικά το εμπόριο (αρμοδιότητα της Επιτροπής) τίθενται άμεσα σε ισχύ.
Πέραν όμως του γράμματος της Συνθήκης, πρέπει να συνυπολογίσουμε την πολιτική διάσταση μιας τέτοιας διαδικασίας και προφανώς την προοπτική να καταστεί κυρίαρχη μεταρρυθμιστική αντίληψη και πρακτική. Ο λόγος για την οποίο προβλέφθηκε στη ΣΛΕΕ η διάταξη της προσωρινής εφαρμογής είναι κατά βάση τεχνικός: να μη χάνεται χρόνος εφαρμογής μίας συμφωνίας που έχει συνάψει η ΕΕ με τρίτο μέρος έως την οριστική επικύρωσή της σε εθνικό –αν απαιτείται– ή ευρωπαϊκό επίπεδο. Επίσης, τόσο η Διοργανική Συμφωνία (Interinstitutional Agreement) που αποσκοπεί να βελτιώσει τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ θεσπίζει νόμους, διασφαλίζοντας ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεσμεύονται για ειλικρινή και διαφανή συνεργασία καθ’ όλη τη διάρκεια του νομοθετικού κύκλου, όσο και η συμφωνία Συνεργασίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Cooperation between the European Parliament and the European Commission), η οποία προβλέπει την καθιέρωση τακτικού και αποτελεσματικού πολιτικού διαλόγου μεταξύ των δυο οργάνων και την απαίτηση το Κοινοβούλιο να ενημερώνεται πλήρως κατά τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη διεθνών συμφωνιών, συνιστούν πλαίσια που δημιουργούν την υποχρέωση στενότερης συνεργασίας των τριών οργάνων, πέραν της εφαρμογής των θεσμικών τους αρμοδιοτήτων βάσει των Συνθηκών. Διαφορετικά για ποιο λόγο να προέκυψαν οι εν λόγω διαδικασίες;
Υπό αυτό το πρίσμα και υπολογίζοντας τη μεταβατική κατάσταση που βρίσκεται το διεθνές σύστημα και των απαιτήσεων οι οποίες απάδουν από την εμπειρία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, προβάλλονται ως αναγκαία αντίδραση και πιο αποτελεσματική πρακτική οι εξής δυσοίωνες προοπτικές: αφ’ ενός η διεύρυνση του δημοκρατικού ελλείμματος -λιγότερη λογοδοσία των ευρωπαϊκών οργάνων – και αφ’ ετέρου η μεταρρυθμιστική εγκατάλειψη των ομόφωνων αποφάσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Φανταστείτε ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο –το κυρίαρχο πολιτικό όργανο της ΕΕ– στο οποίο αποφάσεις που αφορούν το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος ή δράσεις στο πεδίο της Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας θα λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία που θα απαιτεί την σύμφωνη γνώμη του 55% των κρατών -μελών που αντιπροσωπεύουν και το 65% του πληθυσμού της ΕΕ. Θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε, μετά την πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής για την προσωρινή εφαρμογή της Mercosur, την άποψη επί του θέματος των βουλευτών -305 τον αριθμό- του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που υιοθέτησαν με το ψήφισμα της 22ας Νοεμβρίου 2023 την πρόταση για την κατάργηση του veto στα όργανα της ΕΕ. Είθε, το φάντασμα μιας λιγότερο δημοκρατικής και ηγεμονικά λειτουργούσας ΕΕ να μην υποστασιοποιηθεί._