Γράφει ο Γιώργος Ατσαλάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πολυτεχνείου Κρήτης Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων
*
Το στενό του Ορμούζ δεν έχει κλείσει ακόμα, αλλά η κίνηση των πλοίων διακόπηκε διότι οι ασφαλιστικές εταιρίες δεν ασφαλίζουν τα πλοία καθώς διέρχονται από εμπόλεμη ζώνη και ελάχιστοι είναι εκείνοι που παραγγέλνουν ανασφάλιστα φορτία. Η απειλή ή η διακοπής στην πράξη της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στο στενό του Ορμούζ από το Ιράν δεν είναι απλώς θέμα στρατιωτικής έντασης. Είναι στρατηγική χρήση ενός οικονομικού μοχλού που έχει απτές, άμεσες και πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Το στενό του Ορμούζ το υπέρτατα κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα από το οποίο μεταφέρεται σημαντικό ποσοστό του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου, αποτελεί τεχνικά και πολιτικά έναν από τους πιο εύθραυστους κόμβους του παγκόσμιου συστήματος εφοδιασμού. Η πρόσφατη δραστηριότητα (επιθέσεις, τοποθέτηση θαλάσσιων ναρκοπεδίων, απειλές για κλείσιμο του στενού του Ορμούζ) επιβεβαιώνει ότι το Ιράν διαθέτει και χρησιμοποιεί αυτό το μοχλό ως «γεωοικονομικό όπλο εκβιασμού».
Το μέγεθος του μοχλού: Η οικονομική σημασία του στενού του Ορμούζ είναι αδιαμφισβήτητη καθώς σημαντικοί όγκοι αργού πετρελαίου και προϊόντων διέρχονται καθημερινά από εκεί προς τις αγορές της Ασίας και πέραν αυτής. Τα φορτία που διέρχονται από το στενό αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μεγάλο μέρος του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και μια κρίσιμη πηγή προμήθειας για Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα. Η IEA εκτιμά ότι το 2025 περίπου 15 εκατ. βαρέλια/ημέρα διέρχονταν από το στενό του Ορμούζ, στοιχείο που εξηγεί γιατί οποιαδήποτε διαταραχή μεταφράζεται γρήγορα σε διεθνείς τιμές και σε αλυσιδωτές οικονομικές επιπτώσεις.
Γιατί το Ορμούζ είναι χρήσιμο εργαλείο για το Ιράν: Η γεωγραφία συνενώνεται εδώ με πολιτική στρατηγική καθώς το Ιράν ελέγχει τον νότιο ακρωτήριο του στενού Ορμούζ και διαθέτει εργαλεία (ναυτικό, σκάφη μικρής κλίμακας, drones, δυνατότητες ναρκοθέτησης) με τα οποία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για πλοία και δεξαμενόπλοια.
Η απειλή ή και η πραγματική χρήση τέτοιων μέσων δημιουργεί τρεις αποτελεσματικές «προσαρμογές» στις αγορές:
(α) άμεση συρρίκνωση της ροής εμπορευμάτων,
(β) ανατίμηση ασφάλιστρων και ναύλων, και
(γ) επανεκτίμηση κινδύνου από τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που χρηματοδοτούν μεταφορές και εγγυήσεις.
Τα πρόσφατα γεγονότα όπου αναφέρθηκε τοποθέτηση ναρκοπεδίων και προσωρινή ακινητοποίηση φορτίων δείχνουν ότι το Ιράν μπορεί να μεταβάλει τις παγκόσμιες ροές σε σύντομο χρόνο. Αυτή είναι μια ενέργεια που οι αγορές απαντούν με άνοδο των τιμών και αυξημένη μεταβλητότητα.
Πώς μεταφράζεται ο εκβιασμός σε οικονομική πραγματικότητα. Η λειτουργία του γεωοικονομικού εκβιασμού είναι πολλαπλασιαστική καθώς λίγες διακοπές ή υψηλότερα ασφάλιστρα σημαίνει μικρότερες άμεσες ροές, άνοδος spot τιμών ενέργειας, αύξηση κόστους μεταφορών και παραγωγής, πιέσεις πληθωρισμού και αύξηση επιτοκίων άρα αύξηση τους κόστους εξυπηρέτησης του χρέους.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες χαρακτηρίζουν γρήγορα ζώνες ως «υψηλού πολεμικού κινδύνου», μετακυλίοντας το κόστος στους πλοιοκτήτες και κατόπιν στους τελικούς καταναλωτές.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιδρούν με ανατιμολόγηση κινδύνου, αλλαγές στις αποτιμήσεις ομολόγων και μετοχών και με άμεσες προσαρμογές στις εκτιμήσεις πληθωρισμού.
Αυτά τα φαινόμενα έχουν ήδη παρατηρηθεί σε πρόσφατες κρίσεις και προβλέφθηκαν από μεγάλες τράπεζες. Για παράδειγμα, αναθεωρήσεις προβλέψεων τιμών πετρελαίου από μεγάλους οίκους δείχνουν πόσο σημαντικό είναι το ρίσκο διαρκείας σε ένα κρίσιμο πέρασμα.
Ποιοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν: Κρατικοί και ιδιωτικοί παράγοντες αντιδρούν διαφορετικά. Χώρες εξαγωγείς με πρόσβαση σε αποθέματα και σωστές υποδομές παράκαμψης (π.χ. αγωγοί προς κόλπους εκτός Ορμούζ) μειώνουν τη ζημία βραχυπρόθεσμα.
Όμως οι εισαγωγείς ενέργειας (κυρίως ασιατικές οικονομίες) είναι εξαιρετικά εκτεθειμένες, π.χ. η Τουρκία πρόσφατα ξόδεψε πάνω από $12 δις για να στηρίξει το νόμισμα της. Τράπεζες, ασφαλιστές και ναυτιλιακές εταιρείες βλέπουν άμεσο κόστος καθόσον οι καταναλωτές και οι παραγωγοί βλέπουν αυξανόμενα τιμολόγια, που με την σειρά τους πνίγουν την αγοραστική δύναμη και την επενδυτική εμπιστοσύνη. Ακόμη, χώρες με μεγάλη δημοσιονομική έκθεση και υψηλό χρέος γίνονται πιο ευάλωτες σε σοκ επιτοκίων.
Ο εκβιασμός ως προπαγάνδα και διαπραγματευτικό εργαλείο: Για το Ιράν, ο έλεγχος του Στενού του Ορμούζ λειτουργεί και ως διαπραγματευτικό όπλο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποκτήσει πολιτικό κεφάλαιο στην εσωτερική πολιτική (προβολή ισχύος) και για εξωτερικές παραχωρήσεις (ανακούφιση κυρώσεων, διπλωματικές υποχωρήσεις).
Ταυτόχρονα, όμως, η χρήση αυτού του μοχλού αυξάνει το πολιτικό κόστος, διότι πλήττει και φιλικές αγορές και προκαλεί διεθνή συμμαχία αντιδράσεων και μετατρέπει το Στενό σε πεδίο σύγκρουσης που κινδυνεύει να βλάψει μόνιμα την περιφερειακή οικονομία. Αυτός ο διττός χαρακτήρας δηλώνει ότι το γεωοικονομικό όπλο είναι ισχυρό αλλά αυτοκαταστροφικό αν η χρήση του υπερβεί το επίπεδο «λεπτής πίεσης».
Η αποτροπή και η αντιμετώπιση απαιτούν συνδυασμό βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μέτρων:
Βραχυπρόθεσμα απαιτούνται κρίσιμες επεμβάσεις: διεθνής συντονισμός για κρατικές εγγυήσεις ασφάλισης και προστασία ναυσιπλοΐας, στοχευμένες απελευθερώσεις στρατηγικών αποθεμάτων ώστε να εξομαλυνθούν τιμές και προσωρινή ναυτική συνοδεία και διεθνείς κανόνες για ασφαλή πέρασμα.
Μεσοπρόθεσμα απαιτείται ανθεκτικότητα: επιτάχυνση επενδύσεων σε υποδομές παράκαμψης, αύξηση στρατηγικών αποθεμάτων σε κρίσιμες αγορές, και διπλωματικές πρωτοβουλίες που μειώνουν την πιθανότητα κλιμάκωσης.
Μακροπρόθεσμα απαιτούνται δομικές μεταβολές: H διαφοροποίηση ενεργειακών προμηθειών, η επανεξέταση διεθνών κανόνων για την προστασία κρίσιμων διελεύσεων, και η δημιουργία «δείκτη ρίσκου διαύλων» για την πρόωρη σήμανση κινδύνου που θα μειώνει τον πανικό στις αγορές, θα έχει οικονομική βάση για να περιορίσει τις υπερβολικές αντιδράσεις.
Παρόμοιες πολιτικές απαιτούνται για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων όπως ο εναλλακτικός Ινδικός Δρόμος τους Μεταξιού, ο πολυτροπικός διάδρομος India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC) ο οποίος παρακάμπτει το στενό του Ορμούζ.
Ο διάδρομος IMEC έχει στόχο να συνδέσει την Ινδία με την Ευρώπη, διαμέσου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Σαουδικής Αραβίας, της Ιορδανίας, του Ισραήλ και της Ελλάδας, γεφυρώνοντας θαλάσσιες και σιδηροδρομικές υποδομές σε μια ενιαία, πολυτροπική εφοδιαστική αλυσίδα. Υποστηρίζεται έντονα από τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και στρατηγικούς εταίρους στην Ασία και τη Μέση Ανατολή.
Δεν θα παρέχει μόνο φθηνότερο και γρηγορότερο εμπόριο, αλλά πρόκειται για μία στρατηγική αναδιάταξη της υποδομής, της ενέργειας και της ψηφιακής συνδεσιμότητας που αναδιαμορφώνει την πρόσβαση σε μεγάλες αγορές της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής, της Ινδίας, αλλά και της Αφρικής και μειώνει εξαρτήσεις από το στενό του Ορμούζ. Ο IMEC είναι στρατηγικό εργαλείο μείωσης κινδύνου και εναλλακτική διαδρομή που σημαίνει μικρότερη έκθεση στο στενό του Ορμούζ που μπορει να μπλοκαριστεί ή να γίνει πεδίο σύγκρουσης.
Η ρεαλιστική προοπτική. Η δυνατότητα του Ιράν να κλείσει μόνιμα το στενό είναι περιορισμένη. Τεχνικά, πολεμικές και διπλωματικές δυνάμεις άλλων κρατών (εάν συνενωθούν) μπορούν να διατηρήσουν, (φυσικά με κάποιο κόστος) τη ροή της ενέργειας. Όμως ακόμη και προσωρινές διαταραχές έχουν ήδη αποδειχθεί ικανές να προκαλέσουν παγκόσμια αναταραχή τιμών και αποτίμησης κινδύνου. Αυτό σημαίνει ότι η «αποτροπή μέσω υψηλού κόστους» (να καταστεί δηλαδή δαπανηρή για το Ιράν η μακροπρόθεσμη χρήση αυτού του μοχλού) σε συνδυασμό με μέτρα ανθεκτικότητας των αγορών είναι οι πιο ρεαλιστικές επιλογές για τη διεθνή κοινότητα.
Ο γεωοικονομικός εκβιασμός του στενού του Ορμούζ αποκαλύπτει κάτι θεμελιώδες. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, η γεωγραφία παραμένει ισχυρή και οι πολιτικές αποφάσεις που ελέγχουν τη ροή πόρων έχουν ακριβές και άμεσες οικονομικές συνέπειες.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο στρατιωτική, αλλά απαιτεί διπλωματία, οικονομικά εργαλεία πολιτικής, διεθνή συντονισμό ασφαλιστικής και ναυτιλιακής πολιτικής και μια στρατηγική επένδυση στην ανθεκτικότητα των ενεργειακών αλυσίδων. Οι αποφάσεις των επόμενων εβδομάδων και μηνών θα καθορίσουν αν η διαχείριση αυτού του κινδύνου θα γίνει με ελεγχόμενο κόστος ή θα εξελιχθεί σε μεγαλύτερη, μόνιμη αναταραχή για την παγκόσμια οικονομία.