Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης επιστρέφει συχνά στο ίδιο ερώτημα. Γιατί, παρά τις αποφάσεις που λαμβάνονται και τις πολιτικές που υιοθετούνται, η Ευρωπαϊκή Ένωση δυσκολεύεται να πείσει τους πολίτες της. Η απάντηση δεν βρίσκεται στην έλλειψη προτεραιοτήτων. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αυτές νοηματοδοτούνται πολιτικά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υποφέρει επειδή δεν γνωρίζει τι πρέπει να κάνει. Υποφέρει επειδή δυσκολεύεται να εξηγήσει γιατί το κάνει και προς τα πού κατευθύνεται. Και αυτό δεν συνιστά απλώς επικοινωνιακό πρόβλημα, αλλά μια βαθύτερη κρίση πολιτικής νομιμοποίησης.
Το κεντρικό πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα δεν είναι η έλλειψη στρατηγικής, αλλά η αδυναμία μετατροπής της στρατηγικής σε κοινό πολιτικό νόημα.
Τα τελευταία χρόνια, η Ένωση λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός διαχείρισης διαδοχικών κρίσεων. Πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία, ενεργειακή ανασφάλεια, γεωπολιτική αστάθεια, αναβίωση της βιομηχανικής πολιτικής και της άμυνας. Οι αποφάσεις λαμβάνονται συχνά υπό πίεση, με έμφαση στην αποτελεσματικότητα και όχι στη συλλογική κατανόηση. Αυτό παράγει λύσεις, αλλά σπάνια παράγει συναίνεση και χωρίς συναίνεση η ευρωπαϊκή πολιτική παραμένει θεσμικά ορθή, αλλά πολιτικά εύθραυστη.
Το έλλειμμα αυτό γίνεται ακόμη πιο ορατό στο σημερινό διεθνές περιβάλλον. Σε έναν κόσμο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες επανέρχονται σε λογικές ωμής ισχύος και μονομερών παρεμβάσεων, με πολιτικές απονομιμοποίησης και αυστηρών κυρώσεων που συχνά αμφισβητούνται ως προς τη συμβατότητά τους με το διεθνές δίκαιο, όπου η Ρωσία αμφισβητεί ανοιχτά τα σύνορα και το διεθνές δίκαιο στην Ουκρανία, και όπου ο πόλεμος στη Γάζα έχει εξελιχθεί σε μείζονα ανθρωπιστική και πολιτική δοκιμασία, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει συχνά αμήχανη. Όχι επειδή δεν έχει θέσεις, αλλά επειδή δεν καταφέρνει να τις αρθρώσει ως συνεκτικό πολιτικό λόγο.
Η στροφή προς την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη στρατηγική αυτονομία είναι αναγκαία. Δεν είναι όμως ουδέτερη. Αλλάζει τον ίδιο τον χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να γίνει πιο ισχυρή, αλλά αν μπορεί να το κάνει χωρίς να απολέσει το δημοκρατικό και αξιακό της υπόβαθρο.
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ενοποίηση στηρίχθηκε σε μια πολιτική ταυτότητα που συνέδεε την οικονομική πρόοδο με τη σύγκλιση, τα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Αυτή η ταυτότητα δεν ήταν ρητορική πολυτέλεια. Ήταν εργαλείο επιρροής και εσωτερικής συνοχής. Σήμερα, όμως, υποχωρεί μπροστά στη λογική της διαχείρισης κινδύνου και της άμεσης απόδοσης.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ευρώπη επενδύει στην άμυνα, στην τεχνολογία ή στην ανταγωνιστικότητα. Το πρόβλημα είναι ότι το κάνει χωρίς να εντάσσει αυτές τις επιλογές σε ένα πειστικό πολιτικό σχέδιο που να απευθύνεται στους πολίτες. Οι μεταβάσεις παρουσιάζονται ως τεχνικές αναγκαιότητες και όχι ως συλλογικές αποφάσεις. Γι’ αυτό και, για πολλούς Ευρωπαίους πολίτες, οι αποφάσεις της Ένωσης, ακόμη και όταν είναι ορθολογικές, βιώνονται όχι ως συλλογικές επιλογές, αλλά ως κάτι που απλώς συμβαίνει ερήμην τους. Και όταν η πολιτική απογυμνώνεται από νόημα, η απόσταση από την κοινωνία μεγαλώνει.
Εδώ βρίσκεται το κεντρικό διακύβευμα. Όχι στις προτεραιότητες, αλλά στην αφήγηση που τις συνδέει. Αν η Ευρώπη συνεχίσει να μιλά τη γλώσσα της διαχείρισης και όχι της πολιτικής, τότε ακόμη και οι σωστές επιλογές θα μοιάζουν ξένες και επιβεβλημένες.
Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση περιοριστεί στον ρόλο του αποτελεσματικού διαχειριστή κρίσεων, κινδυνεύει να χάσει ακριβώς εκείνο που τη διαφοροποίησε ιστορικά. Την ικανότητα να μετατρέπει την ισχύ σε κοινό νόημα και τις αποφάσεις σε συλλογική προοπτική.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται απλώς καλύτερες προτεραιότητες. Χρειάζεται να ξαναβρεί τη φωνή με την οποία πείθει και νομιμοποιεί πολιτικά τις επιλογές της. Και αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο πολιτικό εγχείρημα που έχει μπροστά της σήμερα.
Χρήστος Αβδελλάς
Σύμβουλος, Α’ Δημοτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης
Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών