Η Ινδία του σήμερα δεν επιδιώκει να ηγηθεί του διεθνούς συστήματος, αλλά να το διαχειριστεί μέσω ισορροπιών. Η επιλογή της στρατηγικής αυτονομίας, σε έναν κόσμο όπου ο ανταγωνισμός μεταξύ μεγάλων δυνάμεων οξύνεται, δεν αποτελεί απλώς μια σύγχρονη διπλωματική τακτική, αλλά αντλεί από βαθύτερη ιστορική εμπειρία. Κατά την περίοδο της Μογγολικής Αυτοκρατορίας, η ινδική υποήπειρος λειτούργησε ως εξισορροπητικός πυλώνας σε ένα κατακερματισμένο περιφερειακό σύστημα, όχι μέσω διαρκούς στρατιωτικής επέκτασης, αλλά μέσω διοικητικής συνοχής, οικονομικής ισχύος και ελεγχόμενης διαχείρισης ανταγωνισμών. Με διαφορετικά μέσα, το σημερινό Νέο Δελχί ακολουθεί παρόμοια λογική: αποφεύγει απόλυτες ευθυγραμμίσεις, επενδύει στη θεσμική συνέχεια και μετατρέπει την οικονομική ανθεκτικότητα και την πολυδιάστατη διπλωματία σε εργαλεία γεωπολιτικής επιρροής.
Η στάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη. Το 2025, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρέθηκε και εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη πληθωριστική κρίση που πιέζει το ευρώ και αποκαλύπτει τις δομικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης. Όπως και η Ινδία, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μια σύνθετη πολιτική κατασκευή, με εσωτερικές ανισορροπίες και αποκλίνουσες εθνικές προτεραιότητες. Το ινδικό παράδειγμα δείχνει ότι η ανθεκτικότητα τέτοιων σχηματισμών δεν προκύπτει από σπασμωδικές αντιδράσεις ή εθνική περιχαράκωση, αλλά από ενότητα, προβλεψιμότητα και στρατηγική συνοχή. Σε έναν κόσμο όπου η οικονομία έχει μετατραπεί σε πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα λειτουργήσει ως ενιαία πολιτική και νομισματική δύναμη ικανή να απορροφήσει την κρίση του ευρώ ή αν θα επιτρέψει στον εσωτερικό κατακερματισμό να υπονομεύσει τη διεθνή της θέση. Σε αυτό το πλαίσιο, το ινδικό παράδειγμα δεν είναι εξωτικό· είναι απολύτως επίκαιρο.
Η εξωτερική πολιτική της Ινδίας το 2025 διαμορφώθηκε από μια ανανεωμένη προσήλωση στη στρατηγική αυτονομία, με εμπλοκή με όλες τις μεγάλες δυνάμεις χωρίς πλήρη ευθυγράμμιση με καμία. Αυτή η πολυευθυγράμμιση, που αποτελεί εδώ και δεκαετίες χαρακτηριστικό γνώρισμα της διπλωματίας του Νέου Δελχί, δοκιμάστηκε από τις νέες παγκόσμιες πραγματικότητες. Αντί να παραμείνει παθητικά μη ευθυγραμμισμένη, η Ινδία διεύρυνε τις συνεργασίες της και ανέλαβε πρωτοβουλίες, επιδιώκοντας να μετατρέψει τη στρατηγική της αυτονομία από στάση αποστασιοποίησης σε απτή επιρροή στις παγκόσμιες εξελίξεις.
Στο πλαίσιο αυτό, στη 17η Σύνοδο Κορυφής των χωρών Μπρικς, που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Ιούλιο του 2025, οι ηγέτες του μπλοκ έθεσαν ως προτεραιότητα την ενίσχυση της συνεργασίας και της συνοχής, με έμφαση στην εκπροσώπηση και στα συμφέροντα των αναπτυσσόμενων χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Οι συζητήσεις κάλυψαν ζητήματα παγκόσμιας διακυβέρνησης, χρηματοδότησης της ανάπτυξης, τεχνολογίας και ευρύτερων διαρθρωτικών προκλήσεων, σε μια προσπάθεια για πιο συμπεριληπτική και βιώσιμη πολυμερή συνεργασία εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων στο διεθνές εμπόριο. Παρά τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις και τις εξωτερικές πιέσεις, η κοινή δήλωση ανέδειξε τον ρόλο των Μπρικς ως βασικής πλατφόρμας για τις αναδυόμενες οικονομίες, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη θέση της Ινδίας ενόψει της ανάληψης της προεδρίας του μπλοκ το 2026.
Παράλληλα, η Ινδία διατήρησε ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στην Ομάδα των Είκοσι, ιδιαίτερα στη Σύνοδο Κορυφής του 2025 στη Γιοχάνεσμπουργκ. Εκεί συμμετείχε σε συζητήσεις για κρίσιμα παγκόσμια ζητήματα, όπως η κλιματική κρίση, η οικονομική ανθεκτικότητα και η ανάπτυξη, ακόμη και υπό συνθήκες γεωπολιτικών εντάσεων και απουσίας ορισμένων ηγετών. Η τελική διακήρυξη επανέλαβε τη δέσμευση στην πολυμερή συνεργασία και στη στήριξη των αναπτυσσόμενων χωρών, αντανακλώντας προτεραιότητες που προώθησαν η Ινδία και άλλες αναδυόμενες οικονομίες. Το γεγονός ότι η Σύνοδος των Είκοσι φιλοξενήθηκε για πρώτη φορά στην Αφρική υπογράμμισε τη σημασία της περιφερειακής εκπροσώπησης και της ενσωμάτωσης του Παγκόσμιου Νότου στον παγκόσμιο διάλογο.
Η εσωτερική πολιτική συνοχή αποτέλεσε το θεμέλιο της στρατηγικής υπομονής και του μακροχρόνιου σχεδιασμού της ινδικής εξωτερικής πολιτικής. Η κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι συνέχισε να υλοποιεί μεταρρυθμίσεις με στόχο τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας και της πολιτικής συνέχειας. Παρά τις πιέσεις από την επιθετική εμπορική πολιτική της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία περιλάμβανε υψηλούς δασμούς και επαναλαμβανόμενες απειλές περαιτέρω περιορισμών, η Ινδία διατήρησε τη στρατηγική της γραμμή και προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις, αποδεικνύοντας ότι η εσωτερική συνοχή μπορεί να απορροφήσει εξωτερικούς κραδασμούς.
Η πολιτική ηγεσία της Ινδίας επέτρεψε στη χώρα να υπερασπιστεί τα εθνικά της συμφέροντα με στρατηγική υπομονή, αντί να υποκύψει σε βραχυπρόθεσμες πιέσεις τύπου «Πρώτα η Αμερική». Όταν η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ινδία εντάθηκε περαιτέρω μέσω εμπορικών απειλών, ακόμη και σε σχέση με τις ενεργειακές σχέσεις της χώρας, το Νέο Δελχί αντέδρασε με ψυχραιμία, αξιοποιώντας την κατάσταση ως ευκαιρία για διαφοροποίηση εμπορικών και στρατηγικών εταίρων.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι σχέσεις με την Ευρώπη αναδείχθηκαν το 2025 σε κρίσιμο πυλώνα της παγκόσμιας τοποθέτησης της Ινδίας. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθέτησαν μια πιο συναλλακτική και λιγότερο προβλέψιμη διεθνή στάση, το Νέο Δελχί είδε στην Ευρώπη ένα σύνολο ομοϊδεατών εταίρων που μπορούν να συμβάλουν τόσο στην εξισορρόπηση της ανόδου της Κίνας όσο και στη μείωση της υπερβολικής εξάρτησης από μία μόνο δύναμη. Τα ευρωπαϊκά κράτη, αυξάνοντας τις αμυντικές τους δαπάνες και αναζητώντας νέες στρατηγικές συνεργασίες στη μετα-Μπρέξιτ εποχή και εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία, παρουσίασαν αυξανόμενη σύγκλιση με τα στρατηγικά συμφέροντα της Ινδίας. Η νέα γεωπολιτική σοβαρότητα της Ευρώπης την κατέστησε, στα μάτια του Νέου Δελχί, αξιόπιστο εταίρο, προσφέροντας επενδυτικά κεφάλαια, προηγμένες τεχνολογίες και ουσιαστικές δυνατότητες αμυντικής συνεργασίας.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα παρέμεινε ο καθοριστικός στρατηγικός αντίπαλος για την Ινδία, όχι μόνο ως πολιτική πρόκληση, αλλά ως δομικό στοιχείο του περιφερειακού συστήματος. Οι επαναλαμβανόμενες εντάσεις στα σύνορα Ινδίας–Κίνας, με σημείο αναφοράς τα επεισόδια στον Γκαλγουάν το 2020, συνέχισαν να υπονομεύουν την εμπιστοσύνη, παρά τις προσπάθειες σταθεροποίησης. Οι διαφορές στη ρητορική και στις επίσημες τοποθετήσεις για ζητήματα όπως η Ταϊβάν αποκάλυψαν βαθύτερες γεωπολιτικές αποκλίσεις, ενώ η αυξανόμενη στρατιωτική πίεση του Πεκίνου στην Ανατολική Ασία ενίσχυσε την περιφερειακή αβεβαιότητα.
Παράλληλα, η εσωτερική πολιτική σκλήρυνση της Κίνας, με αυστηρούς περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου και των μέσων ενημέρωσης, ανέδειξε μια σαφή αντίθεση με το ινδικό δημοκρατικό μοντέλο. Η Ινδία αξιοποίησε αυτή τη διαφοροποίηση για να ενισχύσει τη διεθνή της εικόνα και τις διπλωματικές της συμμαχίες. Απέναντι στη σταδιακή σύγκλιση Κίνας, Πακιστάν και Τουρκίας, που θα μπορούσε να περιορίσει τον στρατηγικό της χώρο, το Νέο Δελχί ακολούθησε μια πολυδιάστατη στρατηγική αναχαίτισης, ενισχύοντας δεσμούς με δυτικούς και περιφερειακούς εταίρους, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την παγίδευση σε συγκρούσεις που εξυπηρετούν τρίτες αφηγήσεις.
Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, η οικονομική ανάπτυξη παρέμεινε το θεμέλιο της παγκόσμιας επιρροής της Ινδίας. Το 2025, η χώρα κατέγραψε έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν να αυξάνεται κατά περίπου 6,7% και να ξεπερνά το 8% σε ένα τρίμηνο, χάρη στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση και τις επενδύσεις. Παρά τις διεθνείς αντιξοότητες, οι εξαγωγές και το εμπόριο επέδειξαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.
Οι συνολικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών εκτιμήθηκαν στα 73,99 δισεκατομμύρια δολάρια τον Νοέμβριο του 2025, αυξημένες κατά 15,5% σε ετήσια βάση, ενώ την περίοδο Απριλίου–Νοεμβρίου ανήλθαν περίπου στα 562 δισεκατομμύρια δολάρια, καταγράφοντας άνοδο 5,4%. Η κυβέρνηση παρουσίασε τα στοιχεία αυτά ως απόδειξη ότι η έμφαση στη μεταποίηση και στην ανάπτυξη δεξιοτήτων αποδίδει, μετατρέποντας την εμπορική πολιτική σε ευέλικτο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Το 2025, η Ινδία εξασφάλισε βελτιωμένη πρόσβαση σε βασικές αγορές μέσω συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου με τη Νέα Ζηλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ομάν, ενώ ενίσχυσε τους δεσμούς της με τα κράτη του Κόλπου και τη Νοτιοανατολική Ασία, θέτοντας τις βάσεις για νέες συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων και με τις Ηνωμένες Πολιτείες το 2026.
Παράλληλα με την οικονομική και εμπορική στρατηγική, η Ινδία δεν παραμέλησε τη σκληρή διάσταση της εθνικής ασφάλειας. Μετά την επίτευξη των στόχων της σε μια σύντομη σύγκρουση με το Πακιστάν, ως απάντηση σε τρομοκρατική επίθεση, το Νέο Δελχί έδωσε νέα ώθηση στον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων και στην εγχώρια ανάπτυξη αμυντικών τεχνολογιών. Τα πλήγματα σε πακιστανικές αεροπορικές υποδομές ανέδειξαν την αυξημένη ακρίβεια και επιχειρησιακή ικανότητα της Ινδίας, ενώ η αποφυγή κλιμάκωσης επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να λειτουργεί ως ώριμη και υπεύθυνη δύναμη.
Στον απόηχο των εξελίξεων, η κυβέρνηση ενέκρινε περίπου 4,6 δισεκατομμύρια δολάρια για έκτακτες στρατιωτικές προμήθειες, επιτάχυνε την ανάπτυξη εγχώριου μαχητικού αεροσκάφους χαμηλής παρατηρησιμότητας, προχώρησε στην απόκτηση προηγμένων οπλισμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών και ολοκλήρωσε συμφωνία ύψους 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την προμήθεια 26 ναυτικών μαχητικών αεροσκαφών Ραφάλ από τη Γαλλία. Η ανακήρυξη του 2025 ως «Έτους Αμυντικών Μεταρρυθμίσεων» ενίσχυσε περαιτέρω αυτή την πορεία, μειώνοντας την εξάρτηση από ξένους προμηθευτές και τοποθετώντας την Ινδία ως ανερχόμενο εξαγωγέα αμυντικού εξοπλισμού, με τις αμυντικές εξαγωγές να αυξάνονται κατά 12% και να φθάνουν τα 2,76 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η ενίσχυση της Ινδίας και η ανθεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2025 δεν αποτελούν παράλληλες εξελίξεις, αλλά δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής αναγκαιότητας: της προστασίας της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας σε έναν κόσμο όπου η ισχύς ασκείται ολοένα και πιο ωμά. Η Ινδία επέλεξε να μην εγκλωβιστεί σε σχέσεις εξάρτησης, επενδύοντας στη στρατηγική αυτονομία ως πηγή διαπραγματευτικής ισχύος. Η Ευρώπη, αντιμέτωπη με πληθωριστικές πιέσεις και εσωτερικές αποκλίσεις, καλείται να πράξει το ίδιο, όχι ως ιδεολογική άσκηση, αλλά ως όρο επιβίωσης του ευρώ και της πολιτικής της βαρύτητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εμβάθυνση των σχέσεων Ινδίας–Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι απλώς επιθυμητή, αλλά επιτακτική. Ισχυρότεροι εμπορικοί δεσμοί, τεχνολογική σύγκλιση και ουσιαστική συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην αυθαίρετη εργαλειοποίηση της οικονομικής ισχύος από μεγάλες δυνάμεις. Οι μονομερείς πρακτικές της προηγούμενης αμερικανικής διοίκησης, όπως η επιθετική χρήση κυρώσεων και πολιτικών πιέσεων στην περίπτωση της Βενεζουέλας, κατέδειξαν πόσο εύθραυστη γίνεται η κυριαρχία όσων εξαρτώνται από έναν και μόνο πόλο ισχύος. Για την Ινδία και την Ευρώπη, η στρατηγική σύγκλιση δεν συνιστά πράξη αντιπαράθεσης, αλλά αναγκαία ασφάλεια σε έναν διεθνή χώρο όπου η απροβλεψιμότητα έχει πλέον θεσμοποιηθεί.